Γιατί η Σαουδική Αραβία κρατά το κλειδί για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους
Η θέση του Ριάντ στον αραβικό και τον ισλαμικό κόσμο έχει καθοριστική βαρύτητα όσον αφορά την προοπτική εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ
Σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, η δημιουργία ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους εξακολουθεί να αποτελεί το κεντρικό και καθοριστικό ζήτημα της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης.
Πόλεμοι έχουν διεξαχθεί, ειρηνευτικές συμφωνίες έχουν υπογραφεί και πολυάριθμες διπλωματικές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί, ωστόσο το θεμελιώδες αυτό στρατηγικό ζήτημα παραμένει άλυτο.
Σήμερα, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και τη διαμόρφωση μιας διαρκούς ειρηνευτικής συμφωνίας με το Ισραήλ.
Η προσήλωσή της στο ζήτημα αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη χορηγία της για τη δημιουργία, το 2024, της Παγκόσμιας Συμμαχίας για την Εφαρμογή της Λύσης των Δύο Κρατών (Global Alliance for the Implementation of the Two-State Solution), η οποία συνεδριάζει στη Ρώμη.
Ο βασιλιάς Σαλμάν και ο διάδοχος του θρόνου, πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ακολουθούν τη στρατηγική που χάραξαν οι προκάτοχοί τους στον σαουδαραβικό θρόνο.
Για περισσότερο από μισό αιώνα, το βασίλειο διατηρεί μια αξιοσημείωτα σταθερή στάση.
Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ εάν η ειρήνη με το Ισραήλ είναι εφικτή, αλλά εάν έχουν διαμορφωθεί οι πολιτικές προϋποθέσεις που θα την καθιστούσαν συνολική, νομιμοποιημένη και μη αναστρέψιμη.
Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, η αναγνώριση του Ισραήλ και η ίδρυση ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους θεωρούνται δύο παράλληλες συνιστώσες μιας ενιαίας συνολικής διευθέτησης.
Καμία από τις δύο δεν προορίζεται να προηγηθεί της άλλης, ξεκαθαρίζει ο Ναουάφ Ομπέιντ, πολιτικός αναλυτής από το King’s College του Λονδίνου στο Al Jazeera.
Η συγκεκριμένη στρατηγική θεμελιώθηκε επί βασιλείας του βασιλιά Φαϊζάλ, ο οποίος ανέδειξε το δικαίωμα των Παλαιστινίων στην αυτοδιάθεση σε βασικό πυλώνα της εθνικής πολιτικής ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας.
Οι διάδοχοί του διατήρησαν αυτή την αρχή, προσαρμόζοντας παράλληλα τη διπλωματική της έκφραση στις μεταβαλλόμενες περιφερειακές συνθήκες. Ο στρατηγικός στόχος παρέμεινε αμετάβλητος, ακόμη και όταν το διπλωματικό περιβάλλον εξελισσόταν.
Το Σχέδιο Φαχντ του 1981, που έλαβε το όνομά του από τον τότε πρίγκιπα και μετέπειτα βασιλιά Φαχντ, μετέτρεψε αυτή τη στρατηγική σε επίσημη ειρηνευτική πρόταση, ζητώντας την αποχώρηση του Ισραήλ από τα κατεχόμενα αραβικά εδάφη και την αναγνώριση των εθνικών δικαιωμάτων των Παλαιστινίων.
Δύο δεκαετίες αργότερα, ο τότε διάδοχος και μετέπειτα βασιλιάς Αμπντάλα ανέπτυξε περαιτέρω την ίδια στρατηγική λογική μέσω της Αραβικής Ειρηνευτικής Πρωτοβουλίας του 2002.
Στο Ισραήλ προσφέρθηκαν συνολική ειρήνη και πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, με αντάλλαγμα την αποχώρησή του από τα εδάφη που κατέλαβε το 1967 και την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.
Η σημερινή σαουδαραβική ηγεσία δεν κληρονομεί, επομένως, μια αμφιλεγόμενη ή ανολοκλήρωτη πολιτική, αλλά μια παγιωμένη στρατηγική αντίληψη.
Η ευθύνη της είναι να κρίνει κατά πόσο το σημερινό διπλωματικό περιβάλλον μπορεί, επιτέλους, να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες εδώ και δεκαετίες.
Η διαχρονική αυτή συνέχεια αντανακλά και ένα ευρύτερο ζήτημα κρατικής νομιμοποίησης. Για τη σαουδαραβική μοναρχία, η στήριξη της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης δεν υπήρξε ποτέ απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Έχει εξελιχθεί σε έναν από τους διαρκείς πυλώνες της πολιτικής και θρησκευτικής νομιμοποίησης του βασιλείου, θεμελιωμένο στον ρόλο του μονάρχη ως Θεματοφύλακα των Δύο Ιερών Τεμενών, αλλά και ενισχυμένο από τη διαχρονική θέση της Σαουδικής Αραβίας τόσο στον αραβικό όσο και στον ισλαμικό κόσμο.
Η σημασία αυτής της διαχρονικής συνέχειας έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020.
Με την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς και του Μπαχρέιν –στις οποίες προσχώρησαν αργότερα το Μαρόκο και το Σουδάν– οι συμφωνίες απέδειξαν ότι η εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και αραβικών κρατών μπορούσε να προχωρήσει ακόμη και χωρίς πρόοδο στο ζήτημα της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.
Αναδιαμόρφωσαν το περιφερειακό διπλωματικό τοπίο, χωρίς όμως να επιλύσουν το Παλαιστινιακό ούτε να ολοκληρώσουν τη συνολική ειρηνευτική διαδικασία.
Οι διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο που εξακολουθεί να λείπει.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ θα μπορούσαν να διευρυνθούν και χωρίς το Ριάντ, δεν θα μπορούσαν όμως να αποκτήσουν την πλήρη στρατηγική τους σημασία χωρίς τη συμμετοχή του βασιλείου, συνεχίζει το ίδιο δημοσίευμα του Al Jazeera.
Η κυβέρνηση Τραμπ έθεσε εκ νέου την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ στο επίκεντρο της περιφερειακής της διπλωματίας. Ωστόσο, αυτή η διπλωματική προσπάθεια πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της νέας πραγματικότητας που διαμορφώθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου.
Ο πόλεμος στη Γάζα δημιούργησε ένα εντελώς νέο διπλωματικό περιβάλλον.
Η μεταγενέστερη πρωτοβουλία για κατάπαυση του πυρός και η σύσταση του Συμβουλίου Ειρήνης (Board of Peace) εισήγαγαν ένα πλαίσιο που αποσκοπεί στον τερματισμό της σύγκρουσης, τη σταθεροποίηση της περιοχής και την έναρξη της ανοικοδόμησης.
Η σημασία αυτών των πρωτοβουλιών δεν έγκειται στην αντικατάσταση μιας πολιτικής διευθέτησης, αλλά στη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να καταστήσουν μια τέτοια συμφωνία εφικτή.
Για τη Σαουδική Αραβία, ωστόσο, η βασική πολιτική προϋπόθεση παραμένει αμετάβλητη: Η πραγματική και αμετάκλητη ίδρυση ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους.
Η θέση αυτή στηρίζεται σε αλληλένδετους πολιτικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς παράγοντες.
Ο μονάρχης δεν κυβερνά μόνο ως αρχηγός του κράτους, αλλά και ως Θεματοφύλακας των Δύο Ιερών Τεμενών, ένας θεσμικός ρόλος που του προσδίδει ιδιαίτερο θρησκευτικό κύρος σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με την αναγνώριση του Ισραήλ θα απαιτούσε όχι μόνο πολιτική συναίνεση, αλλά και ευρεία θρησκευτική νομιμοποίηση.
Μια τέτοια νομιμοποίηση δεν θα μπορούσε να βασιστεί αξιόπιστα σε υποσχέσεις για μελλοντικές διαπραγματεύσεις· θα προϋπέθετε την πραγματική ίδρυση ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους.
Η ευρύτερη επιρροή του βασιλείου ενισχύει περαιτέρω αυτή τη θέση.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει μακράν τη μεγαλύτερη οικονομία του αραβικού κόσμου, παράγοντας περίπου το ένα τρίτο του συνολικού αραβικού οικονομικού προϊόντος.
Είναι η μοναδική αραβική χώρα που συμμετέχει στην Ομάδα των G20, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές δυνάμεις παγκοσμίως και είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο.
Παράλληλα, λειτουργεί ως ο βασικός οικονομικός κινητήρας της Μέσης Ανατολής.
Σε συνδυασμό με το θρησκευτικό της κύρος, τα στοιχεία αυτά προσδίδουν στις αποφάσεις της βαρύτητα που υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο μιας διμερούς διπλωματικής σχέσης.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα εκτείνονταν πολύ πέρα από τα όρια του ίδιου του βασιλείου.
Αρκετά σημαντικά αραβικά κράτη, μεταξύ των οποίων ο Λίβανος, η Συρία, το Ιράκ και η Αλγερία, εξακολουθούν να μην αναγνωρίζουν το Ισραήλ.
Οι αποφάσεις τους είναι κυρίαρχες και ανεξάρτητες, ωστόσο μια σαουδαραβοϊσραηλινή συμφωνία που θα βασιζόταν στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους θα μεταμόρφωνε το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις.
Ο Λίβανος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Ουάσιγκτον ενθαρρύνει τη Βηρυτό να προχωρήσει στη σύναψη επίσημων σχέσεων με το Ισραήλ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας σταθεροποίησης των ισραηλινολιβανικών συνόρων.
Ωστόσο, το εσωτερικό πολιτικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής θα ήταν εντελώς διαφορετικό εάν προηγούνταν μια συμφωνία με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας, θεμελιωμένη στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.
Η ίδια λογική επεκτείνεται και στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο. Χώρες με σημαντική επιρροή, όπως το Πακιστάν, η Ινδονησία, το Μπανγκλαντές και η Μαλαισία, δεν έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ, επειδή το Παλαιστινιακό παραμένει άλυτο.
Μια συμφωνία που θα γινόταν αποδεκτή από τον Θεματοφύλακα των Δύο Ιερών Τεμενών και θα συνοδευόταν από την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους θα ασκούσε ισχυρή πίεση στις κυβερνήσεις αυτές να επανεξετάσουν τη στάση τους.
Θα αίρονταν, ουσιαστικά, τα σημαντικότερα πολιτικά και θρησκευτικά εμπόδια που μέχρι σήμερα αποτρέπουν την αναγνώριση του Ισραήλ.
Αυτό είναι, τελικά, το στοιχείο που διαφοροποιεί τη Σαουδική Αραβία από τις προηγούμενες Συμφωνίες του Αβραάμ. Η συμμετοχή της δεν θα αποτελούσε απλώς μια ποσοτική διεύρυνση της διαδικασίας εξομάλυνσης, αλλά μια ποιοτικά διαφορετική εξέλιξη, με πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές προεκτάσεις σε ολόκληρο τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.
Το κατά πόσο η σημερινή διπλωματική διαδικασία θα καταφέρει τελικά να οδηγηθεί σε αυτό το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο.
Το Ισραήλ, οι Παλαιστίνιοι, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και ορισμένες κυβερνήσεις της περιοχής έχουν όλοι καθοριστικό ρόλο να διαδραματίσουν.
Η τελική απόφαση της Σαουδικής Αραβίας, ωστόσο, βρίσκεται στα χέρια του βασιλιά Σαλμάν και του διαδόχου του θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Στο πλαίσιο της στρατηγικής αντίληψης που έχουν κληρονομήσει, η ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και η αναγνώριση του Ισραήλ δεν αποτελούν διαδοχικά βήματα, αλλά δύο παράλληλες και αλληλένδετες υποχρεώσεις.
Καμία από τις δύο δεν μπορεί να αποκτήσει διαρκή νομιμοποίηση χωρίς την άλλη, καταλήγει ο Ναουάφ Ομπέιντ στο άρθρο του στο Al Jazeera.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.