Ως μαρτύριο θυμούνται το γαργαλητό κάποια παιδιά που, ως ενήλικες πια, διηγήθηκαν τη σχετική εμπειρία τους. «Ενιωθα πολύ άβολα όταν ο πατέρας μου με γαργαλούσε, αλλά η κοινωνία έμοιαζε να απαιτεί από μένα να το χαίρομαι. Οι μεγάλοι σχεδόν όφειλαν να γαργαλούν τα παιδιά και αυτά ήταν υποχρεωμένα να το χαίρονται», λέει η δημοσιογράφος Ασλεϊ Οστρου.

Η συζήτηση για το ανεπιθύμητο γαργαλητό καταγράφεται για πρώτη φορά στους πλατωνικούς διαλόγους, με τον Σωκράτη να υποστηρίζει ότι προκαλεί περισσότερο πόνο παρά απόλαυση. Πάμπολλα παιδιά, όμως, το χαίρονται και το αποζητούν με κάθε ευκαιρία. Οι πολέμιοι της πρακτικής καταθέτουν πειστικά επιχειρήματα. Ο δρ Λόρενς Κόεν εξηγεί ότι το γαργαλητό είναι ικανό να προκαλέσει κορεσμό του νευρικού συστήματος, κάνοντας το παιδί να νιώσει εκτός ελέγχου. Το αντανακλαστικό γέλιο του «θύματος» μπορεί να κρύβει δυσφορία, ακόμη και πόνο. Το γαργαλητό αποτελεί επίσης σαφή υπέρβαση ορίων, καθώς διδάσκει στο παιδί ότι ένας ενήλικας μπορεί να χειρονομεί επάνω του χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή του.

Το χειρότερο είδος γαργαλητού είναι το επίμονο και διαρκές, λέει ο δρ Κόεν, εξηγώντας ότι πολλοί γονείς συνεχίζουν να γαργαλούν το παιδί ακόμη και όταν αυτό τους εκλιπαρεί να σταματήσουν. Συνεπώς πρόκειται για μια μορφή εκφοβισμού, ακόμη και κακοποίησης. Το φαινόμενο είναι τόσο κοινό, που η αμερικανική ψυχολογία του έχει αφιερώσει ειδικό όρο: «βασανιστήριο του γαργαλητού».

Η καθηγήτρια Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, στο Σαν Ντιέγκο, Κριστίν Χάρις, που έχει δημοσιεύσει έξι μελέτες επάνω στο θέμα, χαρακτηρίζει το γαργαλητό «ένα από τα πιο μυστηριώδη ανθρώπινα φαινόμενα», καθώς ο άνθρωπος είναι ικανός να γαργαλήσει ακόμη και τον εαυτό του. Η δρ Χάρις υπογραμμίζει ότι ακόμη και όταν ένα παιδί γελάει την ώρα που το γαργαλούν, αν λέει ότι δεν το χαίρεται, τότε πρέπει να σταματάμε.»

Ορισμένοι γονείς, ωστόσο, δεν είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν αυτή τη συνήθεια, καθώς είναι μία από τις λίγες στιγμές έντονης σωματικής άσκησης και αλληλεπίδρασης με τα παιδιά τους. Ο δρ Κόεν επιμένει ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι για την κάλυψη αυτού του κενού. Γονείς και παιδιά μπορούν να παίζουν μαξιλαροπόλεμο ή να παλεύουν, αφήνοντας το παιδί να νικά.

«Το ιδανικό σενάριο είναι το παιδί να έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Αν ο γονιός είναι πιο επιδέξιος και σωματώδης, τότε θα έχει τον έλεγχο και το παιχνίδι θα πάψει να είναι χαρούμενο», λέει ο δρ Κόεν, επισημαίνοντας ότι δεν θέλει με κανένα τρόπο να στερήσει τη χαρά του γαργαλητού από τους γονείς και τα παιδιά τους. «Αν καθηλώσετε μία φορά το παιδί σας και το γαργαλήσετε επίμονα, αυτό δεν πρόκειται να του δημιουργήσει τραύματα ούτε θα καταστρέψει τη ζωή του», εξηγεί.