Όταν τα «Ευαγγελικά» αιματοκυλούσαν την Αθήνα
Όταν το Ευαγγέλιο στη Δημοτική θεωρήθηκε «αμαρτία»
Οι δημοτικιστές υπέστησαν κατά καιρούς απηνείς διώξεις, αλλά τον Νοέμβριο του 1901 την πλήρωσαν ακριβά οι… καθαρευουσιάνοι με τα «Ευαγγελικά».
Ήταν η κατάληξη της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική. Ήταν μία ιδέα της θρησκευόμενης βασίλισσας Όλγας, η οποία επισκεπτόμενη τραυματίες και ασθενείς σε νοσοκομεία, διαπίστωσε ότι ελάχιστοι καταλάβαιναν τα λόγια του Ευαγγελίου.
Μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, το ελληνικό κράτος με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Θεοτόκη προσπαθούσε να σταθεί και πάλι στα πόδια του, επιδιώκοντας τον εκσυγχρονισμό του, με ταυτόχρονη επούλωση των τραυμάτων. Ο βασιλεύς Γεώργιος περιόδευε τη χώρα για επαφή με το λαό, μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, ενώ η βασίλισσα Όλγα επισκεπτόταν τα νοσοκομεία για να παρηγορήσει τους τραυματίες του πολέμου.
Στις επισκέψεις αυτές, διαπίστωσε ότι ελάχιστοι κατανοούσαν τις περικοπές του Ευαγγελίου. Και καθώς ήταν θρησκευόμενη και ήθελε τη διάδοση και γνώση του Ευαγγελίου στο ευρύ κοινό, συνέλαβε την ιδέα και έκρινε πως η μετάφρασή του στην καθομιλουμένη θα αποτελούσε τη λύση του προβλήματος.
Τη σκέψη της κατέγραψε σε επιστολή που έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Προκόπιο –που εμφανίστηκε να μην αντιτίθεται– και στην Ιερά Σύνοδο, η οποία όμως απάντησε αρνητικά: «Η Ιερά Σύνοδος απέχει του εγκρίναι την υποβληθείσαν αυτή εν χειρογράφω μετάφρασιν του Ιερού Ευαγγελίου εν γλώσση δημώδη και τετριμμένη».

Η βασίλισσα ανακοίνωσε την επιθυμία της στη γραμματέα της, Ιουλία Καρόλου, που ανέλαβε να την υλοποιήσει. Σύμφωνος με τη βασίλισσα για τη σκοπιμότητα της μετάφρασης ήταν και ο καθηγητής του πανεπιστημίου και δάσκαλος των Ανακτόρων Ιωάννης Πανταζίδης. Έτσι, τυπώθηκαν τον Μάιο του 1901 χίλια μεταφρασμένα αντίτυπα του Ευαγγελίου και μοιράστηκαν σε νοσοκομεία και σχολεία. Η εξάντλησή τους ενεθάρρυνε την Όλγα, που προχώρησε και σε δεύτερη έκδοση.
Το διάστημα εκείνο, η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη δημοσίευσε μία άλλη μετάφραση του Ευαγγελίου, από τον Αλέξανδρο Πάλλη, που χρησιμοποιούσε τη «μαλλιαρή δημοτική» σε ακραίο σημείο! Μετέφραζε το Μυστικό Δείπνο σε «κρυφό τσιμπούσι», τω καιρώ εκείνω σε «μια φορά κι έναν καιρό», το πάτερ άφες αυτοίς σε «Παράτα τους μωρέ πατέρα…».
Η δημοσίευση αυτή ερέθισε τα πνεύματα και τα εξαγρίωσε όταν ο Πάλλης δημοσίευσε σκληρό άρθρο κατά του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ’ και θεολόγων καθηγητών του πανεπιστημίου που αντιτίθεντο στη μετάφραση. Αυτό ήταν και το έναυσμα. Οι εφημερίδες «Σκριπ», «Καιροί» και «Εμπρός» άρχισαν πολεμική εναντίον των δημοτικιστών, που τους αποκαλούσαν άθεους, προδότες, όργανα των Σλάβων, κυκλοφορώντας φήμες για δωροδοκίες με ρωσικά ρούβλια!
Στις 6 Νοεμβρίου, φοιτητές ξεκίνησαν από το πανεπιστήμιο διαδήλωση κατά της μετάφρασης του Ευαγγελίου, έφτασαν στα γραφεία της «Ακρόπολης», τα κατέστρεψαν και συγκρούσθηκαν με αστυνομικούς. Ακραία στοιχεία ζητούσαν τον αφορισμό της βασίλισσας και των μεταφραστών και τα επεισόδια άρχισαν να γενικεύονται.
Η αγαθή πρόθεση της Όλγας αλλά και το πείσμα της οδήγησαν σε μία εκρηκτική κατάσταση που η κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελέγξει. Η σύγκλητος του πανεπιστημίου στέλνει τον γραμματέα της Κωστή Παλαμά στην «Ακρόπολη», με υπόδειξη και αξίωση να ανακαλέσει τις ύβρεις, αλλά ο Γαβριηλίδης, παρά τη μεσολάβηση του κουμπάρου του Παλαμά, δεν πείθεται!
Τα επεισόδια συνεχίστηκαν την επομένη και κορυφώθηκαν στις 8 Νοεμβρίου, όταν οι οχυρωμένοι στο πανεπιστήμιο ένοπλοι φοιτητές αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν μεγάλο συλλαλητήριο, το οποίο η κυβέρνηση έσπευσε να απαγορεύσει δια της βίας. Ξέσπασαν νέα επεισόδια και οι οδοί Σταδίου και Κοραή μεταβλήθηκαν σε αληθινό πεδίο μάχης, λόγω της προσπάθειας των πεζοναυτών και του ιππικού να εμποδίσουν πορεία των φοιτητών προς τη Μητρόπολη.
Τρεις φοιτητές και οκτώ πολίτες βρήκαν το θάνατο, περισσότεροι από ογδόντα πολίτες και στρατιώτες τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία, ενώ κινδύνευσε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης! Τα θύματα θα ήταν περισσότερα αν δεν επενέβαινε ο βασιλιάς Γεώργιος, που διέταξε να αποσυρθεί ο στρατός και να εξαναγκάσει σε παραίτηση τον μητροπολίτη Προκόπιο. Την επομένη τα πνεύματα ηρέμησαν και ο πρωθυπουργός Θεοτόκης λογοδότησε στη Βουλή, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά στις 10 Νοεμβρίου υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία έγινε αποδεκτή.
Την ίδια ώρα γινόταν πάνδημος η κηδεία των θυμάτων με δαπάνες του Δήμου Αθηναίων, στο Μητροπολιτικό Ναό. Ακολούθησαν νέες διαδηλώσεις. Φοιτητές έκαψαν ένα μεταφρασμένο Ευαγγέλιο, φώναζαν συνθήματα κατά των μεταφραστών και σε ψήφισμα που εξέδωσαν, τόνιζαν: «Παρακαλούμε τον τε Σεπτόν Άνακτα και την Βουλήν του Έθνους να συστήσωσι τη Σεβαστή κυβερνήσει όπως ενεργήση προς ανεύρεσιν των αυτουργών των σφαγών της 8ης Νοεμβρίου».
Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»