Ο Δημήτρης Κανέλλος είναι μία ζεστή φωνή του πενταγράμμου και ένας γνήσιος, αληθινός άνθρωπος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια, στον Πειραιά.

Στα 11 του διδάχθηκε μπουζούκι στο Πνευματικό Κέντρο Νίκαιας, στα 16 του άρχισε να τραγουδά και να παίζει κιθάρα σε μεζεδοπωλεία της γειτονιάς του, στα 20 του σπούδασε Φωνητική στο Εθνικό Ωδείο.

Εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, παράλληλα με το τραγούδι, εργάζεται και σε δουλειές της οικοδομής, κάτι που έκανε από παιδί. Τα τελευταία δέκα και παραπάνω χρόνια, δουλεύει ως επί το πλείστον με τον αδελφό του ως τζαμάς.

Στην οικοδομή τον πείραζαν και τον φώναζαν «Δημήτρη Παπαμιχαήλ» από τη σχετική ταινία του Παπαμιχαήλ. Σήμερα δεν έχουν δουλειές ούτε η οικοδομή ούτε η Μουσική. Έχει καλή σχέση με τα social media και αγαπά τη Γυμναστική.

Κύριε Κανέλλο, η λατρεία σας για τη Μουσική πότε ξεκίνησε;

«Από πολύ μικρή ηλικία. Θυμάμαι τη μητέρα μου να τραγουδάει κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού και εμένα να την κοιτώ μαγεμένος». 

Μεγαλώσατε σε μία οικογένεια χωρίς οικονομική άνεση και με τα δύο αδέλφια σας από μικροί δουλεύατε στην οικοδομή μαζί με τον πατέρα σας. Πόσο καλό σάς έκανε αυτή η εμπειρία για τη μετέπειτα εξέλιξή σας ως άνθρωπο;

«Με έκανε να πατάω γερά στα πόδια μου, να μην φοβάμαι τις δυσκολίες και να παίρνω ρίσκα». 

Τα πρώτα μουσικά σας βήματα από πού ξεκίνησαν;

«Στο Γυμνάσιο, στις σχολικές γιορτές, έδινα συχνά μουσικά το παρών. Ξεκίνησα να παίζω 15–16 χρόνων κιθάρα και μπουζουκάκι σε ταβερνάκια της Νίκαιας και του Κορυδαλλού, και σύντομα το έκανα επάγγελμα, σπουδάζοντας και στο Εθνικό Ωδείο».

Παρ’ όλη την επιτυχία σας εξακολουθείτε να μένετε στη Νίκαια. Άλλοι, μόλις καθιερωθούν, μετακομίζουν σε… ακριβά προάστια… 

«Τα μέρη αυτά, τα αγαπάω αληθινά. Έχουν μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά, γιατί κουβαλάνε μία ιστορία. Είναι γειτονιές όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Προσφυγικές ρίζες έχω και εγώ από τη μεριά του πατέρα μου. Κάπου από τα Δαρδανέλια. Συνεχίζω, λοιπόν, και μένω στη Νίκαια και απολαμβάνω την αίσθηση της γειτονιάς. Πηγαίνω με φίλους στα κουτούκια της Κοκκινιάς όπου μεγάλωσα, για κρασάκι και μεζέ, μαζεύονται φίλοι και από άλλες περιοχές της Αθήνας, και κάνουμε γλέντια. Αυτά, βέβαια, τώρα με τον κορωνοϊό έχουν κοπεί, αλλά ελπίζουμε να επιστρέψουν σύντομα!»

Είστε ταλαντούχος και πολύ αγαπητός, αλλά η επιτυχία δεν σας αλλοίωσε.

«Σας ευχαριστώ πολύ για τα όμορφά σας λόγια. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να μην ξεχνάω από πού ξεκίνησα και πολύ συχνά κάνω την αυτοκριτική μου». 

Και στην Αστόρια, στη Νέα Υόρκη, παίξατε, γιατί δεν μείνατε; Οι ομογενείς αγαπούν τους Έλληνες καλλιτέχνες και τα λεφτά είναι καλά…

«Ένας ατζέντης μού πρότεινε το 2001, μόλις είχα απολυθεί από φαντάρος, να πάω Αμερική. Καλά χρήματα, με αγκάλιασαν οι ομογενείς, αλλά δεν μπόρεσα να μείνω μακριά από την πατρίδα. Πέρσι κάναμε με τη Γλυκερία μία σειρά εμφανίσεων στην Αμερική και ήταν εκπληκτικά». 

Στο talent show «Rising Star» ενθουσιάσατε τους πάντες. Βοηθούν έναν καλλιτέχνη παρόμοιες εκπομπές ή είναι «στημένες»;

«Δεν μπαίνω ποτέ σε θεωρίες που δεν μπορώ να αποδείξω. Τα talent shows είναι ένας τρόπος να παρουσιάσεις σ’ ένα ευρύτερο κοινό τον εαυτό σου καλλιτεχνικά. Προσωπικά, μου έδωσε τη δυνατότητα να κυκλοφορήσω από τη Heaven μία δισκογραφική δουλειά σε ποίηση Φώντα Λάδη και μουσικές Μάνου Λοΐζου και Δημήτρη Λάγιου». 

Έχετε συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της Μουσικής. Ποια ήταν η καθοριστική στιγμή σας; Και ποιους από τους καλλιτέχνες θεωρείτε «δικούς» σας ανθρώπους – ή δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο χώρο σας;

«Από τις πιο σημαντικές στιγμές στη καριέρα μου ήταν η καλλιτεχνική μου συνεύρεση με το Θάνο Μικρούτσικο. “Δικό μου”, σίγουρα, άνθρωπο θεωρώ τον Φώντα Λάδη, με τον οποίο βρισκόμαστε πολύ συχνά». 

Μιλήστε μας για τη συνεργασία και τη σχέση σας με τον Θάνο Μικρούτσικο…

«Τον Θάνο τον γνώρισα στην άσχημη φάση της ζωής του, που έδινε μάχη με τον καρκίνο. Παρ’ όλα αυτά, με στήριξε ως νέο καλλιτέχνη τόσο σε συναυλίες όσο και με ανέκδοτα δικά του τραγούδια που μου εμπιστεύτηκε. Αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ, και όσο ζω, θα τον ευγνωμονώ». 

«Όσα ονειρευτήκαμε», ο τίτλος του άλμπουμ σας, σε ποίηση Άλκη Αλκαίου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου, Μίλτου Πασχαλίδη, Θύμιου Παπαδόπουλου και Μανώλη Ανδρουλιδάκη. Ονειρεύεστε ακόμη;

«Αλίμονο αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε όταν πετύχουμε ένα από τα όνειρά μας. Τα όνειρα οφείλουμε όσο ζούμε, να τα κυνηγάμε. Χωρίς όνειρα δεν υφίσταται ζωή».

Τελευταία κυκλοφόρησε από τη Minos – EMI/Universal το «Τα φιλιά», σε μουσική Μίμη Πλέσσα, που παίζει στο πιάνο και ο ίδιος, σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου. Πώς προέκυψε αυτός ο… γάμος;

«Ένα καλοκαιρινό βράδυ, εκεί που καθόμασταν στην πανέμορφη βεράντα του σπιτιού του μαέστρου με τη συνεργάτιδά μου Ελισάβετ Νικολαΐδου και ακούγαμε τραγούδια του παλιά κι αγαπημένα, η Λουκίλα (η λατρεμένη σύζυγός του), μου πρότεινε να πω “Τα φιλιά”, γιατί πίστευε πως μου ταιριάζει.

Έτσι κι έγινε, και τους ευχαριστώ και τους δύο μέσα από την καρδιά μου για την τιμή».

Όταν βρίσκεστε πάνω στη σκηνή, ποια τα συναισθήματά σας;

«Νιώθω πως χάνομαι στον κόσμο της μουσικής και των στίχων, και ταυτόχρονα με γεμίζει η επαφή μου με τον κόσμο».

Έχετε μια κορούλα, τι της μαθαίνετε ότι πρέπει να εκτιμά στη ζωή, μετά τις δικές σας δοκιμασίες;

«Ναι, έχω την αγάπη μου, το λουλούδι μου, τη Βικτώριά μου! Της μαθαίνω πως πρέπει να είναι δίκαιη ως άνθρωπος, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Να παλεύει για το δίκαιο και να μην το βάζει κάτω. Και όταν πέφτει, να ξανασηκώνεται». 

Ετοιμάζετε κάτι αυτόν τον καιρό;

«Ναι, κάτι πολύ όμορφο με έναν πολύ σημαντικό συνθέτη και έναν επίσης εξαιρετικό στιχουργό, που ακόμα δεν μπορώ να πω. Προσεχώς, όμως»!