Επιστολές στρατιωτικών στον Μακρόν: Θύμισαν μνήμες από την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ντεγκόλ

Μετά το σοκ που προκάλεσε στη Γαλλία η πρόσφατη διαδοχική δημοσίευση δύο επιστολών δίκην προνουντσιαμέντου, αρχικά αποστράτων ανωτάτων αξιωματικών και στη συνέχεια μερικών χιλιάδων εν ενεργεία αξιωματικών που υπέγραφαν ως «ανώνυμοι», το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να διαχειριστεί την πρωτόγνωρη κατάσταση που δημιουργήθηκε.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε θύμισε -τηρουμένων των αναλογιών- στους παλαιότερους την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του προέδρου Ντε Γκολ…

Οι στρατιωτικοί για πρώτη φορά μετά το 1961, παρεμβαίνουν στην πολιτική ζωή του τόπου, ζητώντας ευθέως από την κυβέρνηση να αλλάξει ρότα στην πολιτική της έναντι του ισλαμισμού και των μουσουλμάνων που ζουν στη Γαλλία, επισείοντας τον κίνδυνο και προειδοποιώντας με κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο στην αντίθετη περίπτωση.

Και το κακό για το αστικό πολιτικό σύστημα δεν σταματά εδώ. Η επιστολή των «ανωνύμων» εν ενεργεία στρατιωτικών είναι ανοιχτή, και μέχρι τώρα έχουν υπογράψει πάνω από 200 χιλιάδες Γάλλοι κάτω από αυτήν. Και το χειρότερο ήρθε λίγες μέρες μετά όταν σε μια δημοσκόπηση όπου διενήργησε η Harris Interactive για το κανάλι LCI λίγες μέρες μετά την δημοσιοποίηση των επιστολών, το 58% των Γάλλων συμφωνεί με τις διαπιστώσεις των στρατιωτικών για την κατάσταση στη γαλλική κοινωνία.

Μπορεί οι πολέμιοι τους να τους αποκαλούν «οι φανατικοί με τις παντόφλες», αλλά μια σημαντική μερίδα του κόσμου φαίνεται ότι έχει άλλη άποψη.

Το κείμενο των «ανωνύμων» είχε τίτλο «Για την επιβίωση της χώρας μας» και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Valeurs actuelles» και εκφράστηκε η αμέριστη στήριξή τους στην κίνηση των απόστρατων στρατιωτικών, πολλοί από τους οποίους να σημειώσουμε, απειλούνται με κυρώσεις ύστερα από τη δημοσίευση, στο ίδιο περιοδικό, του πρώτου δικού τους κείμενου στις 21 Απριλίου.

Το κείμενο των απόστρατων θεωρήθηκε πρωτοφανές για στρατιωτικούς, αφού ερμηνεύθηκε ως «παρότρυνση για πραξικόπημα».

Όμως ο κόσμος που στηρίζει τις ενέργειες τους θεωρεί ότι στα δυο κείμενα οι στρατιωτικοί «θέτουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» της γαλλικής κοινωνίας: Μιλούν για εγκατάλειψη των προαστίων, αύξηση της βίας, έξαρση των ισλαμιστικών κινημάτων και των θρησκευτικών κοινοτήτων «που είναι γεμάτες μίσος, σαρκασμό και περιφρόνηση για τη Γαλλία».

Οι παλιοί μίλησαν για «αποσύνθεση» της γαλλικής κοινωνίας, κατάσταση στην οποία είχε αναφερθεί κατά την παραίτησή του, τον Οκτώβριο του 2018, ο τότε υπουργός Εσωτερικών και επιστήθιος φίλος του Εμανουέλ Μακρόν, ο Ζεράρ Κολομπ: «Σήμερα ζούμε διπλα-δίπλα, αύριο θα βρεθούμε αντιμέτωποι» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Με λίγα λόγια διαμορφώνονται συνθήκες και προϋποθέσεις για μια νίκη της Μαρί Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, σύμφωνα με τους Γάλλους αναλυτές.

Ας θυμηθούμε τι έγινε με τον ΝτεΓκολ

Πριν από 60 ακριβώς χρόνια στις 22 Απριλίου 1961 και επί τέσσερις ημέρες, η Γαλλία ξύπνησε σοκαρισμένη βιώνοντας από ένα γεγονός-καμπή στην ιστορία της τότε νεοσύστατης Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.

Στο Αλγέρι, οι στρατηγοί Μορίς Σαλ, Αντρέ Τσελέρ, Εντμόν Ζουό και Ραούλ Σαλάν τέθηκαν επικεφαλής ενός στρατιωτικού κινήματος εναντίον του στρατηγού Ντε Γκωλ, προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σε αντίθεση με αυτά που έλεγε στην αρχή, όταν είδε ότι υπάρχει αδιέξοδο στην Αλγερία, έθεσε επί τάπητος το θέμα της αυτοδιάθεσης της.

Η Αλγερία που ήταν αποικιακή κτήση από τον 19ο αιώνα, είχε ενσωματωθεί στο γαλλικό κράτος, και αποτελούσε ξεχωριστό διοικητικό διαμέρισμα. Εκεί ζούσαν επίσης ευρωπαίοι έποικοι και αντιπροσώπευαν το 10,3% σε σύνολο πληθυσμού 9.430.000 ανθρώπων. Η ένοπλη εξέγερση του αλγερινού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης (Front de Libération Nationale, FLN) την 1η Νοεμβρίου 1954 εγκαινίασε μια εμπόλεμη περίοδο που διήρκεσε ώς το 1962 λήγοντας με την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Ο πόλεμος της Αλγερίας προκάλεσε την πτώση της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας και οδήγησε στην επάνοδο του στρατηγού Ντε Γκωλ στα πολιτικά πράγματα της χώρας έπειτα από τα γεγονότα της 13ης Μαΐου.

Εκμεταλλευόμενος μια στάση υποκινούμενη από τους στρατιωτικούς των δυνάμεων που στάθμευαν στην Αλγερία, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Σαλάν, και η οποία είχε συσπειρώσει πλήθος πολιτικών ομάδων που φλέρταραν με την άκρα Δεξιά, ο Ντε Γκωλ -ιδιώτης ακόμη- είχε ταχθεί με το μέρος τους.

Ακόμη και μετά την ανάληψη της εξουσίας εκ μέρους του και την εγκαθίδρυση της προσωποπαγούς Πέμπτης Δημοκρατίας, το Παρίσι παρέμενε σε μεγάλο βαθμό όμηρος των οπαδών της γαλλικής Αλγερίας και ο Ντε Γκωλ συνάντησε σημαντικά εμπόδια στη βασική του επιδίωξη: να τερματίσει τον πόλεμο στην Αλγερία, ο οποίος υπονόμευε την εσωτερική ομαλότητα, τον οικονομικό εκσυγχρονισμό και το διεθνές κύρος της Γαλλίας, εξασφαλίζοντας στη χώρα μια προνομιακή θέση στις πρώην αποικίες που θα της επέτρεπε να είναι δύναμη στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Έντονη αντίδραση στη μεταστροφή του Γάλλου ηγέτη

Αλλαγή πλεύσης

Η αλλαγή πλεύσης του Ντε Γκωλ σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν από αυτόν οι οπαδοί της γαλλικής Αλγερίας έγινε εμφανής όταν ο Γάλλος ηγέτης απηύθυνε δημόσιο λόγο περί της αυτοδιάθεσης της Αλγερίας στις 16η Σεπτεμβρίου 1959. Στη συνέχεια εντάθηκαν στο Παρίσι οι εργασίες για την εξεύρεση ενός θεσμικού πλαισίου για τη μελλοντική πολιτειακή οργάνωση της Αλγερίας, παράλληλα με τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων και των κρυφών διαπραγματεύσεων με το FLN. Ο προσανατολισμός του Ντε Γκωλ σε λύση αυτοδιάθεσης οδήγησε σε ριζοσπαστικοποίηση των θιασωτών της γαλλικής Αλγερίας, στρατιωτικών και πολιτών. Τον Ιανουάριο του 1960, η Πέμπτη Δημοκρατία βίωσε έτσι την πρώτη κρίση της, τη λεγόμενη Εβδομάδα των Οδοφραγμάτων.

Έχοντας εκφράσει την αντίθεσή του σχετικά με την αλγερινή πολιτική του Ντε Γκόλ, με συνέντευξή του στη Süddeutsche Zeitung ο στρατηγός Μασί, διοικητής των δυνάμεων του Αλγερίου, μετακλήθηκε στο Παρίσι και απαλλάχθηκε των καθηκόντων του.

Υπό την ηγεσία του Πιερ Λαγκαγιάρντ, ο οποίος είχε διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο και κατά τα γεγονότα της 13ης Μαΐου 1958, οργανώθηκαν διαδηλώσεις και στήθηκαν οδοφράγματα. Τα επεισόδια που προέκυψαν αιματοκύλισαν το Αλγέρι κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας του Ιανουαρίου, ωστόσο η απουσία σύμπλευσης των στρατιωτικών με τους διαδηλωτές πολίτες απέτρεψε τελικά τη δημιουργία ολότελα έκρυθμης κατάστασης και οι κυριότεροι οργανωτές κατέληξαν στη φυλακή ή καταζητούμενοι.

Η κατάσταση ήταν έκρυθμη καθόλη διάρκεια όλης της χρονιάς, οπότε και ιδρύθηκε η οργάνωση Μέτωπο της Γαλλικής Αλγερίας από αιρετούς αντιπροσώπους της γαλλικής κοινότητας της Αλγερίας. Παράλληλα, ο στρατηγός Ραούλ Σαλάν, ένας εκ των πρωτεργατών της 13ης Μαΐου 1958, ο οποίος είχε στη συνέχεια μετακληθεί στο Παρίσι, παραιτήθηκε των καθηκόντων του και εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, το υπουργείο Άμυνας του απαγόρευσε να διαμένει στο Αλγέρι και ο Σαλάν κατέφυγε στη Μαδρίτη, όπου λίγους μήνες αργότερα πρωτοστάτησε στην ίδρυση της λεγόμενης Μυστικής Ένοπλης Οργάνωσης. Τον Νοέμβριο, ο Ντε Γκωλ σε λόγο του που μεταδόθηκε από τη γαλλική τηλεόραση αναφέρθηκε για πρώτη φορά ανοιχτά στην προοπτική ίδρυσης ανεξάρτητου αλγερινού κράτους. Η περιοδεία του Γάλλου προέδρου στην Αλγερία (9-14 Δεκεμβρίου 1960), η οποία υπήρξε και η τελευταία, χαρακτηρίστηκε από έντονη πόλωση του πληθυσμού και σημαδεύτηκε από σοβαρά επεισόδια που οργανώθηκαν από το Μέτωπο της Γαλλικής Αλγερίας, το οποίο λίγο αργότερα απαγορεύτηκε.

Το γεγονός-καταλύτης υπήρξε τελικά το δημοψήφισμα της 8ης Ιανουαρίου 1961 σχετικά με την αυτοδιάθεση της Αλγερίας, το οποίο επισφράγισε με τη λαϊκή υποστήριξη την πολιτική του Ντε Γκωλ. Η αυτοδιάθεση, η οποία πλέον άνοιγε τον δρόμο για τη μελλοντική ανεξαρτησία της Αλγερίας, συγκέντρωσε ποσοστό υπέρ 75% στη μητροπολιτική Γαλλία, αλλά μόλις 39% στην Αλγερία, όπου άλλωστε το FLN είχε συστήσει αποχή.

Οι εξελίξεις στη συνέχεια υπήρξαν ραγδαίες. Αφενός, ιδρύθηκε στη Μαδρίτη η Μυστική Ενοπλη Οργάνωση από όσους είχαν διαφύγει στην ισπανική πρωτεύουσα μετά την Εβδομάδα των Οδοφραγμάτων με ηγέτη τον Ραούλ Σαλάν και με σαφή στόχο να υποκινήσουν πραξικόπημα. Αφετέρου, ομάδες υψηλόβαθμων στρατιωτικών, κυρίως συνταγματαρχών και στρατηγών, άρχισαν πλέον να προσανατολίζονται σε λύση πραξικοπήματος.

Η πρωτοβουλία ήρθε από τους στρατηγούς Μορίς Σαλ, Αντρέ Τσελέρ, Εντμόν Ζουό και Ραούλ Σαλάν. Όλοι τους είχαν υπηρετήσει στην Αλγερία, είχαν συμμετάσχει στα γεγονότα της 13ης Μαΐου και είχαν πρωτοστατήσει στην επιστροφή του Ντε Γκωλ στα πολιτικά πράγματα. Κεντρικός ήταν ο ρόλος του Σαλ, ο οποίος είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της εκστρατείας του Σουέζ και ο οποίος αρχικά έχαιρε της πλήρους εμπιστοσύνης του Ντε Γκωλ, αφού είχε αντικαταστήσει τον Σαλάν ως επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων που στάθμευαν στην Αλγερία το 1958, όταν ο τελευταίος είχε κριθεί επικίνδυνος και είχε μετακληθεί στο Παρίσι για να αναλάβει γενικός επιθεωρητής Άμυνας υπό τον πρωθυπουργό.

Ο Σαλ μετακλήθηκε με τη σειρά του στη γαλλική πρωτεύουσα μετά την Εβδομάδα των Οδοφραγμάτων και διορίστηκε γενικός διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων Κεντρικής Ευρώπης (ΝΑΤΟ), θέση από την οποία όμως παραιτήθηκε.

Οι τέσσερις στρατηγοί διέθεταν τη στήριξη ομάδων συνταγματαρχών και ομάδων πολιτών που ήταν αντίθετοι σε λύση ανεξαρτησίας, αν και είχαν λιγότερα ερείσματα στη βάση του στρατού, μεγάλο μέρος του οποίου αποτελούσαν πολίτες από τη μητροπολιτική Γαλλία που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία.

Η απόπειρα πραξικοπήματος εκδηλώθηκε στις 22 Απριλίου στο Αλγέρι, ωστόσο δεν κατόρθωσε να συσπειρώσει τις μονάδες του Οράν και της Κωνσταντίνης, ούτε το σύνολο των δυνάμεων που στάθμευαν στην Αλγερία (400.000 άντρες). Παρ’ όλα αυτά, δημιούργησε κλίμα μεγάλης αβεβαιότητας, πρώτον επειδή οι δυνάμεις της μητροπολιτικής Γαλλίας ήταν κατώτερες αριθμητικά (239.000 άντρες) και δεύτερον γιατί η προσήλωσή τους στην πολιτική εξουσία δεν ήταν καθόλου βέβαιη σε περίπτωση που οι επίδοξοι πραξικοπηματίες επιχειρούσαν απόβαση.

Τόσο οι ναυτικές δυνάμεις, όσο και η αεροπορία και ο στρατός ξηράς, στην καλύτερη περίπτωση ήταν φιλικά διακείμενοι προς το κίνημα χωρίς να συμπαρατάσσονται, στη χειρότερη δήλωναν απροθυμία να στραφούν εναντίον των κινηματιών σε περίπτωση απόβασης. Ουσιαστικά, ήταν η αποφασιστική στάση των αστυνομικών δυνάμεων, οι οποίες δήλωσαν ανοιχτά την αποφασιστικότητά τους να υπερασπίσουν τη Γαλλική Δημοκρατία σε περίπτωση ανάγκης, και, κυρίως, η απόφαση του Σαλ και του Τσελέρ να παραδοθούν στις αρχές που έθεσαν τέλος στην κρίση. Αντίθετα, οι Σαλάν και Ζουό πέρασαν στην παρανομία και συνέχισαν τη δράση τους στο πλαίσιο της Μυστικής Ένοπλης Οργάνωσης.

Η τελευταία φάση των γαλλοαλγερινών διαπραγματεύσεων στο Εβιάν κατέληξε στην υπογραφή, στις 18 Μαρτίου 1962, στρατιωτικής συμφωνίας εκεχειρίας και ενός συνόλου διακηρύξεων που αφορούσαν το μέλλον των γαλλοαλγερινών σχέσεων και των Γάλλων της Αλγερίας, οι οποίοι αναγνωρίζονταν ως Αλγερινοί πολίτες υπό ειδικό καθεστώς.

Ωστόσο, η Μυστική Ένοπλη Οργάνωση δεν αναγνώρισε την εκεχειρία και η δράση της προκάλεσε γρήγορα ένα κύμα βίας σε βάρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού από το FLN. Έτσι, οι συνθήκες του τέλους του πολέμου και η κορύφωση της βίας προκάλεσαν τη μαζική έξοδο των Γάλλων της Αλγερίας και την εγκατάστασή τους στη μητροπολιτική Γαλλία υπό την ιδιότητα επαναπατρισμένων υπηκόων.