Η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα | 881633 scaled

Το δημογραφικό αποτελεί, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ένα ζήτημα που «απασχολεί» γενικώς και αορίστως την ελληνική κοινωνία. Από καιρού εις καιρόν κάνει την εμφάνισή του στην επικαιρότητα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και εν συνεχεία επιστρέφει στο ερμάριό του, μέχρι να έρθει ξανά η ώρα και η στιγμή να δει φως της δημοσιότητας.

Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πως κανείς δε μοιάζει να το παίρνει στα σοβαρά ενώ άπαντες αρκούνται απλά και μόνο στο να το αναπαράγουν. Αυτό που ακόμα αρνούμαστε, κατά πως φαίνεται, να κατανοήσουμε ως χώρα είναι πως το δημογραφικό δεν είναι απλώς και μόνο κάτι γενικό και αόριστο αλλά ένα ζήτημα πολύ σημαντικό, που έχει άμεση σχέση με την καθημερινότητά μας ως λαός σε πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις.

Η μείωση των γεννήσεων στις χώρες του δυτικού κόσμου και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα αποτελεί παράγωγο της οικονομικής ευμάρειας και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής που γνώρισε ο πληθυσμός προ οικονομικής κρίσης. Η τελευταία έβαλε το δικό της λιθαράκι στο πρόβλημα αυτό ενώ συνδυαστικά με τη μετανάστευση και το προσφυγικό το διόγκωσαν.

Τρεις είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθυσμό μιας χώρας: α) οι γεννήσεις, β) οι θάνατοι και γ) η μετανάστευση. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν αλλιώς να χωριστούν σε δύο ισοζύγια, το «φυσικό» (γεννήσεις – θάνατοι) και το «μεταναστευτικό» (εισροές – εκροές).

Παρατηρώντας τα στοιχεία από το 1951 μέχρι και σήμερα ανακαλύπτουμε ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 το ισοζύγιο ήταν θετικό, δηλαδή υπήρχαν περισσότερες γεννήσεις παρά θάνατοι. Από εκείνο το σημείο και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 στο θετικό ισοζύγιο προστέθηκαν και οι μαζικές επιστροφές Ελλήνων μεταναστών από χώρες του εξωτερικού. Τις επόμενες δύο δεκαετίες το ισοζύγιο έγινε αρνητικό, καθώς οι γεννήσεις μειώθηκαν ενώ σταδιακά άρχισαν οι εισροές μεταναστών, κυρίως από τις γειτονικές χώρες του βορρά.

Οι συνθήκες ζωής είναι αυτές, που όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, προκάλεσαν τη μείωση των γεννήσεων. Κάτω από την ομπρέλα του όρου «συνθήκες» περιλαμβάνονται πολλοί παράγοντες όπως η μείωση των γάμων, η αύξηση των διαζυγίων και η ανάδειξη νέων μορφών συμβίωσης, που δημιουργούν νέα οικογενειακά πρότυπα. Για παράδειγμα, ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών έχει αυξηθεί, κυρίως ως αποτέλεσμα της αύξησης των διαζυγίων και, δευτερευόντως, λόγω της αύξησης των εκτός γάμου γεννήσεων. Το δε φαινόμενο αφορά κυρίως τις γυναίκες. Ο αριθμός αυτών που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους είναι πενταπλάσιος του αριθμού των αντρών. Οι εκτός γάμου γεννήσεις, αν και παραμένουν σε ένα χαμηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα επίπεδο, έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί ως απόλυτο μέγεθος τα τελευταία 25 χρόνια. Έτσι ενώ το ποσοστό των εκτός γάμου γεννήσεων ήταν 2% το 1990, το 2017 άγγιξε το 9%. Ταυτόχρονα το μέσο μέγεθος της οικογένειας μειώνεται, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο αριθμός των οικογενειών χωρίς παιδιά.

Η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα | 881632

Η έρευνα που είχε πραγματοποιήσει η «διαΝΕΟσις» σχετικά με τον πληθυσμό της Ελλάδας ως το 2050 είχε οδηγήσει στα εξής συμπεράσματα:

  • Ο πληθυσμός της Ελλάδας στο μέλλον θα μειωθεί σημαντικά.
  • Το 2050 ο πληθυσμός της χώρας υπολογίζεται ανάμεσα στα 10 εκατομμύρια (σύμφωνα με το πιο αισιόδοξο σενάριο) και τα 8,3 εκατομμύρια (στο πιο απαισιόδοξο).
  • Η ελάττωση του πληθυσμού θα κυμανθεί από περίπου 800 χιλιάδες μέχρι 2,5 εκατομμύρια άτομα.
  • Ο πληθυσμός της χώρας γερνάει. Η διάμεση ηλικία, που ήταν 26 έτη το 1951, και που είναι 44 έτη σήμερα, αναμένεται να αυξηθεί κατά 5 – 8 έτη.
  • Ο πληθυσμός των παιδιών σχολικής ηλικίας (από 3 – 17 ετών) θα μειωθεί από 1,6 εκ. σήμερα σε 1,4 εκ. (αισιόδοξο σενάριο) έως 1 εκ. (απαισιόδοξο σενάριο) το 2050, αφού πρώτα όμως πρώτα προηγηθεί μια έντονη διακύμανση τις δεκαετίες που θα μεσολαβήσουν.
  • Ο εν δυνάμει οικονομικά ενεργός πληθυσμός (δηλαδή όλοι οι πολίτες ηλικίας 20 – 69 ετών που δυνητικά θα μπορούσαν να δουλέψουν) θα μειωθεί από 7 εκ. το 2015 σε 4,8-5,5 εκ.
  • Ο πραγματικός οικονομικά ενεργός πληθυσμός θα μειωθεί από 4,7 εκ. το 2015 σε 3-3,7 εκ.

Τα παραπάνω ευρήματα με απλά λόγια φανερώνουν ότι η Ελλάδα θα επηρεαστεί σε τομείς όπως ο σχολικός πληθυσμός (δυσκολεύει ο σχεδιασμός σταθερής εκπαιδευτικής πολιτικής) και το εργατικό δυναμικό (θα μειωθεί κατά 1 – 1,5 εκ. ως το 2050). Ουσιαστικά κανένας μακροπρόθεσμος πολιτικός σχεδιασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν το μέγεθος και η σύσταση του πληθυσμού και κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς να υπολογίζει τον αριθμό των συνταξιούχων και το μέγεθος του εργατικού δυναμικού. Κοινώς, σε άμεσο κίνδυνο τίθεται η χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος υγείας. Εξάλλου, χάνοντας τη νεανικότητά του ένας πληθυσμός, υστερεί σημαντικά στην έρευνα και την καινοτομία, τομείς καθοριστικούς για την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.

Η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα | 600163

Η σκληρή αλήθεια είναι πως σήμερα η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα γερασμένη, καθώς το 22% των κατοίκων της είναι πλέον άνω των 65 ετών ενώ τα άτομα άνω των 85 υφίστανται σε ποσοστό 3,5%. Την ίδια στιγμή, για πρώτη φορά στη δημογραφική ιστορία της χώρας, ο πληθυσμός των ατόμων ηλικίας 0 – 14 ετών υπολείπεται αυτού των 65 ετών και άνω (το 2018 οι 65 ετών και άνω ήταν κατά 800.000 περισσότεροι από τα άτομα 0 – 14 ετών).

Κοιτώντας προς το μέλλον και κρίνοντας με βάση τα σημερινά κριτήρια και παράγοντες, το 2035 το ποσοστό των άνω των 65 ετών και των άνω των 85 ετών στο συνολικό πληθυσμό (20,9% και 2,8% αντίστοιχα το 2015), αναμένεται να κυμανθεί από 27,9% έως 27,7% για τους άνω των 65 ετών και 4,1% έως 4,5% για τους άνω των 85 ετών. Τα ποσοστά των νέων θα κυμανθούν από 11% έως 12,4% για τους 0 – 14 ετών και 15,8% έως 14,2% για τους 0 – 18 ετών.

Το 2050 το ποσοστό των άνω των 65 ετών και των άνω των 85 ετών στον συνολικό πληθυσμό, αναμένεται να κυμανθεί από 33,1% έως 30,3% για τους άνω των 65 ετών και 6,5% έως 4,9% για τους άνω των 85 ετών. Το 2050 το ποσοστό των νέων, από 0 έως 14 ετών, αναμένεται να κυμανθεί από 14,8% έως 12%. Για τους νέους 0 έως 18 ετών θα είναι 19% έως 15,4%.

Καθώς λοιπόν τα στοιχεία δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά για το μέλλον της χώρας πληθυσμιακά, η ερώτηση του «ενός εκατομμυρίου» είναι τι χρειάζεται να γίνει, ώστε αρχικά να μειωθεί το δημογραφικό πρόβλημα και εν συνεχεία το ισοζύγιο να γίνει και πάλι θετικό. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος, που θα επιτρέψει την υλοποίηση του επιθυμητού μεγέθους οικογένειας από τις νεότερες γενιές ζευγαριών. Ορισμένες λύσεις που προτείνονται για τη δημιουργία του εν λόγω περιβάλλοντος είναι οι ακόλουθες:

  • Πολιτικές απασχόλησης κυρίως για την προστασία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας.
  • Δημιουργία υποδομών φροντίδας παιδιών.
  • Επιδόματα, μέριμνα, στεγαστική πολιτική.
  • Προώθηση φορολογικών και άλλων κινήτρων.
  • Εκπαιδευτική πολιτική και σεξουαλική αγωγή.
  • Πολιτικές υγιούς και ενεργούς γήρανσης.
  • Μέτρα για την κοινωνική ένταξη μεταναστών / μεταναστριών και θετικές δράσεις για την ανάσχεση κι αντιστροφή του brain drain (μετανάστευση νέων πτυχιούχων στο εξωτερικό).
  • Δέσμη πρωτοβουλιών για την υγεία (υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και εθνικό σχέδιο δράσης για τις νεοπλασματικές ασθένειες).
  • Πολιτικές οδικής ασφάλειας.
  • Πολιτικές ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης.
Η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα | 4960083

«Γαλάζιες» πρωτοβουλίες

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη δείχνει για την ώρα να αντιμετωπίζει «ζεστά» το δημογραφικό, συγκριτικά με τους προκατόχους της, έχοντας το στα κορυφαία θέματα προς αντιμετώπιση. Ήδη έχει εξετάσει και έχει καταθέσει δέσμη μέτρων, ώστε να δώσει κίνητρα στα νέα ζευγάρια, με κορυφαίο όλων τη χορήγηση επιδόματος ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παιδί που θα γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2020. Το τελευταίο μάλιστα περιλαμβάνεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού που κατατέθηκε στη Βουλή. Το συνολικό ποσό που προϋπολογίζεται για το επίδομα του κάθε παιδιού που γεννιέται στις νέες οικογένειες, ανέρχεται στα 123 εκ. ευρώ, ενώ άλλα 12 εκ. αναμένεται να κοστίσει η μετάπτωση στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ για τα είδη βρεφικής ηλικίας και για τα κράνη ασφαλείας.

Αναλυτικότερα, στο προσχέδιο προβλέπεται:

  • Χορήγηση επιδόματος ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παιδί που θα γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2020, με εξαιρετικά διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια που καλύπτουν το 90% των οικογενειών.
  • Μετάπτωση στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ του 13% των ειδών βρεφικής ηλικίας και των κρανών ασφαλείας.
  • Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένων πλήρους απασχόλησης κατά περίπου μια μονάδα βάσης. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το σχέδιο η σταδιακή μείωση των εισφορών θα ξεκινήσει από το 2ο εξάμηνο του 2020, κατά το οποίο η μείωση θα φτάσει τη μια ποσοστιαία μονάδα σωρευτικά για εργαζόμενους και εργοδότες.
Η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα | 1080352

Άλλα μέτρα που είναι προγραμματισμένα από την Κυβέρνηση να θεσμοθετηθούν τους επόμενους μήνες είναι τα εξής:

  • Χορήγηση υποτροφιών για νέες μητέρες που είναι φοιτήτριες.
  • Για τις νέες μητέρες κάτω των 30 ετών θα δοθούν πρόσθετες παροχές, όπως επιπλέον μοριοδότηση για την ένταξη σε προγράμματα.
  • Για κάθε παιδί που δεν βρίσκει θέση σε δημοτικό παιδικό σταθμό, η οικογένειά του, εφόσον πληροί τα εισοδηματικά κριτήρια, θα λαμβάνει κουπόνι ύψους 180 ευρώ τον μήνα για 10 μήνες τον χρόνο, το οποίο θα μπορεί να εξαργυρώνει σε βρεφονηπιακό σταθμό της επιλογής της.
  • Δυνατότητα επιλογής του χρόνου κατά τον οποίο θα γίνει χρήση της άδειας εγκυμοσύνης και λοχείας. Ενδεικτικά: Η έναρξη της άδειας να γίνεται από 6 έως 2 εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού. Το τυχόν υπόλοιπο να μεταφέρεται μαζί με την άδεια λοχείας.
  • Κατόπιν διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους, να δοθεί μεγαλύτερη χρονικά άδεια σε μονογονεϊκές οικογένειες.
  • Επέκταση του ωραρίου των παιδικών σταθμών, με ποιοτικό πρόγραμμα και τις κατάλληλες υποδομές, ούτως ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εργαζόμενων γονέων.
  • Δημιουργία προγράμματος στήριξης όσων επιστρέφουν στην αγορά εργασίας έπειτα από διακοπή για την ανατροφή τέκνων ή τη βοήθεια ηλικιωμένων.
  • Θέσπιση καθεστώτος εμπιστευτικού τοκετού (ανώνυμη γέννα), για να εκλείψουν τα φαινόμενα επικίνδυνων τοκετών και εγκατάλειψης βρεφών. Το νεογέννητο θα μπορεί να δίδεται για υιοθεσία.
  • Καθώς ο τερματισμός της εγκυμοσύνης δεν αποτελεί εργαλείο οικογενειακού προγραμματισμού, θα υπάρξουν πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των ανεπιθύμητων κυήσεων, ειδικά μάλιστα των εφήβων και των νέων, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, ενημέρωση για τις αντισυλληπτικές μεθόδους και για τις επιλογές που έχει μια γυναίκα που αντιμετωπίζει ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, αλλά και η απρόσκοπτη πρόσβαση στη δωρεάν, νόμιμη και ασφαλή διακοπή της για όλες τις γυναίκες.
  • Ανάδειξη του ρόλου των δημόσιων μαιευτηρίων.
  • Επανεξέταση του πλαισίου της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για τα υπογόνιμα ζευγάρια.
  • Με νομοθετική παρέμβαση, θα επεκταθεί από τους 18 στους 24 μήνες μετά τον τοκετό η προστασία από απόλυση για τις εργαζόμενες μητέρες και θα καθιερωθούν η τηλε-εργασία και η ημιαπασχόληση στο Δημόσιο για τους νέους γονείς που το επιθυμούν.