ΤΗΣ ΕΣΜΕΡΑΛΔΑΣ ΑΓΑΠΗΤΟΥ

Ο Δημήτρης Βερύκιος είναι ένας εξαίρετος καλλιτέχνης με ήθος, ουσία και ταλέντο. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Έχει πρωταγωνιστήσει στο Θέατρο σε κωμωδίες και δράμα, σε κλασικό και μοντέρνο ρεπερτόριο, δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς με μεγάλους σκηνοθέτες.

Έχει συμμετάσχει σε κινηματογραφικές ταινίες, σε πολλές γνωστές τηλεοπτικές σειρές στην Αθήνα και την Κύπρο, στο ραδιόφωνο, σε διαφημίσεις, έχει κάνει μεταγλωττίσεις, και τα τελευταία δέκα χρόνια παρουσιάζει μουσικο-ποιητικές βραδιές. Την περίοδο αυτή σκηνοθετεί και δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας με τον φιλοσοφικό μονόλογο «Μέγας Ιεροεξεταστής» του Ντοστογιέφσκι, στη σκηνή του χώρου Τέχνης «Εκστάν», στα Πατήσια, κάθε Κυριακή.

Κύριε Βερύκιε, πώς ξεκίνησε η αγάπη σας για την Yποκριτική…

«Έως τα 11 μου δεν ήξερα καν τι είναι το Θέατρο, αφού το χωριό μου δεν είχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα… ώσπου ένας θείος μου, μου χάρισε ένα ραδιόφωνο. Από “Το Θέατρο στο ραδιόφωνο” ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου, που μεγάλωσε όταν πρωτοείδα τηλεοπτικά σίριαλ στη Λευκάδα, όπου πήγα 6τάξιο Γυμνάσιο. Στα χρόνια της εφηβείας μου ένιωθα καθαρά πως ο κόσμος του Θεάτρου είναι ο δικός μου κόσμος, τόσο που δεν έλεγα στους συμμαθητές μου ότι θα πάω για ηθοποιός, αλλά ότι είμαι ήδη ηθοποιός».

Σπουδάσατε στην Σχολή Ε. Χατζίκου και σκηνοθεσία στο Centro Cinematographico et Televisivo di Roma στην Ιταλία. Οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών στο είδος αυτό;

«Μεγάλες, κυρίως στη νοοτροπία και των δασκάλων και των σπουδαστών. Παλαιότερα, στη χώρα μας υπήρχε σοβαρότητα και μεράκι εκατέρωθεν, τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια όμως, έχει αντικατασταθεί από την προχειρότητα και μια απαράδεκτη ευκολία να χρίζονται δάσκαλοι Υποκριτικής ακατάλληλοι άνθρωποι, με μοναδικό κριτήριο τη δημοσιότητά τους και ιδιοτελή κίνητρα, που ευνοούν τις σχολές. Είναι μια εγκληματική κατάσταση που διαφθείρει και τους ενδιαφερόμενους αλλά και την ίδια την ουσία του Θεάτρου. Στην Ιταλία υπάρχει πιο προηγμένη κοινωνική κουλτούρα, δομές, παιδεία, έτσι που τα πράγματα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση».

Γιατί δεν μείνατε στη Ρώμη;

«Έμεινα 2 χρόνια και τη λάτρεψα και τη λατρεύω ακόμη! Ένιωθα πως εκεί θα ζούσα το υπόλοιπο της ζωής μου. Όμως, για προσωπικούς λόγους, έφυγα, ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος ενδοσκόπησης και αναζήτησης της ταυτότητάς μου, που με έκανε κάποια στιγμή να ανακαλύψω –εκτός των άλλων– ότι η χώρα που μου ταιριάζει είναι η Ελλάδα. Αποδέχτηκα τις ασχήμιες της και αγάπησα την Αθήνα όσο ποτέ». 

Διαθέτετε μεγάλη εμπειρία στο χώρο. Τηλεόραση, κινηματογράφος, θέατρο, ραδιόφωνο, διαφημίσεις, μεταγλωττίσεις, μουσικο-ποιητικές παραστάσεις, σκηνοθεσία. Αγαπάτε περισσότερο ποιο; Δύναμη ποιο σας δίνει;

«Με γοητεύει ο Κινηματογράφος, θα ήθελα να είχα κάνει περισσότερα και ελπίζω πως θα τα κάνω. Το Θέατρο, όμως, είναι ο έρωτάς μου. Αυτή η άμεση επικοινωνία και με το ρόλο αλλά και με το κοινό, όπως και το ολοζώντανο ρίσκο του, με συναρπάζει. Όσο για τις μουσικο-ποιητικές παραστάσεις μου, τα τελευταία 10 χρόνια, είναι η απέραντη αγάπη μου για την Ποίηση και η οργανωμένη από μέρους μου σύνδεσή της με τη Μουσική, που με αγαλλιάζει. Δύναμη, όμως, μου δίνει η αγάπη του κόσμου και πάνω απ’ όλα η Νίνα, η 11χρονη κόρη μου».

Πρωταγωνιστήσατε στην ιταλική ταινία «Isotta», που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1996, εμπειρία; 

«Συναρπαστική! Από τα γυρίσματα στη Νάπολη, έως και το Φεστιβάλ Βενετίας έζησα ένα παραμύθι. Εύχομαι να μου ξανασυμβεί και αυτό είναι πιθανό, αφού έχω πρόταση να πρωταγωνιστήσω σε ιταλική ταινία. Α, δεν σας είπα ότι από τότε μου έμεινε η ιταλική γλώσσα, την οποία και τελειοποίησα».

Στη σκηνή ξεχνάτε τα πάντα; Υπάρχει μόνον ο ήρωάς σας;

«Ναι, έχω, βέβαια, τον απαιτούμενο αυτοέλεγχο και την απόσταση από το ρόλο, που χρειάζεται, για να δώσει την αλήθεια του ρόλου».

Για εσάς τι σημαίνει ηθοποιός;

«Μια μοναδική ευκαιρία να “γίνω” ό,τι στην πραγματική ζωή μου δεν είμαι ή δεν θα γίνω ποτέ. Επίσης, με κάποιο μαγικό τρόπο με γεμίζει όσο τίποτε άλλο. Σε κάθε περίπτωση, σημαίνει να μπορείς να γίνεις η λάμπα που θα φωτίσει το κείμενο τόσο καλά, που θα φωτίσει και τους θεατές». 

Φέτος σκηνοθετήσατε και ερμηνεύετε το μονόλογο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής», που παίζεται κάθε Κυριακή στον Πολυχώρο ΕΚΣΤΑΝ, στα Πατήσια. Πείτε μας, για ποιο λόγο διαλέξατε αυτό το έργο;

«Τα κλασικά κείμενα με έλκουν με μια απίστευτη δύναμη, βρίσκω εκεί ό,τι με απασχολεί! Ο “Μέγας Ιεροεξεταστής” έχει τούτη τη δύναμη στον μέγιστο βαθμό αφού είναι, ίσως, το κορυφαίο φιλοσοφικό, και όχι μόνο, κείμενο των τελευταίων 200 ετών. Παρά τις κάποιες αμφιβολίες μου, για το αν έπρεπε να το ανεβάσω τώρα, σημαντικό ρόλο στην τελική μου απόφαση έπαιξε η γνωριμία μου με τον Σταύρο Παργινό, που η ομοιότητά του με τον Χριστό, σε συνδυασμό με τη μουσική του ιδιότητα του τσελίστα, μου ολοκλήρωσαν τη σκηνοθετική άποψη που είχα.

Όσο για την υπόθεση, εκτυλίσσεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας του 15ου αιώνα, με τον Ιησού Χριστό να επανεμφανίζεται στη Γη και τον Μέγα Ιεροεξεταστή να τον συλλαμβάνει, αποφασισμένος να τον κάψει σαν τον “χειρότερο αιρετικό”. Ένας μονόλογος 70 λεπτών πέρα από κάθε περιγραφή, με τον Χριστό βουβό σε όλη τη διάρκεια, αλλά να κρατάει την τελευταία μνημειώδη κίνηση, που δεν πρέπει να αποκαλύψουμε»…

Τι αγαπάτε, τι απεχθάνεστε, τι επιβραβεύετε;

«Αγαπώ τη ζωή και τους αυθεντικούς ανθρώπους! Απεχθάνομαι την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Επιβραβεύω την ειλικρίνεια και την καλοσύνη»!

-Μια ευχή σας; 

«Εδώ και 11 χρόνια έχω μια ευχή: Να είναι η Νίνα μου καλά, να ζήσει μια υπέροχη ζωή όπως τη θέλει, κι εγώ να ζήσω όσο γίνεται περισσότερο για να την απολαύσω»!