Τα υπάρχοντα μοντέλα που προβλέπουν την αύξηση της στάθμης της θάλασσας βασίζονται στην υπόθεση ότι το λιώσιμο των πάγων στην Ανταρκτική συμβαίνει με σταθερό ρυθμό. Η υπόθεση αυτή είναι ωστόσο λανθασμένη, όπως διαπίστωσαν σε έρευνά τους επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Οχάιο, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Geophysical Research Letters.

Δεδομένα βαρυτικού πεδίου

Οι ερευνητές βασίστηκαν σε δεδομένα που είχαν συλλεχθεί από το σύστημα GRACE της NASA, το οποίο κατέγραφε μέχρι πρότινος τις «ανωμαλίες» που παρατηρούνταν στο βαρυτικό πεδίο της Γης, οι οποίες υποδεικνύουν με ποιον τρόπο είναι κατανεμημένη η μάζα στον πλανήτη και πώς αυτή η κατανομή αλλάζει στο πέρασμα του χρόνου.

Η ανάλυση των δεδομένων αυτών κατέδειξε ότι οι προβλέψεις σχετικά με την αύξηση της στάθμης της θάλασσας δεν είναι ακριβείς, αφού η μάζα των ηπειρωτικών παγετώνων στους πόλους εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες οι οποίες επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή κάθε χρονιά. Έτσι, παραδείγματος χάριν, μία χρονιά με μεγάλη χιονόπτωση ενδέχεται να αυξήσει τη μάζα του πάγου στην Ανταρκτική ενώ αλλαγές στην ατμόσφαιρα ή στις παρακείμενες θαλάσσιες μάζες κάποια άλλη χρονιά ενδέχεται να συμβάλουν στη μείωση της μάζας αυτής. «Το κάλυμμα πάγου δεν αλλάζει με σταθερό ρυθμό», σημείωσε ο πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης Λέι Γουάνγκ, συμπληρώνοντας ότι «μακράν του να είναι γραμμική, η αλλαγή αυτή γίνεται με δυναμικό τρόπο: η ταχύτητα της τήξης του πάγου αλλάζει σε συνάρτηση με τον χρόνο».

Πιο ακριβείς προβλέψεις

Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, το γεγονός ότι ο ρυθμός μείωσης της μάζας πάγου διαφέρει χρόνο με τον χρόνο, δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι πάγοι λιώνουν: αυτό συμβαίνει, αλλά όχι με σταθερό ρυθμό. Παραδείγματος χάριν, στο διάστημα 2016 με 2018 η μάζα του πάγου στην Δυτική Ανταρκτική αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα λόγω μίας έντονης χιονόπτωσης. Παράλληλα ωστόσο, το κάλυμμα πάγου στην Ανατολική Ανταρκτική συρρικνώθηκε εξαιτίας της τήξης.

Τα αποτελέσματα αυτά θα συμβάλουν στη δημιουργία μοντέλων μεγαλύτερης ακρίβειας ώστε οι επιστήμονες να προβλέπουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.