Ύστερα από μήνες σκέψης και προβληματισμού και ενώ τα διεθνη αποτελέσματα από τη χρήση αντίστοιχων εφαρμογών είναι μάλλον πενιχρά έως τώρα, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης φαίνεται έτοιμο να λανσάρει και την ελληνική …βερσιόν της εφαρμογής ιχνηλάτησης κρουσμάτων κορωνοιού για έξυπνα κινητά τηλέφωνα εντός του Μαρτίου.

Αν και πηγές του υπουργείου δεν διαψεύδουν ούτε επιβεβαιώνουν τις σχετικές πληροφορίες τονίζοντας πως «ακόμα δεν υπάρχει κάτι 100% οριστικό» παραπέμποντας ωστόσο σε παλαιότερες δηλώσεις του υπουργού, Κυριάκου Πιερρακάκη ότι «εξετάζονται διάφορες λύσεις για εφαρμογές ιχνηλάτησης», η σχετική σελίδα της Ευρωπαικής Επιτροπής είναι αρκετά διαφωτιστική εμφανίζοντας τη χώρα μας στο σχετικό χάρτη ως μία από εκείνες, στις οποίες ήδη αναπτύσσεται η εφαρμογή.

Η εφαρμογή ιχνηλάτησης (tracing app), η οποία θα είναι διαθέσιμη για smartphones με λογισμικό IOS ή Android, θα λειτουργεί με την τεχνολογία Bluetooth.

Η χρήση της θα είναι προαιρετική – κάτι που άλλωστε έχει ορίσει και η Ε.Ε. – και οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να την «κατεβάσουν» στο κινητό τους τηλέφωνο, να την ενεργοποιήσουν και να ενημερωθούν με ένα γραπτό μήνυμα για το εάν βρέθηκαν σε κοντινή απόσταση με κάποιον, ο οποίος είχε βρεθεί θετικός στον κορονοιό τις προηγούμενες 14 ημέρες δεδομένου ότι μετά το διάστημα αυτό τα δεδομένα θα διαγράφονται.

Εφόσον η λειτουργία της προχωρήσει, αυτό θα γίνει με προστασία των προσωπικών δεδομένων καθώς κατά την ενημέρωση των επαφών δε θα παρέχεται κανένα στοιχείο για το «κρούσμα», ούτε το όνομα του ούτε ο χρόνος και ο χώρος, στον οποίο εκτέθηκαν. 

Το συγκεκριμένο app θα μπορεί να ενημερώνει για επιβεβαιωμένα και δηλωμένα κρούσματα, τα οποία βρέθηκαν σε απόσταση έως 2 μέτρων από τον κάτοχο του κινητού και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 λεπτών.

Προυπόθεσή βέβαια είναι όλοι να χρησιμοποιούν την εν λόγω εφαρμογή καθώς η αποτελεσματικότητά της είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πλήθος των χρηστών που θα την «κατεβάσουν» παρέχοντας ουσιαστική προστασία μόνο στην περίπτωση που χρησιμοποιείται τουλάχιστον από το 60% του πληθυσμού. Ως εκ τούτου δεν αρκεί οι πολίτες να διαθέτουν smartphone και να την έχουν «κατεβάσει» στις συσκευές τους, αλλά απαιτείται επίσης να την έχουν ενεργοποιήσει και να κρατούν ανοιχτό το Bluetooth, το οποίο είναι αρκετά ενεργοβόρο μειώνοντας σημαντικά την αυτονομία της μπαταρίας ενός κινητού.

Ωστόσο το πιο σημαντικό «αγκάθι» στη χρήση αυτών των εφαρμογών που βάζει φρένο και στα «κατεβάσματα», είναι σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα η αγωνία των πολιτών για τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων τους. Παρά τις διαβεβαιώσεις για την απόλυτη προστασία τους και τη διατήρησή τους μόνο για πολύ συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι πολίτες στις περισσότερες χώρες εξακολουθούν να είναι διστακτικοί στη χρήση τέτοιων εφαρμογών.

Αντίστοιχες εφαρμογές ήδη χρησιμοποιούνται σε πολλές χώρες εντός και εκτός Ευρωπαικής Ενωσης με στόχο τη μείωση της διασποράς του κορονοιού. Ωστόσο στις περισσότερες απ΄αυτές ο αριθμός των πολιτών που τις χρησιμοποιεί παραμένει μικρός με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, υπολογίστηκε ότι η χρήση της εφαρμογής απέτρεψε περί τις 600.000 νέες μολύνσεις από κορονοιό.

Συγκεκριμένα, ομάδα ερευνητών από την Οξφόρδη βασιζόμενη στο ότι η εφαρμογή είχε αποστείλει περί τις 1,5 εκατομμύριο ειδοποιήσεις μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2020, όταν περίπου 2 εκατομμύρια πολιτών είχαν μολυνθεί, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για κάθε άτομο που εντοπιζόταν θετικό και χρησιμοποιούσε την εφαρμογή για να ενημερώσει άλλους στέλνονταν κατά μέσό όρο 4,4 ειδοποιήσεις. Οι ερευνητές σημείωναν ότι χωρίς αυτό το μέσο οι νέες μολύνσεις θα μπορούσαν να είναι από 200.000 έως 900.000 περισσότερες προσθέτοντας ότι για κάθε 1% αύξησης των χρηστών της εφαρμογής, εκτιμάται μείωση των κρουσμάτων σε ποσοστό 0,8% έως 2,3%.

Για τη διακριβωση της αποτελεσματικότητας μίας τέτοιας εφαρμογής βέβαια, ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το κατά πόσο οι χρήστες που ενημερώθηκαν ότι προσέγγισαν κάποιο κρούσμα, πειθάρχησαν και ακολούθησαν τους κανόνες αυτοαπομόνωσης, πόσοι έκαναν τεστ, αν στη συνέχεια νόσησαν, κλπ, στοιχεία που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει δεδομένου ότι απαγορεύεται να διακρατηθούν για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Ωστόσο το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου φαίνεται πως δεν είναι ο κανόνας. Σύμφωνα με αρκετά πρόσφατα στοιχεία, στη Γερμανία αντιστοιχη εφαρμογή είχε «κατεβάσει» το 21% του πληθυσμού με τάσεις ανόδου στην πορεία, στην Ιταλία το 14%, στη Γαλλία την τελευταία έκδση του TousAntiCovid είχε «κατεβάσει» το 15%, ενώ σημαντικά μεγαλύτερα ήταν τα ποσοστά στην Ισλανδία με 40% και βέβαια στις ασιατικές χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σιγκαπούρη με 40% τον περασμένο Σεπτέμβριο και στόχο να φτάσει το 70%.

Αλλά και στις ΗΠΑ, η χρήση αυτών των εφαρμογών κάθε άλλο παρά ευρεία θεωρείται. Στη Νέα Υόρκη μόλις το 5% του πληθυσμού έχει «κατεβάσει» το COVID Alert NY, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή τον περασμένο Οκτώβριο, ενώ λιγότεροι από 3.000 μεταξύ των 180.000 ανθρώπων που βρέθηκαν θετικοί στον ιό βρέθηκε ότι την είχαν στο κινητό τους. Η αντίστοιχη εφαρμογή σε Νεβάδα και Μίσιγκαν χρησιμοποιείται από περίπου 4% του πληθυσμού, ενώ στη Βιρτζίνια τα νούμερα είναι μεγαλύτερα και φτάνουν το 10% στο γενικό πληθυσμό και στο Κολοράντο το 20%.

Το ιστορικό των εφαρμογών ιχνηλάτησης στην πανδημία

Η αρχή της συζήτησης για τις εφαρμογές ιχνηλάτησης είχε γίνει την περασμένη Ανοιξη όταν η Google και η Apple ενώνοντας τις δυνάμεις τους ανακοίνωσαν κοινή προσπάθειά να θέσουν τη χρήση της τεχνολογίας Bluetooth στην υπηρεσία κυβερνήσεων και οργανισμών υγείας, για να βοηθήσουν στη μείωση της διάδοσης του ιού.

Στόχος ήταν να παρουσιαστεί μια ολοκληρωμένη λύση που θα περιελάμβανε διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών (API) και τεχνολογία λειτουργικών συστημάτων για να βοηθήσουν την ενεργοποίηση του εντοπισμού επαφών. Πάνω στην πλατφόρμα που δημιουργηθηκε η κάθε χώρα θα μπορούσε να αναπτύξει τη δική της εφαρμογή.

Σήμερα, περίπου δεκα μήνες μετά, οι περισσότερες εφαρμογές που έχουν υιοθετηθεί στην Ευρώπη – με βασική εξαίρεση αυτήν της Γαλλίας – λειτουργούν με «αποκεντρωμένο» σύστημα, στο οποίο οι υπολογισμοί γίνονται στην εφαρμογή του χρήστη σε αντίθεση με το συγκεντρωτικό σύστημα, στο οποίο η επεξεργασία γίνεται σε ένα σέρβερ της Εθνικής Αρχής Υγείας.

Τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, όπως επισημαίνει στη σχετική ιστοσελίδα η Κομισιόν είναι πλήρως προστατευμένα, ενώ η πληροφορία παραμένει στο σύστημα το πολύ για 14 ημέρες πριν διαγραφεί. Ταυτόχρονα σημειώνεται ότι η πληροφόρηση που ανταλλάσσεται είναι πλήρως κωδικοποιημένη και κρυπτογραφημένη και απολύτως περιορισμένη στα απαραίτητα στοιχεία.

Το σύστημα της διαλειτουργικότητας των αντίστοιχων εφαρμογών διαφορετικών χωρών της Ευρωπαικής Ενωσης ως προς τη δυνατότητά τους να «μιλάνε μεταξύ τους», είναι σε ισχύ από τον περασμένο Οκτώβριο και οι πρώτες εθνικές εφαρμογές που εντάχθηκαν σ΄αυτό ήταν της Γερμανίας, της Ιρλανδίας και της Ιταλίας.

Σήμερα είκοσι εφαρμογές στην Ευρώπη που βασίζονται σε αποκεντρωμένα συστήματα, θεωρούνται πλήρως διαλειτουργικές.

Πώς προστατεύονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα

Σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν τεθεί από την Ευρωπαική Επιτροπή, οι βασικές αρχές λειτουργίας αυτών των εφαρμογών ορίζουν ότι:

  • Οι εφαρμογές ιχνηλάτησης εγκαθίστανται και χρησιμοποιούνται αυστηρά εθελοντικά και όχι υποχρεωτικά.
  • Μόνο τα απολύτως απαραίτητα δεδομένα για τη λειτουργία της εφαρμογής μπορούν να συγκεντρώνονται και τίποτα παραπάνω απ΄αυτά.
  • Οι εφαρμογές θα πρέπει να χρησιμοποιούν δεδομένα εγγύτητας βασισμένα στην τεχνολογία Bluetooth.
  • Δεν απαιτείται και δε χρησιμοποιείται κανένα δεδομένο εντοπισμού από την εφαρμογή.
  • Οι εφαρμογές δεν ιχνηλατούν τις κινήσεις των πολιτών που τις έχουν εγκαταστήσει στα κινητά τους τηλέφωνα.
  • Tα δεδομένα δεν πρέπει να αποθηκεύονται για διάστημα μεγαλύτερο του απαραίτητου των 14 ημερών.
  • Τα δεδομένα θα πρέπει να προστατεύονται μέσα από ειδικές προηγμένες τεχνικές συμπεριλαμβανομένης της κρυπτογράφησης.
  • Οι εφαρμογές θα πρεπει να απενεργοποιηθούν αμέσως μόλις παρέλθει η πανδημία.