Ο αθλητισμός στα χρόνια της σκλαβιάς
Αρματολοί και κλέφτες αγωνίζονταν στο τρέξιμο, το πήδημα και το λιθάρι, ενώ οι γυναίκες στο… σημάδι
Οι σκλαβωμένοι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας αθλούνταν σε μία σειρά αγωνισμάτων, και ο Ρήγας Φεραίος μάς πληροφορεί στα 1796 (100 χρόνια πριν από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας), ότι πολλά από τα αγωνίσματα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, όπως η πάλη, ο δρόμος, ο δίσκος, το άλμα και το παγκράτιο, διεξάγονταν στην πατρίδα του τη Θεσσαλία.
Αυτό, κατά την άποψή του, σήμαινε πως «η πανάρχαια αυτή αθλητική παράδοση, συνεχίζεται και σήμερα».
Η πάλη ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ανατολή και αποτελούσε τη δεύτερη φύση για τους Έλληνες του Ευξείνου Πόντου.
Σε κάθε πανηγυρική εκδήλωση η πάλη διατηρούσε την κορυφαία θέση.
Στις κατάμεστες από κόσμο αυλές των εκκλησιών και τις πλατείες, οι πιο ρωμαλέοι έδιναν το παρών, άλειφαν πριν από τον αγώνα τα κορμιά τους με λάδι, για να γλιστρούν, και μετά πάλευαν, μέχρι ο ένας να καταβάλει τον άλλο και η πλάτη του ν’ ακουμπήσει στο έδαφος.
Στο τέλος, η Εκκλησιαστική Επιτροπή έδινε στο νικητή ως έπαθλο, αμνοερίφιο ή μόσχο.
Από τους Έλληνες παρέλαβαν οι Οθωμανοί την πάλη και την ανήγαγαν σε εθνικό τους σπορ, με τους ονομαστούς «πεχλιβάνηδες».
Το 1870, ένας θρυλικός Έλληνας παλαιστής στην Αμισό (Σαμψούντα) του Πόντου, ο Κωνσταντίνος Θεοφυλακτίδης στην κεντρική πλατεία, μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, νίκησε το ίνδαλμα των Τούρκων, τον Μουσταφά Πεχλιβάν.
Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Από τη μία πλευρά της πλατείας οι Έλληνες ενθάρρυναν το ίνδαλμά τους τον Κώτσο, και από την άλλη οι Τούρκοι το δικό τους, τον Μουσταφά.
Οι Τούρκοι, μην αντέχοντας την ταπείνωση από την ήττα, όρμησαν από εκδίκηση εναντίον του Θεοφυλακτίδη και τον κατακρεούργησαν!
Οι Έλληνες τότε διαμαρτυρήθηκαν έντονα στις τοπικές Αρχές και ο απόηχος των διαμαρτυριών έφτασε στον σουλτάνο, ο οποίος –προς τιμήν του– διέταξε να βρεθούν αμέσως οι δράστες και να τιμωρηθούν!
Και πράγματι, πέντε ημέρες μετά, δύο τραμπούκοι συνελήφθησαν και πέρασαν από την αγχόνη.
Στα χρόνια της σκλαβιάς, ο αθλητισμός κυριαρχούσε στα βουνά, ανάμεσα στους αρματολούς και τους κλέφτες της Επανάστασης του 1821.
Στα όρη, τις χαράδρες και τα οροπέδια, τα παλικάρια συναγωνίζονταν μεταξύ τους στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδημα, στη σκοποβολή, και προπάντων στο λιθάρι.
«Οι κλέφτες έζων σκληρόν βίον και κατεγίνοντο εις τα όπλα και τας ασκήσεις. Εις την σκοποβολήν ήσαν θαυμάσιοι, τινές δε έτρεχον ταχύτερον του ίππου», μας πληροφορούν εγχειρίδια της εποχής.
Δημοτικό άσμα μαρτυρεί ότι στα σκλαβωμένα χριστιανικά ελληνικά χωριά πανηγύρια δεν γίνονταν χωρίς αθλητικούς αγώνες: «Σήμερα Δήμο Πασχαλιά, σήμερα πανηγύρι, τα παλικάρια στο χωριό, τ’ αγόρια στο λιθάρι, να πίνουν το κρύο το νερό και να γιορτάσουν τ’ Άη Γιωργιού να ρίξουν στο σημάδι…».
Ξένοι περιηγητές, όπως ο Γάλλος Πουκεβίλ, μας πληροφορούν ότι στην υπόδουλη Ελλάδα κυριαρχούσαν τα ανδρικά αγωνίσματα, όπως ο δρόμος, το άλμα και το λιθάρι, ενώ οι γυναίκες, κυρίως οι Μανιάτισσες, επιδίδοντο στο… σημάδι με πέτρες, για να αντιμετωπίζουν στις μάχες τους Τούρκους!
Ήταν οι αγωνίστριες της λευτεριάς. Στη σκλαβωμένη Ήπειρο του 1794, όπως μας πληροφορεί ο Γιαννιώτης ιερομόναχος Γρηγόριος Παλιουρίτης, οι νέοι, μετά το γλέντι στο πανηγύρι του Άη Γιώργη, μαζεύονταν σε επίπεδη έκταση για να τρέξουν το «στάδιο» και να επιδοθούν στην πάλη.
Αθλητικοί σύλλογοι με πλούσια δράση υπήρξαν στον Πόντο και στην Ιωνία, ενώ τα παμπάλαια «Λευκοφρύνια», με τους γυμνικούς και μουσικούς αγώνες στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, υπενθύμιζαν τις ρίζες των Ελλήνων.
Το 1824, η Δημογεροντία των Αθηνών διέταξε τους δασκάλους στο πρώτο σχολείο που άρχισε να λειτουργεί, να οδηγούν τους μαθητές στον τόπο των στρατιωτικών ασκήσεων και να επιδίδονται στο δρόμο οπλίτου και στις υπερπηδήσεις εμποδίων.
Ο αθλητισμός εμφανίζεται επισήμως στην ελεύθερη Ελλάδα το 1834, όταν με Διάταγμα του Όθωνα ιδρύεται το πρώτο Γυμναστήριο στο Ναύπλιο, με άλλο, του 1837, προβλεπόταν η διοργάνωση δημόσιων αγώνων (ιπποδρομιών, πάλης, δρόμων, δίσκου, αλμάτων, ακοντίου), ενώ θα ελάμβαναν χώρα στα σχολεία «εθνικοί χοροί και γυμνάσια τα οποία θέλουν εκτελείσθαι μετά μουσικής».
Το 1837 ο Δήμος Λετρίνων (Πύργου), «απεφάσισεν από του έτους 1838 την ανασύστασιν των Ολυμπιακών Αγώνων, τελούμενοι ανά τετραετίαν εις τον Πύργον».
Το φως της ακτινοβολούσας γειτονικής Ολυμπίας όμως, δεν αρκούσε και η προσπάθεια απέτυχε λόγω ανυπαρξίας οικονομικών πόρων…
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»