Φυλλομετρώ, πριν το μελετήσω, το νέο βιβλίο του καθηγητού Γεωργίου Μπαμπινιώτη «Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ». Είναι μία έκδοσις του Κέντρου Λεξικολογίας, που εκδίδει αποκλειστικώς και μόνον, τα δικά του βιβλία. Φρονώ ότι ο εκδοτικός οίκος τού ανήκει. Στις περίπου 700 σελίδες παρατίθενται 180 κείμενα, εκ των οποίων άλλα εδημοσιεύθησαν στον Τύπο και άλλα όχι. Το ενδιαφέρον στο όλο εγχείρημα έγκειται στην ευρύτητα και την πρωτοτυπία τους, όπως π.χ. τα γλωσσικά παιχνίδια του Χρηματιστηρίου ή οι ντιμπεϊτολογίες.

Παρ’ ότι, όπως θα σας πουν όλοι οι εκδότες του κόσμου, οι συλλογές κειμένων, ειδικώς των ήδη δημοσιευμένων, δεν ελκύουν το αναγνωστικό κοινό, το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρώ ότι αποτελεί εξαίρεση.

Παρ’ ότι επίσης, έχω μία διαφορετική γλωσσική προσέγγιση με τον πρόεδρο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, προτιμώντας να ομνύω στην αρχαία ελληνική και την καθαρεύουσα, δεν δύναμαι να μην παραδεχθώ το πάθος του για το αντικείμενο εις το οποίο έχει αφιερώσει τον βίον του, καθώς και την επικοινωνιακή πολυπραγμωσύνη του.

Οι τελευταίες του αναρτήσεις για την ελληνική απόδοση ξενικών λέξεων, όπως το lockdown ή το take away ή το delivery, προεκάλεσαν ορυμαγδό σχολίων, θετικών εκ μέρους των γλωσσοαμυντόρων και ειρωνικώς εκ μέρους των τα πάντα κρινόντων.

Ιδιαιτέρως βίαιη ήταν η ανάρτησις της Αφροδίτης Μάνου. Αντιγράφω: «Ο κ. Μπαμπινιώτης δεν κατάργησε το ωμέγα από τα ελληνικά; Δεν κατάργησε το πολυτονικό; Δεν μετάλλαξε την γλώσσα μας έτσι που να μην την μαθαίνει κανείς; Δεν την άφησε ανοχύρωτη σε κάθε επέμβαση και παραμόρφωση; Τώρα παραπονιέται για το take away;».

Ανεξαρτήτως εάν συμφωνώ με την κυρία Μάνου για την «γενοκτονία» της ελληνικής γλώσσης, που συνέβη με την γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976, όταν ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης είχε ήδη εκλεγεί τακτικός καθηγητής της Έδρας της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο εκθέτει τις απόψεις της –στην συνέχεια τον χαρακτήρισε ατάλαντο– δεν είναι ο ενδεδειγμένος για έναν γόνιμο διάλογο.