Οι συλλέκτες διασώζουν την πολιτιστική και ιστορική μνήμη της Ελλάδας

Η «Βραδυνή της Κυριακής» μπαίνει στον ξεχωριστό κόσμο των συλλεκτών

🎙️ Άκουσε το άρθρο

Ήταν αρχές Μαρτίου όταν το υπουργείο Πολιτισμού έδωσε στη δημοσιότητα φωτογραφίες-ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η Συλλογή Χόιερ είχε μεταβιβαστεί στο ελληνικό κράτος, φέρνοντας στο φως υλικό ιδιαίτερης ιστορικής βαρύτητας.

Οι εικόνες άλλων εποχών δεν αποτελούν απλώς ιστορικά τεκμήρια. Είναι φορείς μνήμης. Στιγμές από το παρελθόν που εξακολουθούν να συνομιλούν με το παρόν. Με αφορμή τη δημοσιοποίηση του ιστορικού υλικού από την εκτέλεση των 200, η «Βραδυνή της Κυριακής» συνομίλησε με ειδικούς, συλλέκτες και ανθρώπους της αγοράς, επιχειρώντας να φωτίσει τα στάδια και τη διαδικασία μέσα από την οποία μια ιστορική φωτογραφία ή ένα αντικείμενο φτάνει στη δημοπράτηση.

Για τον συλλέκτη και πωλητή Γιάννη Τσιομπάνο η ενασχόληση με τα ιστορικά τεκμήρια δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυρίας, αλλά μια πορεία που ξεκίνησε σχεδόν φυσικά. «Ξεκίνησα από τους γονείς μου», σημειώνει, «και ως ηθική υποχρέωση εξέλιξα τη συλλογή, με στόχο πλέον την τεκμηρίωση και περαιτέρω εμπλουτισμό». Η συλλογή του, όπως εξηγεί, δεν είναι μια στατική διαδικασία απόκτησης αντικειμένων, αλλά μια δυναμική σχέση με το παρελθόν. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν σε αυτήν τα τεκμήρια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Οι καρτ ποστάλ της εποχής», όπως μας περιγράφει, «αποκαλύπτουν μικρές, συγκινητικές ανθρώπινες αφηγήσεις μέσα στη σκληρότητα του πολέμου».

Αρχείο Γιάννη Τσιομπάνου

Η αναζήτηση ιστορικών φωτογραφιών και αντικειμένων δεν ακολουθεί έναν και μόνο δρόμο. Όπως περιγράφει ο κ. Τσιομπάνος, τα τεκμήρια εντοπίζονται κυρίως μέσω ηλεκτρονικών δημοπρασιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και ένα άτυπο δίκτυο συλλεκτών. «Ο ένας γνωρίζει τι αναζητά ο άλλος. Έτσι με τα χρόνια, το υλικό αρχίζει να σε βρίσκει». Τι σημαίνει, όμως, να κρατά κανείς στα χέρια του ένα ιστορικό τεκμήριο; «Έρχομαι σε άμεση επαφή με την ιστορική μνήμη», απαντά ο κ. Τσιομπάνος. «Δεν είναι ένα απλό αντικείμενο, αλλά φορέας μαρτυριών». Σε αυτή τη φράση συνοψίζεται ίσως και ο ρόλος του συλλέκτη. Όχι απλώς να αποκτά, αλλά να διασώζει και να αναδεικνύει. «Αλλιώς, πολλά θα είχαν χαθεί», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Κεντρικό ζήτημα στο χώρο των δημοπρασιών αποτελεί η αυθεντικότητα. Σύμφωνα με τον κ. Τσιομπάνο, αυτή «στηρίζεται πρωτίστως σε αξιόπιστους δημοπράτες και καταστήματα», αλλά και στην τεκμηρίωση που συνοδεύει το αντικείμενο. Η εμπειρία παίζει επίσης σημαντικό ρόλο: «Η τριβή επιτρέπει την αναγνώριση στοιχείων, όπως οι φυσικές φθορές, που επιβεβαιώνουν τη γνησιότητα». Η παρατήρηση αυτή βρίσκει εφαρμογή και στη λειτουργία των οργανωμένων οίκων δημοπρασιών, όπου η διαδικασία είναι ακόμη πιο συστηματική.

Όπως εξηγεί στη «ΒτΚ» ο Managing Director της Vergos Auctions Ανδρέας Βέργος, η πορεία ενός αντικειμένου προς τη δημοπράτηση ξεκινά συνήθως από την πρωτοβουλία του κατόχου του. «Ιδιώτες συλλέκτες, κληρονόμοι ή έμποροι προσεγγίζουν τον οίκο για μια πρώτη εκτίμηση», αναφέρει. Ο έλεγχος της αυθεντικότητας και της προέλευσης (σ.σ. provenance) αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της διαδικασίας. «Εξετάζουμε τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου, όπως το υλικό, τη χρονολογία, τον τρόπο γραφής, την τεχνική εκτύπωσης, τις χαρακτηριστικές σφραγίδες της εποχής, καθώς και τυχόν υπογραφές ή σημειώσεις», αναφέρει ο κ. Βέργος.

Ο Managing Director της Vergos Auctions Ανδρέας Βέργος

Στη συνέχεια, γίνεται διασταύρωση με αρχειακές πηγές και βιβλιογραφία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ζητείται η συνδρομή ειδικών. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αλυσίδα ιδιοκτησίας: ένα αντικείμενο με σαφή και τεκμηριωμένη προέλευση ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία και την αξία του.

Η τιμή εκκίνησης ενός αντικειμένου δεν είναι αυθαίρετη. Καθορίζεται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με βασικότερους τη σπανιότητα και την ιστορική ή πολιτιστική του σημασία. «Όσο πιο ισχυρό το ιστορικό ή συμβολικό φορτίο, τόσο επηρεάζεται ανοδικά η τιμή εκτίμησης», εξηγεί ο κ. Βέργος. Ωστόσο, η τελική τιμή διαμορφώνεται στη διάρκεια της δημοπρασίας. Η ζήτηση των συλλεκτών είναι εκείνη που έχει τον τελευταίο λόγο, αποτυπώνοντας τη δυναμική της αγοράς.

«Επένδυση στη διάσωση της ιστορίας»

Η πορεία ενός αντικειμένου προς τη δημοπράτηση είναι μόνο η μία όψη της πραγματικότητας. Η άλλη αφορά εκείνους που το αναζητούν και τον τρόπο με τον οποίο η ψηφιακή εποχή αναδιαμορφώνει τη σχέση τους με αυτό. Σε αντίθεση με την εικόνα του επενδυτή που αναζητά αποκλειστικά οικονομικό όφελος, το προφίλ των συλλεκτών εμφανίζεται πιο σύνθετο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον κ. Βέργο, για ανθρώπους «με ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα» και βαθιά γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού της. «Βλέπουν την απόκτηση ενός τέτοιου αντικειμένου όχι ως εμπορική επένδυση, αλλά ως επένδυση στη διάσωση της ιστορίας», επισημαίνει. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές συλλογές δανείζονται για εκθέσεις ή προσελκύουν το ενδιαφέρον μουσείων και πολιτιστικών φορέων.

Η άνοδος των ηλεκτρονικών πλατφορμών έχει μεταμορφώσει το χώρο. Οι δημοπρασίες είναι πλέον πιο προσβάσιμες, άμεσες και διεθνείς, επιτρέποντας τη συμμετοχή ενδιαφερόμενων από όλο τον κόσμο. «Οι αλλαγές που έφερε το διαδίκτυο υιοθετήθηκαν εύκολα από τους παλαιότερους συλλέκτες, καθώς έχουν στη διάθεσή τους ακόμη περισσότερα εργαλεία για τον εμπλουτισμό των συλλογών τους», τονίζει ο κ. Βέργος. Όπως παρατηρεί και ο κ. Τσιομπάνος, η αλλαγή αυτή δεν έχει αλλοιώσει τη βασική νοοτροπία του συλλέκτη. «Η διεύρυνση της συλλογής με βάση προσωπικά κριτήρια και η αναζήτηση ουσιαστικών τεκμηρίων παραμένουν στο επίκεντρο».

Αρχεία που παραμένουν άγνωστα και αθέατα

Η διεύρυνση της συλλογής και η αναζήτηση ουσιαστικών τεκμηρίων, ωστόσο, δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία. Συνοδεύεται από την ευθύνη της διατήρησης και της προστασίας τους. Τα ιστορικά τεκμήρια είναι ευάλωτα. Η συντήρησή τους απαιτεί προσοχή, σωστή αρχειοθέτηση και σεβασμό στο ίδιο το υλικό. «Η μεγαλύτερη πρόκληση», επισημαίνει ο κ. Τσιομπάνος, «είναι η απουσία οργανωμένης στήριξης από την Πολιτεία». Παρά τον πλούτο των ήδη γνωστών συλλογών, ένα σημαντικό μέρος του υλικού παραμένει εκτός δημόσιας θέασης. «Υπάρχουν αρχεία που δεν έχουν έρθει στο φως», απαντά ο κ. Τσιομπάνος. «Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον εξωστρέφειας».

Η πρόσφατη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών της Καισαριανής λειτουργεί, σε αυτό το πλαίσιο, ως μια υπενθύμιση των δυνατοτήτων που υπάρχουν όταν τέτοιο υλικό γίνεται προσβάσιμο. Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται ο ρόλος του συλλέκτη. «Δεν είναι απλώς διαχειριστής αντικειμένων», σημειώνει ο κ. Τσιομπάνος. «Είναι μεσολαβητής μνήμης». Η διαδικασία αυτή, όπως περιγράφει, είναι συχνά μοναχική και απαιτεί προσήλωση. Μακριά από τη δημοσιότητα, ο συλλέκτης καλείται να τοποθετήσει κάθε τεκμήριο στο ιστορικό του πλαίσιο, ώστε να αποκτήσει νόημα. Από την πλευρά του, ο συλλέκτης Δημήτρης Σκαρτσιλάκης χαρακτηρίζει τον ερευνητή ως έναν κρίκο επικοινωνίας με το παρελθόν. «Διαθέτουν μεγάλο μέρος από τον προσωπικό τους χρόνο και χρήματα, για τη διάσωση και την έρευνα ντοκουμέντων», τονίζει.

«Κάθε εύρημα, κυνήγι θησαυρού»

Για τον Δημήτρη Σκαρτσιλάκη, με καταγωγή από την Κρήτη, κάθε εύρημα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό αντικείμενο. Είναι ένα κομμάτι ζωντανής ιστορίας που αφηγείται τις ζωές και τα βιώματα ανθρώπων του παρελθόντος. Ξεκίνησε να συλλέγει από τα δέκα με έντεκά του χρόνια, αρχικά μικρά αντικείμενα, όπως νομίσματα, γραμματόσημα και κοχύλια. Στα 13 του, η συλλογή του επεκτάθηκε σε ιστορικά αντικείμενα, όταν ένας φίλος του πατέρα του, του χάρισε μια σκουριασμένη ξιφολόγχη από τον πόλεμο. Από τότε, η συλλογή του απέκτησε σκοπό και σημασία: να αναδείξει την ιστορία πίσω από τα αντικείμενα.

Τα πιο ξεχωριστά κομμάτια της συλλογής του είναι προσωπικά αντικείμενα στρατιωτών —δαχτυλίδια, ταυτότητες, νομίσματα, φυλαχτά— που, παρότι δεν έχουν χρηματική αξία, φέρουν «έντονη δραματική φόρτιση». Για παράδειγμα, ένας ματωμένος επίδεσμος ή μια στρατιωτική Καινή Διαθήκη που άφησε ένας τραυματίας Νεοζηλανδός στο Γαλατά και σώθηκε από την κοπέλα που τον φρόντισε, αποτελούν ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπινων ιστοριών και συναισθημάτων.

Η συλλογή του κ. Σκαρτσιλάκη στηρίζεται στη μεθοδική έρευνα, στην τεκμηρίωση από γραπτές πηγές, στη φωτογραφία και στην έρευνα στο πεδίο. Κάθε ιστορικό εύρημα είναι για εκείνον ένα μικρό κυνήγι θησαυρού. Ποιος, πού, πότε και πώς. Ερωτηθείς σχετικά με τις διαδικτυακές δημοπρασίες, ο κ. Σκαρτσιλάκης τόνισε ότι έχουν αλλάξει το χώρο διευκολύνοντας την πρόσβαση σε σπάνια ντοκουμέντα. «Πριν από το 2000 οι ερευνητές και οι συλλέκτες δεν διέθεταν αυτήν την ευκολία. Πλέον, όμως, ένα αντικείμενο είναι ορατό από περισσότερα μάτια, και έτσι η αξία του ανεβαίνει», λέει.

Για τον ίδιο, η αυθεντικότητα ενός αντικειμένου συνδέεται με την εμπειρία του συλλέκτη και την επιβεβαιωμένη προέλευση του αντικειμένου. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή τού προκάλεσε έντονο συναίσθημα ικανοποίησης επιβεβαιώνοντας ότι οι έρευνες συνεχίζουν να φέρνουν στο «φως» άγνωστες πτυχές της ιστορίας. «Θα βγουν και άλλα», αναφέρει στη «ΒτΚ». Κλείνοντας, αναφέρεται στις φωτογραφικές εκθέσεις που διοργανώνει, στις οποίες παρουσιάζει την ανθρώπινη διάσταση των γεγονότων, αποδεικνύοντας ότι οι συλλέκτες και οι ερευνητές λειτουργούν ως κρίκοι που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν και διασώζουν μνήμες που διαφορετικά θα χάνονταν.

Οι φωτογραφίες είναι από τη συλλογή του Δημήτρη Σκαρτσιλάκη / Έκθεση «Ό,τι απέμεινε… Ιστορίες ανθρώπων από τη Μάχη της Κρήτης», Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.

*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης