Την ιστορική φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή “η Ελλάδα διαλέγεται με τους γείτονες της” χρησιμοποίησε η Ντόρα Μπακογιάννη, αναφερόμενη στις σχέσεις με την Τουρκία.

«Θα είναι τεράστιο λάθος, αν για λόγους πολιτικούς, κομματικούς ή άλλους, αυτή η πολιτική υπονομευτεί και μείνει η Ελλάδα χωρίς απάντηση σε όλο το διεθνές σκηνικό», είπε η κ. Μπακογιάννη σημειώνοντας ότι η Ελλάδα έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της και θα προσέλθει, όποτε προσέλθει, στη συζήτηση των διερευνητικών επαφών για την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες, για να καλέσει την Τουρκία, αν και εκείνη πιστεύει στη δύναμη των επιχειρημάτων της και το δίκαιο, να δεχθεί προσφυγή στη Χάγη.

«Τι επιδιώκουμε στη σχέση μας με την Τουρκία; Έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε τη γεωγραφία; Έχουμε τη δυνατότητα να γίνουμε Λουξεμβούργο; Εγώ όλη μου τη ζωή έλεγα ότι δεν θα ήθελα να είναι τίποτα άλλο, αλλά να είμαι υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου, να ασχολούμαι με τους άλλους. Με τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου. Με πάθος θα το έκανα. Φτάνει ο δικός μου λαός να μην υπέφερε», είπε η Ντόρα Μπακογιάννη και προσέθεσε:

«Είμαστε στην Ελλάδα και η γεωγραφία είναι συγκεκριμένη. Είμαστε σε μια πιο από τις δυσκολότερες και πιο εύφλεκτες περιοχές του κόσμου. Τι επιδιώκουμε λοιπόν; Και επειδή βλέπω όλον τον τελευταίο καιρό, ένα ολόκληρο κύκλωμα ετερόκλητο, το οποίο, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι η Ελλάς, είτε –λέει- διότι η Τουρκία άλλαξε είτε διότι η Τουρκία είναι ισλαμική (λες και το μάθαμε τώρα), ή γιατί η Τουρκία είναι αναθεωρητική (και αυτό το μάθαμε τώρα), ή γιατί ο κ. Ερντογάν τα θέλει όλα δικά του (λες και αυτό το μάθαμε τώρα), αυτό το κύκλωμα θέλει να οδηγήσει τη χώρα στο μη διάλογο με την Τουρκία. Δηλαδή, να μην επιτρέψει ούτε τις διερευνητικές επαφές. Θέλω λοιπόν ξεκάθαρα να πω σε όλους αυτούς που αμέσως ή εμμέσως υποστηρίζουν αυτή την πολιτική, ότι θα πρέπει με παρρησία να βγουν και πουν στον ελληνικό λαό, να πουν πιο θα ήταν το επόμενο βήμα, μετά από αυτό».

Η Ντόρα Μπακογιάννη επέμεινε ότι πρέπει οι πολιτικές δυνάμεις να πουν ξεκάθαρα πού θέλουν να πάει η χώρα. «Η δική μου, ξεκάθαρα, είναι αυτή την οποία ο Κωσταντίνος Καραμανλής, από αυτό ακριβώς το βήμα, πριν από πάρα πολλά χρόνια είχε πει: Η Ελλάδα διαλέγεται με τους γείτονες της. Διαλέγεται σε όλες τις συνθήκες και τις εύκολες -που δυστυχώς εμείς δεν έχουμε- και τις δύσκολες. Με τους γείτονες μιλάς. Το ότι μιλάς, δεν σημαίνει ότι αλλάζεις θέση. Δεν σημαίνει ότι παραδίδεσαι», είπε η κ. Μπακογιάνη και προσέθεσε: «Το ότι μιλάς, σημαίνει στην πράξη, ότι εμείς πιστεύουμε στη δύναμη των επιχειρημάτων μας. Ε, λοιπόν η Ελλάς πιστεύει στη δύναμη των επιχειρημάτων της. Η Ελλάδα έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος, η Ελλάδα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, έχει τις περισσότερες συμμαχίες από ό,τι είχε ποτέ στην ιστορία. Η Ελλάδα θα προσέλθει, όποτε προσέλθει, στη συζήτηση των διερευνητικών επαφών για την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες, με αυτοπεποίθηση, με σιγουριά, και θα πει στην Τουρκία “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα. Αν πραγματικά πιστεύετε στη δύναμη των επιχειρημάτων, αν πραγματικά πιστεύετε ότι το δίκαιο είναι με το μέρος σας, θα πάμε στη Χάγη και θα αποφασίσει η Χάγη”».

Αυτή, είπε η κ. Μπακογιάννη, πρέπει να είναι η κεντρική στρατηγική και «θα είναι τεράστιο λάθος, αν για λόγους πολιτικούς, κομματικούς ή άλλους, αυτή η πολιτική υπονομευτεί και μείνει η Ελλάδα χωρίς απάντηση σε όλο το διεθνές σκηνικό».

«Η άρνηση της πραγματικότητας, είναι πάντοτε ο χειρότερος κίνδυνος στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής- και σε άλλα είναι, αλλά ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική είναι θανάσιμο λάθος. Μιλάτε σαν να μην γνωρίζετε ποια είναι η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, και από κόμματα που δεν ασκήσανε ποτέ εξουσία είναι λίγο- πολύ λογικό. Αλλά κόμματα που ασκήσανε εξουσία; Δεν ξέρετε εσείς τι συμβαίνει με την απειλή του βέτο; Απειλή, διότι τελικώς ένα φύλλο συκής πήρανε η Ουγγαρία και η Πολωνία. Αλλά υπήρχε απειλή μέχρι την τελευταία ημέρα με τα χρήματα αυτά; Δεν ξέρετε τι συνέβη με το Brexit που ακόμα και σήμερα κινδυνεύουν, και Εγγλέζοι και εμείς να πληρώσουμε τη λαϊκιστική πολιτική και τη στενόμυαλη πολιτική, μιας απόφασης, πριν από πολλά χρόνια, να βγουν οι Εγγλέζοι, από την ΕΕ. Δεν ξέρετε το σημαίνει για την ενέργεια;», είπε η Ντόρα Μπακογιάννη.

Η διαχείριση της πανδημίας

Αναφερόμενη στη διαχείριση της πανδημίας, η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι «η χώρα άντεξε» και «χάρις στην πολιτική της κυβέρνησης, αναδείχθηκε η δυνατότητα της χώρας, να κρατηθεί όρθια στον τομέα της υγείας». Το σύστημα της υγείας άντεξε, είπε η κ. Μπακογιάννη, η οικονομία άντεξε, οι θέσεις εργασίας κρατήθηκαν και υπάρχει ελπίδα οι επιχειρήσεις, «μέσα από αυτή τη μεγάλη κρίση, να βγουν τουλάχιστον στοιχειωδώς όρθιες, αν όχι όλες, τουλάχιστον οι περισσότερες και να μπορέσουν να μπουν στο 2021 λαβωμένες μεν, αλλά τουλάχιστον να μπορούν να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο». Υπογράμμισε επίσης ότι, μέσα σε αυτή την παγκόσμια “οικονομική κατάθλιψη”, η Ελλάδα κατάφερε να προσελκύσει επενδύσεις και οι μεταρρυθμιστικοί στόχοι δεν εγκαταλείφθηκαν.

Η επόμενη μέρα

Αναφερόμενη στις προκλήσεις της “επόμενης μέρας”, η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι «θα είναι πάρα πολύ δύσκολη». Επισήμανε ότι στόχος είναι να πειστούν οι πολίτες να εμβολιαστούν, το ταχύτερο δυνατό, γιατί «μπορέσαμε και η οικονομία το επέτρεψε να εμβολιάσουμε το λαό». Υπογράμμισε όμως ότι η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να πρωτοστατήσει διεθνώς ώστε αυτά τα εμβόλια να πάνε και στον Τρίτο Κόσμο, να πάνε και στις χώρες εκείνες που δεν έχουν τη δυνατότητα που έχει η ελληνική οικονομία και ο ελληνικός λαός. «Το δικαίωμα στη ζωή δεν είναι δικαίωμα μόνο για τους πλούσιους λαούς. Είναι δικαίωμα και για τους φτωχούς λαούς, ιδίως του Τρίτου Κόσμου», είπε η βουλευτής της ΝΔ.

Η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι ο Προϋπολογισμός του 2021 είναι ρεαλιστικός αλλά δεν μπορεί να είναι απόλυτος και θα υπάρξουν προσαρμογές. «Θα υπάρχουν έκτακτα και δυσκολίες. Δεν θα φτάσουν τα λεφτά για όλα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Άρα πρέπει να ιεραρχήσουμε, να κρατήσουμε εκκρεμότητες και για το 2022 και για το 2023», είπε και προσέθεσε στο σημείο αυτό: «Είναι μεγάλη ανάσα τα 72 δισ. Μεγάλη ανάσα και τεράστια η πρόκληση που θα έχουμε μπροστά μας να τα διαχειριστούμε σωστά, για να μπορέσουμε να μην χάσουμε ούτε ένα ευρώ, και να έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για την ελληνική οικονομία».