Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης της Εθνικής,  που ξεκίνησε το 2014 και που στοίχισε στην έξοδο της  τράπεζας, από 7 χώρες της ΝΑ Ευρώπης και από την Τουρκία,  μειώνοντας  κατά 50 δις ευρώ το ενεργητικό της, αναφέρθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας  Παύλος Μυλωνάς, κατά την έκτακτη γενική συνέλευση, η οποία ενέκρινε  τη πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC.

«Ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί επενδυτής που να διαθέτει κεφάλαια, σεβασμό στην εταιρεία και εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία», είπε ο κ. Μυλωνάς,  διευκρινίζοντας  τους τρεις λόγους, για τους οποίους,  έπρεπε να ολοκληρωθεί η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής.

Πρώτον,  σημείωσε  πως η Εθνική Τράπεζα, βρίσκεται ακόμα σε σχέδιο αναδιάρθρωσης γεγονός που περιορίζει την ελευθερία κινήσεων έναντι του ανταγωνισμού, καθώς οι άλλες τρεις συστημικές τράπεζες έχουν ήδη ολοκληρώσει τα δικά τους σχέδια.

Δεύτερον,  κάθε καθυστέρηση έχει δυσχερείς επιπτώσεις για την τράπεζα καθώς μέρος της κρατικής βοήθειας που έλαβε στο παρελθόν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη από την ΕΕ και να ζητηθεί η επιστροφή του.

Τρίτον,  είχε παρέλθει ο χρόνος για την αποεπένδυση στην Εθνική Ασφαλιστική και στις παρατάσεις που δόθηκαν.

Συνεχίζοντας, ο  CEO της τράπεζας,  εξήγησε την  όλη  διαδικασία με το CVC, λέγοντας πως  ήταν ο μοναδικός επενδυτής, από τους 45 που προσέγγισαν οι σύμβουλοι της Εθνικής,  που επανήλθε το περασμένο φθινόπωρο με ανανεωμένη προσφορά για την απόκτηση της Εθνικής Ασφαλιστικής.

«Εκτός από την πώληση εξετάσαμε και άλλα σενάρια, όπως η εισαγωγή στο ΧΑ, ωστόσο αυτό θα είχε αμφίβολη έκβαση και ίσως δυσμενέστερο αποτέλεσμα για την τράπεζα», ανέφερε στους μετόχους ο κ. Μυλωνάς,

υποστηρίζοντας πως το ΤΧΣ, έδωσε εγγράφως τη συγκατάθεση του για να προχωρήσει η πώληση, εκτιμώντας  πως το CVC, έχει σημαντική εμπειρία επενδύσεων σε ασφαλιστικές εταιρείες.

Όσον αφορά τα αποτελέσματα 2020 της Εθνικής,  διεμήνυσε  πως η τράπεζα πέτυχε ισχυρή οργανική κερδοφορία πάνω από 40%, στα 430 εκατ. ευρώ, ότι με την τιτλοποίηση των 6 δις ευρώ ο δείκτης καθυστερήσεων μειώνεται στο 13,6% από 31% το 2019,  και πως  η τράπεζα έχει σήμερα δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 16,7% και θα διαμορφωθεί πάνω από το 18% με την ολοκλήρωση της τιτλοποίησης και την πώληση της ασφαλιστικής εταιρείας.

Κατόπιν, απαντώντας σε ερώτηση μετόχου σημείωσε ότι  η Εθνική θα δώσει μέρισμα σε 1-2 χρόνια, μόλις ολοκληρωθούν οι ενέργειες στο μέτωπο των «κόκκινων» δανείων και αρθούν οι περιορισμοί λόγω της πανδημίας.

Σημειώνεται πως  το  τίμημα  έκλεισε στα  454 εκατ. ευρώ για το 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής, καθώς η εταιρεία  αποτιμήθηκε στα 505 εκατ. ευρώ.

Μέρος του τιμήματος, μέχρι και 120 εκατ. ευρώ, συνδέεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων μέχρι το 2026, καθώς στη συμφωνία περιλαμβάνεται και 15ετής σύμβαση για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων της Εθνικής Ασφαλιστικής από την ΕΤΕ σε αποκλειστική βάση.

Παράλληλα, η σύμβαση περιλαμβάνει και ρήτρες για αποζημιώσεις για ορισμένα μακροπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια υγείας (παλιαά συμβόλαια υγείας), για τα οποία η δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων είναι μικρή ή ανύπαρκτη.

Ταυτοχρόνως,  η Εθνική Τράπεζα δεσμεύεται να αποζημιώσει το CVC για επιδείνωση των αποθεματικών, δηλαδή για Ευθύνες Βέλτιστης Εκτίμησης από το Παλαιό Χαρτοφυλάκιο Υγείας.

Το ανώτατο όριο της αποζημίωσης για αυτό το παλαιό χαρτοφυλάκιο Υγείας είναι περιορισμένο χρονικά (5 έως 10 χρόνια από την ολοκλήρωση της συναλλαγής).

Αναφορικά με τη διάθεση τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων από το δίκτυο της Εθνικής Τράπεζας σύμφωνα με τη σύμβαση αγοραπωλησίας προβλέπεται:

Διορισμός της Εθνικής Τράπεζας,  ως ασφαλιστικού εκπροσὠπου της Εθνικής Ασφαλιστικής για χρονική διάρκεια 15 ετών με δυνατότητα 5ετούς παράτασης, υπό την προϋπόθεση της επαναδιαπραγμάτευσης και συμφωνίας αμοιβαία αποδεκτών όρων και προϋποθέσεων.

Αμοιβαία αποκλειστικότητα τόσο για την ΕΤΕ όσο και την Εθνική Ασφαλιστική μέσα σε τυπικά όρια, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων (π.χ. για μη προσφερόμενα προϊόντα κ.λπ.)

Δημιουργία κατάλληλης δομής διακυβέρνησης για την αποτελεσματική και αποδοτική συνεργασία μεταξύ των στελεχών των δύο μερών, ενώ οι προμήθειες, που θα καταβάλλονται στην ΕΤΕ σε τριμηνιαία βάση για την πώληση των προϊόντων της Εθνικής Ασφαλιστικής, θα βασίζονται στα τεχνικά κέρδη των ασφαλιστικών προϊόντων που θα πωλούνται, και όχι στο ύψος των ασφαλίστρων.

Τα σχετικά τεχνικά κέρδη θα προκύπτουν κατόπιν ετήσιας συμφωνίας λογαριασμών.

Πλέον, το CVC με την απόκτηση του 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής  καθίσταται ο μεγαλύτερος παίκτης στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, ενώ δεν αποκλείεται  να ακολουθήσουν και άλλες κινήσεις για την περαιτέρω ενίσχυση της θέσης του στην Ελλάδα, καθώς η ελληνική ασφαλιστική αγορά βρίσκεται σε περίοδο αναδιάταξης, όπως σημειώνουν καλά πληροφορημένες πηγές.

Υπενθυμίζεται  ότι η εταιρεία επενδύσεων  CVC Capital Partners δραστηριοποιείται σε  Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ και τα κεφάλαια που διαχειρίζεται είναι επενδυμένα σε πάνω από 90 επιχειρήσεις παγκοσμίως,   απασχολώντας  πάνω από 450 χιλιάδες εργαζόμενους.

Τα CVC Funds έχουν σημαντική εμπειρία επενδύσεων σε ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται από το 2017 έχοντας  επενδύσει περισσότερα από 750 εκατ. ευρώ.