Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Γεννημένη ένα κρύο πρωινό του Γενάρη, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, η Δήμητρα Μεσιμερλή αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί και είναι πτυχιούχος του τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μιλά πολύ καλά αγγλικά και γαλλικά. Το μπαλέτο και ο σύγχρονος χορός είναι η δεύτερη φύση της. Σκηνοθετεί, μεταφράζει και γράφει θεατρικά έργα. «Ξεχωρίζω την Υποκριτική γιατί, στη σκηνή, συντελείται κάθε βράδυ ένα μικρό θαύμα, ένα δημιούργημα που δε θα επαναληφθεί ποτέ ακριβώς το ίδιο.

Η επικοινωνία με τους θεατές, με τους συμπρωταγωνιστές, με τους τεχνικούς, είναι κάτι μαγικό», λέει. Έχει παίξει στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Τώρα σκηνοθέτησε και διασκεύασε το «Τάλγκο» από το ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη, στο θέατρο «Αλκμήνη». 

Κορίτσι από σπίτι, με γαλλικά, μπαλέτο και… πιάνο Δήμητρα;

«Με γαλλικά, μπαλέτο και τραγούδι, το πιάνο μού ξέφυγε! (γέλια) Η αλήθεια είναι πως μεγάλωσα όντως δίγλωσση, καθώς η μητέρα μου κατάγεται από Γαλλία, και με τον αδερφό μου μιλούσαμε και τις δύο γλώσσες από μικροί, αφού πήγαμε και σε γαλλόφωνο σχολείο. Μπαλέτο άρχισα στα 4-5 και το ακολούθησα για 17 χρόνια. Ο χορός με βοήθησε πάρα πολύ να απελευθερωθώ, να αποκτήσω υπομονή και επιμονή, να χαίρομαι με την εξέλιξη που παρατηρούσα στον εαυτό μου, και το οφείλω στη δασκάλα μου τη Ρίκα Τσιτσοπούλου, που μας έμαθε, εκτός από χορό, και πώς να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι». 

Τι σας τράβηξε στον κόσμο του Θεάματος;

«Από παιδί με πήγαινε η μητέρα μου στο θέατρο, και εντυπωσιαζόμουν με τα φώτα, τη σκηνή, τη μουσική. Και στο τέλος περίμενα να δω από κοντά τους ηθοποιούς και να τους ρωτήσω διάφορα. Επίσης, έκανα και μαθήματα Φωνητικής, καθώς και η φωνή είναι εργαλείο της δουλειάς μου. Όσον αφορά τη Σχολή, οι γονείς μου στηρίζουν τις αποφάσεις μου, αλλά ήθελαν κλασικά να περάσω σε μια πανεπιστημιακή σχολή. Έτσι, μόλις ανακάλυψα στην Α’ Λυκείου το Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών, το έβαλα στόχο και τα κατάφερα. Θυμάμαι ακόμα πόσα μόρια είχα γράψει στις Πανελλήνιες: 16.570! Δεν ξέρω τί ακριβώς με τράβηξε στο επάγγελμα αυτό, αλλά γνωρίζω ότι είναι μια εσωτερική ανάγκη, που, με ό,τι άλλο κι αν χρειαστεί να καταπιαστώ για βιοποριστικούς λόγους, πάντα θα είναι η βάση μου. Μεγάλη αδυναμία όμως, κι η συγγραφή έργων. Έχω γράψει 6 θεατρικά κείμενα και έχω διασκευάσει άλλα 3».

Στο Πανεπιστήμιο γράψατε, σκηνοθετήσατε και συμμετείχατε σε παραστάσεις σε διάφορους χώρους και θέατρα στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Πήρατε μέρος, επίσης, στο «Ουζερί Τσιτσάνης» την ταινία του Μανούσου Μανουσάκη, και τώρα στο «Κόκκινο Ποτάμι» του.

«Γράψαμε με τον τότε συμφοιτητή μου και νυν καλύτερό μου φίλο το “Coupling”, και ζητήσαμε να το ανεβάσουμε . Δεν είχε ξαναπάρει κανείς μια τέτοια πρωτοβουλία, αλλά το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Μετά από περίπου 3 χρόνια, συμμετείχαμε και σε ένα Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών στην Αθήνα, με το ίδιο έργο. Και ναι, όσο ήμουν στη Σχολή έγραψα, σκηνοθέτησα και συμμετείχα σε δύο παραστάσεις δικές μου. Η δεύτερη, το “4… Your Eyes Only”, ανέβηκε για ένα μήνα σε bar theatre Θεσσαλονίκης και επαναλήφθηκε στο “studio Ora”. Το 2017ο φίλος σκηνοθέτης, Στέλιος Σπινθουράκης, μου το ζήτησε και το ανέβασε στην Αθήνα, στο “Χώρο Τέχνης Ασωμάτων” στο Θησείο. Φέτος, παίζεται για 3η συνεχόμενη χρονιά! Υπέροχο συναίσθημα να ακούς το κείμενό σου και να βλέπεις μια φρέσκια ματιά νέων παιδιών στο έργο σου. Τους ευχαριστώ για την τιμή! Στο “Ουζερί Τσιτσάνης” συμμετείχα όσο ήμουν ακόμα στη Σχολή, γι’ αυτό χάρηκα τόσο πολύ πέρσι που με διάλεξε ο κος Μανουσάκης για το ρόλο της Isabelle στο “Κόκκινο Ποτάμι”. Είναι αγαπημένη μου δουλειά και δε θα ξεχάσω τα γυρίσματα στο Παρίσι, τα γέλια με τους συνεργάτες, την ευγένεια και το ήθος του Μανούσου. Αγαπώ τόσο το επάγγελμα που διάλεξα, που ακόμη κι αν υπάρξει κάτι δύσκολο, το κάνω να μοιάζει εύκολο!» 

Να έρθουμε τώρα στο βραβευμένο «Τάλγκο» του Βασίλη Αλεξάκη, που ανέβηκε στο θέατρο «Αλκμήνη» όπου συμπρωταγωνιστείτε με τον Μιχάλη Αλικάκο. 

«Το “Τάλγκο” μας, λοιπόν! Είναι τα αρχικά των λέξεων “Τρεν Αρτικολάδο Λιχέρο Γκουικοτσέα Οριόλ” στα ισπανικά, καθώς είναι το τρένο που συνδέει –μέχρι και σήμερα– το Παρίσι με τη Βαρκελώνη. Πριν περίπου 3 χρόνια, είδα την ταινία (σ.σ.: “Ξαφνικός έρωτας”) του Γ. Τσεμπερόπουλου και την ερωτεύτηκα. Διάβασα και το βιβλίο του Β. Αλεξάκη, στο οποίο βασίστηκε το σενάριο και είχα πάντα στο μυαλό μου ότι θέλω να το δω επί σκηνής. Είναι η ερωτική ιστορία της Ελένης και του Γρηγόρη, που γνωρίζονται τυχαία στην Αθήνα και αρχίζουν να αλληλογραφούν καθώς εκείνος μένει στο Παρίσι. Είναι και οι δύο παντρεμένοι… με άλλους. Πηγαίνουν για λίγες ημέρες στη Βαρκελώνη, όπου ζουν τον… ξαφνικό και παράφορο έρωτά τους, κρυφά. Η συνέχεια στο θέατρο “Αλκμήνη” κάθε Πέμπτη και Παρασκευή».

Είναι πιο δύσκολο με δύο μόνον ηθοποιούς επί σκηνής;

«Ίσα ίσα, άμα υπάρχει καλή συνεργασία νιώθεις μια ασφάλεια πως ό,τι και να γίνει, θα είναι δίπλα σου ο συνάδελφός σου. Εμείς με τοn Μιχάλη είμαστε συνεχώς επί σκηνής σε διαρκή ετοιμότητα. Χαίρομαι πάρα πολύ για τη συνεργασία μας, είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός, συνεπής και σοβαρός. Αντιμετώπισε εξ αρχής το ρόλο του, όπως ακριβώς του άρμοζε – με φινέτσα, με δόσεις χιούμορ, αλλά με τη λογική πάντα να κυριαρχεί. Είναι ευτυχής συγκυρία να τον σκηνοθετώ».

Η πιο σημαντική φράση του έργου;

«Κι όταν πάψω να ‘μαι ερωτευμένη μαζί σου, Γρηγόρη, να ξέρεις θα σ’ ευγνωμονώ που μου έκανες αυτό το δώρο, μ’ ανέβασες στα ίδια μου τα μάτια, μ’ έκανες να αισθάνομαι μοναδική. Όταν γεράσω και με ρωτήσουν τί σημαντικό συνέβη στη ζωή μου, αυτό θα έχω να λέω: ‘Μου έκαναν δώρο, κάποτε, λίγη παρισινή βροχή’»…