Απάτη με χρυσές λίρες: Οι Ρομά δήλωναν μηδενικό φορολογικό εισόδημα, αλλά είχαν βίλες και πολυτελή αυτοκίνητα (εικόνες)
Χρησιμοποιούσαν περισσότερα από ένα αυτοκίνητα, τα οποία άλλαζαν σχετικά συχνά-Πραγματοποιούσαν μεταβιβάσεις ή αγοραπωλησίες οχημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα
Στη δικογραφία που έχει σχηματίσει η Ελληνική Αστυνομία για τα μέλη της ισχυρής οικογένειας Ρομά, που εμπλέκονται στη μεγάλη απάτη με τις χρυσές λίρες, περιλαμβάνονται ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία αφορούν το οικονομικό προφίλ που δήλωναν στις φορολογικές αρχές.
Συγκεκριμένα, τα περισσότερα από τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα σε Λάρισα και Αθήνα, που έχουν προφυλακιστεί μετά τις απολογίες τους, εμφανίζονταν στις φορολογικές δηλώσεις τους με μηδενικά ή ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα, τα οποία δεν συνάδουν με τον τρόπο ζωής που φέρονται να είχαν στην πραγματικότητα.
Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις δήλωναν ότι βρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής ένδειας, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ακόμη και ως «σκηνίτες» ή άστεγους, ενώ παράλληλα είχαν και σημαντικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο που έφταναν δεκάδες χιλιάδες ευρώ.

Η αστυνομική έρευνα, ωστόσο, έδειξε ότι ο τρόπος ζωής της ήταν εντελώς διαφορετικός και αντίθετος με τα όσα δήλωναν στις φορολογικές αρχές.
Όπως προκύπτει, συγκεκριμένα, από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ορισμένα από τα πρόσωπα της οικογένειας διέμεναν σε μεγάλα ακίνητα και πολυτελείς κατοικίες.

Ενδεικτικά, ένα από τα μέλη φέρεται να κατοικούσε σε μεζονέτα που εκτείνεται σε δύο οικόπεδα συνολικής επιφάνειας άνω των 16.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ άλλος συγγενής διέμενε σε μονοκατοικία που βρίσκεται σε οικόπεδα συνολικής έκτασης εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων.
Παράλληλα, οι αρχές εντόπισαν και σημαντικό αριθμό οχημάτων υψηλής αξίας που σχετίζονται με τα πρόσωπα της έρευνας.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται μοντέλα πολυτελών αυτοκινήτων, όπως BMW, Mercedes, Porsche και άλλα παρόμοια οχήματα, τα οποία σύμφωνα με τα στοιχεία είτε βρίσκονταν στην κατοχή τους είτε είχαν μεταβιβαστεί κατά το παρελθόν σε τρίτα πρόσωπα.
Από το υλικό της έρευνας προκύπτει, επίσης, ότι τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούσαν περισσότερα από ένα αυτοκίνητα, τα οποία άλλαζαν σχετικά συχνά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να πραγματοποιούσαν μεταβιβάσεις ή αγοραπωλησίες οχημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι κινήσεις αυτές εξετάζονται από τις αρχές και υπό το πρίσμα της πιθανής απόκρυψης της προέλευσης των χρημάτων, (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) μέσω αγορών και μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων.

Αστυνομικές πηγές τονίζουν πως σε ορισμένες περιπτώσεις χρηματικά ποσά έμπαιναν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και στη συνέχεια πραγματοποιούνταν άμεσα ηλεκτρονικές πληρωμές ή αγορές, πρακτική που σύμφωνα με τις αρχές συναντάται συχνά σε υποθέσεις οικονομικών εγκλημάτων.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές όλα αυτά τα στοιχεία που συγκέντρωσε η αστυνομική έρευνα συνθέτουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από το οικονομικό προφίλ που εμφανιζόταν στις φορολογικές δηλώσεις, η οποία ενισχύει τις υποψίες ότι τα πραγματικά έσοδα των εμπλεκομένων ενδέχεται να προέρχονταν από δραστηριότητες που δεν είχαν δηλωθεί στις αρμόδιες αρχές.
