Του Γιάννη Χαλκιαδάκη

Για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης, αναφέρθηκε ο Υπουργός Οικονομικών Χρήστος  Σταϊκούρας, στη  τοποθέτησή του στο Economist, εκτιμώντας ότι ο ρυθμός ανάπτυξης το 2019 θα είναι υψηλότερος από τις προβλέψεις.

«Καλύψαμε τα δημοσιονομικά κενά, καταργήσαμε τα capital controls, δημιουργήσαμε στέρεες βάσεις, ώστε το 2020 να είναι καλύτερο έτος για την οικονομία», είπε εχθές ο κ. Σταϊκούρας, στην ομιλία του.  

Παρόντες στο πρώτο πάνελ, ήταν ο editor  Daniel Franklin, και  οι   διευθύνοντες  σύμβουλοι της Τραπέζης Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, του Ομίλου Ελλάκτωρ  Αναστάσιος Καλλιτσάντσης, και των Ελληνικών Πετρελαίων Ανδρέας Σιαμίσιης, οι οποίοι και αντήλλαξαν απόψεις.

Συνεχίζοντας ο επικεφαλής του Υπουργείου Οικονομικών χαρακτήρισε ως στοίχημα για την κυβέρνηση να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε στις επενδύσεις τα τελευταία 10 χρόνια, λέγοντας πως «η Ελλάδα έθεσε ήδη σε όλα τα επίπεδα την ατζέντα του 2020»

Ο ίδιος μίλησε για την  αξιοποίηση των ANFAs και SMPs για επενδυτικές πρωτοβουλίες, τη πιθανότητα μείωσης της εισφοράς αλληλεγγύης εκτός προϋπολογισμού το 2020 εφόσον επιτευχθεί ο στόχος στο πρωτογενές πλεόνασμα και τη μεταφορά του υπερπλεονάσματος στο επόμενο έτος.

Στο πλαίσιο αυτό προέβλεψε ότι η κυβέρνηση θα διασφαλίσει επιπλέον δημοσιονομικό χώρο για το 2021. Μάλιστα, απαντώντας σε  ερώτηση της «vradini.gr», για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, από τον οίκο αξιολόγησης Fitch, στο περιθώριο  της εκδήλωσης, ο κ.  Σταϊκούρας  επισήμανε πως «Η αναβάθμιση αυτή αντανακλά την βελτίωση των προοπτικών, την ενίσχυση της σταθερότητας και την τόνωση της εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου».

Από την πλευρά του, ο Yπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνις Γεωργιάδης σε αντίστοιχη ερώτηση  σημείωσε πως «Η αναβάθμιση αυτή είναι ιδιαίτερα θετική για την οικονομία και τη χώρα».

Παίρνοντας τον λόγο ο κ. Μεγάλου, διέβλεψε για το 2020 στην ελληνική οικονομία, ανάπτυξη από 2,5% έως 3%, λέγοντας πως είναι σημαντικό το ότι έχουμε μια κυβέρνηση  σαν τη σημερινή, με καθαρή πλειοψηφία, που είναι μεταρρυθμιστική και φιλική στην αγορά.

Ωστόσο, τόνισε  την ανάγκη για επενδύσεις «και από ξένους και από Έλληνες», διαμηνύοντας ότι οι τράπεζες είναι πλέον σε θέση να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.

Επίσης εξέφρασε  την ικανοποίηση  του για την πορεία των επιτοκίων «όχι μόνο στα κρατικά αλλά και στα ιδιωτικά ομόλογα», και επεσήμανε την προσπάθεια μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 30 δις το 2020, προσθέτοντας πως  η Τράπεζα Πειραιώς, έχει σαν στόχο να στηρίξει με δάνεια συνολικού ύψους 5 δις. ευρώ την αγορά.

Κατόπιν ο κ. Καλλιτσάντσης, διευκρίνισε ότι η  Ελλάδα μπαίνει ξανά στο ραντάρ των επενδυτών, ωστόσο, εξακολουθεί να διατηρεί ένα δαιδαλώδες σύστημα δημόσιας διοίκησης.

Όπως είπε, η Ελλάδα ωρίμασε πολύ μέσα από την κρίση, «αν και όχι όσο θα έπρεπε», ωστόσο παραδέχθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα υπουργεία πλέον συνεργάζονται μεταξύ τους

Ο ίδιος μίλησε για την ανάγκη αύξησης των συγχρηματοδοτούμενων έργων από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα  σε υποδομές στην Ελλάδα.

Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε με ικανοποίηση στην τελευταία έκδοση ομολόγου, 70 εκατ. ευρώ, της Ελλάκτωρ, λέγοντας πως : «είχε τετραπλάσια ζήτηση και η ελληνική συμμετοχή διαμορφώθηκε μόλις στο 25%». 

Ολοκληρώνοντας  τη συζήτηση σε αυτό το πάνελ, ο κ.  Σιαμίσιης, συμπέρανε  πως οι  ξένοι επενδυτές αντιμετωπίζουν πλέον ένα πιο φιλικό περιβάλλον στην Ελλάδα, η οποία όμως δίνει περιορισμένες επιλογές για επενδύσεις, γεγονός που συνιστά δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

«Δεν φτάνουν τα έργα για την ανάπτυξη, πρέπει να φτιάξουμε και παραγωγική βάση, είτε βιομηχανία, είτε υπηρεσίες, είτε τεχνολογία. Αυτό είναι το στοίχημα», είπε  χαρακτηριστικά. 

Ο ίδιος εξέφρασε την εκτίμηση ότι, παρά τη στροφή στην πράσινη ενέργεια, τα επόμενα χρόνια το 50% των αναγκών θα εξακολουθεί να καλύπτεται από υδρογονάνθρακες, γεγονός που δίνει χρόνο στις πετρελαιοβιομηχανίες να κάνουν τη μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας.