Στο μικροσκόπιο οι φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής – Πώς θα γίνει ο έλεγχος γνησιότητας

Διπλός έλεγχος αυθεντικότητας από το ΥΠΠΟ στη Γάνδη για το υλικό που φέρεται να καταγράφει τις τελευταίες στιγμές των εκτελεσθέντων της Πρωτομαγιάς του 1944, με στόχο τον χαρακτηρισμό του ως μνημείου

Καισαριανή Καισαριανη
🎙️ Άκουσε το άρθρο

Με εντατικούς ρυθμούς κινείται το Υπουργείο Πολιτισμού για τη διερεύνηση της αυθεντικότητας και της νόμιμης προέλευσης των φωτογραφιών που φέρεται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Το υλικό, που εμφανίστηκε πρόσφατα σε διαδικτυακή δημοπρασία στο e-Bay, έχει ήδη προκαλέσει έντονη κινητοποίηση τόσο σε θεσμικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο.

Το ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη συλλογή ως μνημείο εξετάζεται από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, μια απόφαση που θα επιτρέψει την απόκτησή της από το Ελληνικό Δημόσιο. Παράλληλα, ειδικοί του ΥΠΠΟ έχουν μεταβεί στη Γάνδη, όπου εδρεύει ο Βέλγος συλλέκτης που έφερε τις φωτογραφίες στο φως, προκειμένου να προχωρήσουν σε επιτόπιο έλεγχο της γνησιότητάς τους.

Το ζήτημα απασχόλησε και το δημοτικό συμβούλιο της Καισαριανής, όπου συζητήθηκε η πιθανότητα να υπάρξει και άλλο παρόμοιο φωτογραφικό υλικό. Πηγές με γνώση του αντικειμένου επισημαίνουν ότι η αξιολόγηση τέτοιων τεκμηρίων είναι εξαιρετικά σύνθετη, καθώς απαιτείται να συνεκτιμηθούν πολλαπλές παράμετροι: από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του υλικού φορέα μέχρι τις τεχνοτροπικές λεπτομέρειες των απεικονίσεων.

 

Αναφερόμενος στις διαδικασίες τεκμηρίωσης, ο ιστορικός και υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείο Μπενάκη, Τάσος Σακελλαρόπουλος, περιγράφει δύο βασικούς άξονες ελέγχου. Ο πρώτος αφορά την αναγνώριση των εικονιζόμενων προσώπων και των τόπων, ενώ ο δεύτερος επικεντρώνεται στο ίδιο το φωτογραφικό αντικείμενο. Η ταυτοποίηση των προσώπων, ενδεχομένως μέσω οικογενειακών φωτογραφιών, αποτελεί ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, καθώς οι στενοί συγγενείς των εκτελεσθέντων δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή.

«Σκεφτείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονταν επί τριάμισι χρόνια στη φυλακή, άρα δεν ξέρουμε αν και πόσες φωτογραφίες τους υπάρχουν», επισημαίνει ο ιστορικός, υπογραμμίζοντας και τις ιστορικές δυσκολίες της έρευνας. «Θα βοηθούσε αν είχε γίνει μια έρευνα για τις φωτογραφίες των 200, όμως και εκείνη για τον εντοπισμό των ονομάτων τους έγινε μεταπολεμικά με πολύ μεγάλη δυσκολία, επειδή επρόκειτο για κομμουνιστές και η εκτέλεσή τους αποτελούσε ταμπού, ως κομμάτι της ποινικοποιημένης ΕΑΜικής αντίστασης».

Σε ό,τι αφορά την εξέταση του ίδιου του υλικού, ο κ. Σακελλαρόπουλος διευκρινίζει —χωρίς να υπεισέρχεται σε εξειδικευμένες τεχνικές λεπτομέρειες— ότι ελέγχονται στοιχεία όπως η ηλικία και η σύσταση του φωτογραφικού χαρτιού, τυχόν κατάλοιπα από τα χημικά εμφάνισης, καθώς και ενδείξεις στην πίσω όψη των φωτογραφιών, όπως λεζάντες ή το όνομα του φωτογράφου. Όλα αυτά συνθέτουν, όπως εξηγεί, μια διαδικασία που θυμίζει «εγκληματολογική» διερεύνηση.

Ωστόσο, θέτει και ένα κρίσιμο ζήτημα αξιοπιστίας: «Με δεδομένη όμως την εξέλιξη της τεχνολογίας, μπορούμε να πούμε ότι η απόλυτη ασφάλεια είναι η ταυτοποίηση των απεικονιζόμενων προσώπων, γιατί θεωρητικά, εκτός από τα πρόσωπα, όλα τα άλλα κατασκευάζονται». Και συμπληρώνει, αναδεικνύοντας τη συναισθηματική και ιστορική φόρτιση του υλικού: «Οι άνθρωποι καταφεύγουν συχνά στην τεχνική ανάλυση των πραγμάτων, εδώ όμως δεν αρκεί, επειδή η Ιστορία σημαίνει και συναίσθημα, σημαίνει και τραύμα, βαρύτητα».

Κλείνοντας, στέκεται στη δύναμη της εικόνας: «Εχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε τη δύναμη που έχει ένα μικρό χαρτί. Εδώ και τέσσερις ημέρες έχει αναστατωθεί η Ελλάδα από ένα τόσο δα χαρτάκι, ένα υλικό στο οποίο οι άνθρωποι σήμερα δεν δίνουν σημασία. Γιατί σε αυτές τις φωτογραφίες, το μεγάλο σοκ δεν είναι το κείμενο, η σφραγίδα. Είναι το πρόσωπο. Είναι η διάσωση, πέρα από τη βαρβαρότητα, της στιγμής της ζωής».

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης