Χαιρόμαστε να στηρίζουμε νέους ταλαντούχους ηθοποιούς. Η Χριστίνα Δαλαμάγκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μέσων, Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και αριστούχος του Θεάτρου Τέχνης. 

Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά ήταν, ούσα ακόμα στο δεύτερο έτος της Σχολής, στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη στην τελευταία αναβίωση της σκηνοθεσίας Κουν, με σκηνοθέτες τους Χρονόπουλο, Γράμψα και Καπελώνη. Μετά, συνεργάστηκε για χρόνια με την ομάδα Tandem σε σκηνοθεσία Γερογιάννη.

Παράλληλα, αλλά και μετά την παύση της ομάδας, συνεργάστηκε με αξιόλογους ανθρώπους . Στην τηλεόραση συμμετείχε στη σειρά «Κάρμα» και στο «Όσο έχω εσένα».

Είναι τολμηρή και πραγματίστρια και σκέφτεται τα πράγματα και από την πρακτική τους πλευρά. Εργάζεται παράλληλα ή με μεγάλα διαλλείματα, αναλόγως με τις δουλειές που προκύπτουν στην υποκριτική, στον χώρο της εστίασης. 

Χριστίνα, απόφοιτος του τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και αριστούχος του Θεάτρου Τέχνης. Από πότε άρχισε η αγάπη σας για την Υποκριτική;

«Η αγάπη για την Υποκριτική και το Τραγούδι ξεκίνησε από πολύ νεαρή ηλικία. Υπήρχε ξεκάθαρα στο μυαλό μου από πολύ νωρίς, πως θέλω να ασχοληθώ επαγγελματικά με το Θέατρο. Σε ηλικία έξι ετών και για κάποια χρόνια, συμμετείχα στη Χορωδία Τυπάλδου και στη συνέχεια από την Α’ Λυκείου στην ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του σχολείου, η οποία είχε μία πολύ δυναμική παρουσία και μία προσέγγιση επαγγελματική σχεδόν». 

Η πρώτη εμφάνιση μπροστά σε κοινό στην Κίνα και τα συναισθήματα;

«Ήμουν φοιτήτρια στο δεύτερο έτος του Θεάτρου Τέχνης όταν με επέλεξαν για το ρόλο της κουκουβάγιας στην τελευταία αναβίωση των “Ορνίθων” σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Η πρεμιέρα έγινε στο Εθνικό Θέατρο της Κίνας στο Πεκίνο, καθώς ήταν μέρος του Πολιτιστικού Έτους της Ελλάδος στην Κίνα. Μία εμπειρία, σχεδόν εξωπραγματική, και ίσως η πιο όμορφη ανάμνηση που κρατώ έως τώρα από αυτή τη δουλειά». 

Είχατε κάποιον ηθοποιό ως πρότυπο;

«Όχι. Δεν πιστεύω στα πρότυπα. Η Υποκριτική είναι μία τέχνη σε μεγάλο βαθμό προσωπική, που αξιοποιεί το σύνολο των αξιών του ηθοποιού, άρα ο καθένας μας έχει εντελώς διαφορετικές δυνατότητες. Θαυμάζω, όμως, πολλούς ανθρώπους του χώρου και εμπνέομαι από αυτούς συχνά». 

Από τους δασκάλους σας στο Θέατρο Τέχνης τι κρατήσατε;

«Από τον καθένα και κάτι διαφορετικό. Τις βασικές γνώσεις,το ανοιχτό μυαλό, το πάθος και την εργατικότητα». 

Πόσο δύσκολο είναι ένας νέος καλλιτέχνης, και να έχει δουλειά και να βιοποριστεί από αυτήν;

«Εξαιρετικά δύσκολο, δυστυχώς. Η μεγαλύτερη μερίδα των ηθοποιών αναγκάζεται να εργάζεται και αλλού για να βιοπορίζεται. Η Υποκριτική, όμως, είναι μία ιδιαίτερη αγάπη που δεν αποχωρίζεσαι εύκολα. Έτσι, πάντα, όλοι ελπίζουμε στο καλύτερο και σε αυτήν τη μία, ίσως, ευκαιρία, που θα επιτρέψει να ζούμε όπως θα θέλαμε, μέσα από την τέχνη μας και μόνο». 

Βρίσκει ευκαιρία η… Χριστίνα να ξεφεύγει μέσα από τους ρόλους της;

«Να ξεφεύγει, να ταξιδεύει, να ζει άλλες ζωές, να σκέπτεται διαφορετικά, να ξεχνά ή να θυμάται αναλόγως. Αυτή, άλλωστε, είναι και η μαγεία του Θεάτρου». 

Με το «καλημέρα» φαίνεται ότι έχετε ταλέντο. Αρκεί αυτό για να προχωρήσει ένας νέος ηθοποιός;

«Όχι. Όπως και σε όλα σε αυτήν την περίεργη ζωή, χρειάζεται και το κατάλληλο timing, η σωστή αυτή στιγμή που σε κάποιους έρχεται συμπαντικά σχεδόν, και προδιαγράφει μία καλή πορεία. Το ταλέντο και το πάθος, ίσως είναι αρκετά στο να συνεχίζεις, με κάποιον τρόπο, να υπάρχεις μέσα από την τέχνη σου». 

Τι σημαίνει για εσάς η ηθοποιία;

«Είναι η διαφυγή μου, το πάθος μου από την πρώτη στιγμή που θα έρθει στα χέρια μου ένα κείμενο και με λαχτάρα θα υπογραμμίσω τα λόγια μου, μέχρι το τελευταίο χειροκρότημα». 

Τώρα πρωταγωνιστείτε στο «Κι εγώ Σ’ αγαπώ», στο «Χυτήριο», παραγωγή της Βάσιας Παναγοπούλου, έως 31 Οκτωβρίου.

Ναι, ο Γιάννης Αϊβάζης σκηνοθετεί ένα πολύ δυνατό έργο για τη φιλία και τον έρωτα. Ό,τι πιο σημαντικό στις μέρες μας το “σ ‘ αγαπώ” και καθόλου ευνόητο το “κι εγώ σ’ αγαπώ”. Όλοι τρέχουμε με κεκτημένη ταχύτητα και συμπαρασύρουμε σχέσεις, αισθήματα, όρκους φιλίας και πίστης. Με πρωταρχικό κριτήριο την αλήθεια και τη συνέπεια λόγων και πράξης, σε αυτό το έργο, κοιτάμε στον καθρέφτη της ψυχής μας και θυμόμαστε πόσες φορές προδώσαμε το “σ’ αγαπώ” που είπαμε».

Έχετε κάποιο μότο για να ξεπερνάτε τις δύσκολες καταστάσεις;

«“Στη ζωή, εκτός από τα μοιραία, όλα περνούν”. Αυτό προσπαθώ να θυμάμαι όταν προκύπτουν δυσκολίες και πίκρες, μικρές ή μεγάλες». 

Επηρεάζεστε από τους χαρακτήρες που υποδύεστε;

«Ναι, σχεδόν πάντα. Νομίζω είναι μία διαδικασία αναπόφευκτη. Η μελέτη ενός ρόλου είναι μία πρακτική, σχεδόν ερωτική. Και επηρεάζεις και επηρεάζεσαι». 

Πώς βλέπετε την κατάσταση με τους αναγκαστικούς περιορισμούς, αλλά και την ανεύθυνη συμπεριφορά συμπολιτών μας;

«Αδιαμφισβήτητα περνάμε μία τρομερά δύσκολη περίοδο, με φοβερές επιπτώσεις τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική μας υγεία, που τα αποτελέσματα θα φανούν στην πραγματικότητα, πολλά χρόνια αργότερα. Θέλω να πιστεύω πως ο καθένας κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με τον τρόπο του για να προστατεύει τον εαυτό του και τους γύρω του. Σε σχέση με τα μέτρα βέβαια, και ειδικότερα όσον αφορά στον Πολιτισμό, έχω τρομερές ενστάσεις. Αλλά αυτή είναι μία μεγάλη συζήτηση για κάποια άλλη φορά».

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»