Brexit: Έναν χρόνο μετά την αποχώρηση, η ερώτηση παραμένει, «Άξιζε τον κόπο;» | Frost David UK 16 01 22

Συμπληρώνεται  ένας χρόνος μετά την αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ, με τις βρετανικές εξαγωγές να  καταρρέουν,  την  κυβέρνηση να έχει  εξαγγείλει  νέο νομοθετικό πλαίσιο που θα διέπει τις εισαγωγές, κάνοντας ακόμη πιο δαιδαλώδη τη γραφειοκρατία και  τη κατάσταση να  επιδεινώνεται, από την αιφνιδιαστική παραίτηση, προ ημερών, του βρετανού διαπραγματευτή  David Frost. 

Συγκεκριμένα, τρεις φορές έχει αναβληθεί η κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου, προκειμένου να αποφευχθούν νέες επιβαρύνσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς με το νέο καθεστώς απαιτείται η έγκριση των βρετανικών αρχών πριν ακόμη τα εμπορεύματα φορτωθούν στο τρένο ή στο φορτηγό που θα διασχίσει τη Μάγχη.

Μάλιστα, κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι η αποχώρησή του κ.  Frost,    εντείνει την πίεση προς τον πρωθυπουργό Boris Johnson να υιοθετήσει μία πιο διαλλακτική γραμμή απέναντι στις Βρυξέλλες, ώστε να αποτρέψει έναν γενικευμένο εμπορικό πόλεμο.

Στο μεταξύ, στην αγορά παρατηρείται έλλειψη τροφίμων, ενώ τα βενζινάδικα ξεμένουν από καύσιμα και οι ξένοι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν τη χώρα, αφού δεν εικόνα  αυτή που επικρατεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, έναν χρόνο μετά την αποχώρησή του από την ΕΕ.

Το σίγουρο είναι ότι οι διαταραχές στις αλυσίδες ανεφοδιασμού, σε συνδυασμό με την έλλειψη οδηγών και άλλων εργαζομένων από την ΕΕ, παρατείνουν τις θλιβερές εικόνες με τα άδεια ράφια στα σούπερ-μάρκετ και τις ατελείωτες χειμωνιάτικες  ουρές στα βενζινάδικα.

Το νέο νομικό πλαίσιο για τις εμπορικές σχέσεις του Λονδίνου με την «Ευρώπη των 27» που είχε τεθεί σε ισχύ τον περασμένο Ιανουάριο, προβλέπει διατυπώσεις τεσσάρων σελίδων για τις εκατέρωθεν εμπορικές συναλλαγές συν τα απαραίτητα υγειονομικά πιστοποιητικά για το κρέας και άλλα αγροτικά προϊόντα.

 Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία Eurostat οι βρετανικές εξαγωγές προς την ΕΕ μειώθηκαν κατά περίπου 10% τους πρώτους δέκα μήνες του 2021, με τη μείωση  στα αγροτικά προϊόντα να φτάνει  το 25%.

Βέβαια, όλα αυτά συνέβαιναν, ενώ το Λονδίνο πάσχιζε να καταπολεμήσει τη νέα, για εκείνη την εποχή  μετάλλαξη Δέλτα,  του κορωνοϊού, που τελικά επέφερε ένα τρίτο κατά σειρά λοκντάουν.

Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση επιμένει ότι οι οικονομικές συνέπειες του Brexit δεν μπορούν να εξεταστούν μεμονωμένα και χωρίς να ληφθεί υπόψη το κόστος της πανδημίας, αλλά πολλοί οικονομολόγοι εκφράζουν διαφορετική άποψη.

Αναφερόμενος στο θέμα, ο ερευνητής στο London School of Economics (LSE) Iain Begg, είπε:  «Μπορούμε να πούμε ότι οι σημαντικές απώλειες στο εμπόριο με την ηπειρωτική Ευρώπη δεν αντισταθμίζονται από τις συναλλαγές της Μ. Βρετανίας με τον υπόλοιπο κόσμο.

Υποτίθεται ότι το Brexit θα έβαζε τέλος στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, αλλά τελικά προκάλεσε νέες διατυπώσεις, αυξάνοντας το συνολικό κόστος των εξαγωγών. Ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είδαν τις εξαγωγές τους να εκμηδενίζονται.

Ωστόσο, κάποιες  επιχειρήσεις σταμάτησαν να δέχονται παραγγελίες από την ηπειρωτική Ευρώπη, με τον ερευνητής του LSE, να προειδοποιεί:  «Η ατέρμονη γραφειοκρατία γονατίζει κυρίως μικρές επιχειρήσεις και όχι οικονομικούς κολοσσούς, όπως η Nissan», λέγοντας  εμμέσως ότι η ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία Nissan έχει ανανεώσει την εμπιστοσύνη της στη Μ.Βρετανία ως επενδυτικό προορισμό, παρά την αβεβαιότητα του Brexit.

Από την πλευρά του, ο συνιδρυτής της Chesire Cheese Company Simon Spurrell,  σε δηλώσεις του  στην εφημερίδα The Guardian, σημείωσε:  «Η συμφωνία για τις εμπορικές σχέσεις μετά το Brexit ήταν ό,τι χειρότερο έχει διαπραγματευθεί ποτέ μία κυβέρνηση».

Αλλά ένα μείζον πρόβλημα για  τον οικονομολόγο Iain Begg είναι ότι η συμφωνία ΕΕ – Μ. Βρετανίας για τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις των δύο πλευρών αφήνει πολλές εκκρεμότητες (unfinished business), οι οποίες θα πρέπει επειγόντως να διευθετηθούν.

Πρόκειται για  εκκρεμότητες  που  αφορούν κυρίως το ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας, την πολιτική αλιείας και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα το χρηματοπιστωτικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας, το «City» του Λονδίνου,  έχει «σχεδόν αγνοηθεί» στην τελευταία συμφωνία των Βρυξελλών με τη βρετανική κυβέρνηση, επισημαίνει οk.  Begg.

Το  «City» επιδιώκει ένα καθεστώς ισοτιμίας με αντίστοιχα χρηματοπιστωτικά κέντρα εντός ΕΕ με αμοιβαία αναγνώριση νομικών ρυθμίσεων, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πολύ πιθανό επί του παρόντος.

Αναφορικά με τις  διαφωνίες μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας για τα αλιευτικά δικαιώματα,  μάλλον θα συνεχιστούν, ενώ για το Πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας  και το πολιτικά ακανθώδες ερώτημα, εάν μπορούν να αποφευχθούν νέα τελωνειακά σύνορα μεταξύ της Β. Ιρλανδίας και του υπόλοιπου Ην.Βασιλείου, 

όλα δείχνουν ότι δύσκολα θα διευθετηθεί, εάν η κυβένηση του Λονδίνου δεν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε εμπορικές διαφορές που απορρέουν από την ερμηνεία του Πρωτοκόλλου.

Ειδικότερα, ο Iain Begg, δήλωσε «Η ιδανική λύση για τη Β. Ιρλανδία θα ήταν να καταστούν σχεδόν αόρατα τα σύνορα», για να προσθέσει «Υπάρχει κινητικότητα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η λογική λέει ότι δεν μπορεί, κάπου πρέπει να υπάρχουν και σύνορα».