Μένιος Φουρθιώτης: Δεν ζητά πλέον να επιστρέψει η αστυνομική συνοδεία

Ως έναν άνθρωπο που για λόγους πρεστίζ αποζητούσε σώνει και καλά πολυτελή αστυνομική φρουρά και θωρακισμένα οχήματα εμφανίζει η Δίωξη Εκβιαστών τον Μένιο Φουρθιώτη.

Το ζητούσε ήδη από το 2017-18 επί υπουργίας του κ. Νίκου Τόσκα, ως δήθεν στόχος της… «17Ν». Και θα έκανε τα πάντα για να το αποκτήσει, έστω και αν εκβίαζε την ίδια την… Αστυνομία με τον τρόπο που επιχείρησε να το κάνει.

Πληρώνοντας δηλαδή κάποια άτομα για να πραγματοποιούν «τρομοκρατικές επιθέσεις» εναντίον του και μετά να ζητά μετ’ επιτάσεως αστυνομική φύλαξη διότι κινδυνεύει δήθεν η ζωή του, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η δικογραφία και τον έχουν οδηγήσει στη φυλακή.

Επειδή η Αστυνομία δεν του χορήγησε εν τέλει φρουρά, δεν ενέδωσε δηλαδή στον εκβιασμό, η κατηγορία που του αποδόθηκε είναι απόπειρα εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος.

Και οι άλλες κατηγορίες, όμως, ήταν θεωρητικά αδύναμες αφού ακόμη και τα δύο κακουργήματα αφορούν αδικήματα εις βάρος του ιδίου (ηθική αυτουργία για την επίθεση με Καλάσνικοφ και για τον εκρηκτικό μηχανισμό στο σπίτι του). Τον έστειλαν, όμως, φυλακή με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα.

Αιτία, προφανώς, είναι και μία σειρά άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν εις βάρος του και τον έφεραν επικίνδυνο για τη διάπραξη νέων αδικημάτων, ύποπτο για την παραποίηση στοιχείων ή και ύποπτο φυγής αν δεν κρατηθεί μέχρι να δικαστεί.

Την ίδια ώρα, η Ασφάλεια εξετάζει ακόμη την καταγγελία του δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη, ότι ο κ. Φουρθιώτης είχε συνάψει συμβόλαιο θανάτου εναντίον του και εναντίον ενός άλλου ατόμου, αλλά και το πλήθος υλικού που κατασχέθηκε από το σπίτι και το γραφείο του (κινητά τηλέφωνα, σκληροί δίσκοι, USB sticks κ.λπ.).

Στο «μικροσκόπιο» είναι δύο ακόμη επιθέσεις εναντίον του 35χρονου παρουσιαστή και ενός συνεργάτη του, αν τυχόν και αυτές μεθοδεύτηκαν από τον ίδιο, οι καταγγελίες του πρώην υπουργού Εργασίας Γιάννη Βρούτση για την εισβολή στο γραφείο του με μπράβους, και βέβαια οι χρηματοδοτήσεις από το πρόγραμμα «Συνεργασία».

Οι Αρχές έχουν στη διάθεσή τους βιντεοληπτικό υλικό από τις κινήσεις των δύο δραστών – φερόμενων ως συνεργών του και φυσικών αυτουργών των επιθέσεων, που επίσης έχουν κριθεί προφυλακιστέοι.

Αυτοί οι δύο βαρύνονται και με μία πιο σοβαρή κατηγορία. Την απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά των αστυνομικών της ΔΙ.ΑΣ., μία ημέρα προτού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, «γαζώσουν» με 9 σφαίρες τον μαντρότοιχο του σπιτιού του, στον Διόνυσο. 

Ήταν λίγο πριν από τη 1.00 μ.μ. της Παρασκευής 16 Απριλίου, όταν αστυνομικοί που είχαν σταθμεύσει σε καντίνα στη Νέα Ερυθραία, έκαναν σήμα ελέγχου σε μία μαύρη δίκυκλη μοτοσυκλέτα YAMAHA, χωρίς πινακίδα κυκλοφορίας και με καμένο το πίσω φως πορείας.

Ο οδηγός της μηχανής φορούσε λευκό κράνος, μαύρο μπουφάν και σκούρου χρώματος παντελόνι. Ο συνοδηγός μαύρη κουκούλα και σκούρα ρούχα, ενώ κρατούσε ένα σάκο σκούρου χρώματος. Οι δύο άντρες που επέβαιναν στο δίκυκλο δεν σταμάτησαν στο σήμα των αστυνομικών, αλλά επιτάχυναν.

Οι τρεις συνολικά άνδρες της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., επιβαίνοντες σε δύο υπηρεσιακές μοτοσυκλέτες, άρχισαν να τους καταδιώκουν. Ένας είπε στην κατάθεσή του: «Δεν γύρισε να μας κοιτάξει κανένας από τους δύο και γι’ αυτο πιστεύω πως δεν είχαν αντιληφθεί την παρουσία μας. Η μοτοσυκλέτα στη διασταύρωση των οδών Ερυθραίας και Αγίων Σαράντα μπήκε ανάποδα στο στενό της οδού Ορφέως. Αφού κινήθηκε λίγα μέτρα έκανε, αναστροφή και μπήκε στην οδό Αγίων Σαράντα με κατεύθυνση προς τις οδούς Ελ. Βενιζελου και Θησέως. Κρίναμε ύποπτες τις κινήσεις, τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας, αλλά και την εμφάνιση των επιβατών της, οπότε αποφασίσαμε να τους ακολουθήσουμε προκειμένου να τους ελέγξουμε».

Κάποια στιγμή, στην αρχή της Λεωφόρου Θησέως, ο συνοδηγός έβγαλε από το σάκο που κρατούσε ένα πυροβόλο τύπου Καλάσνικοφ, γύρισε αριστερά τον κορμό του προς το μέρος των αστυνομικών και πυροβόλησε τουλάχιστον τέσσερις φορές, με τους άντρες της ΔΙ.ΑΣ. να μην ανταποδίδουν.

«Είδα τη φλόγα από την πρώτη βολή, ίσως και τη δεύτερη, συνολικά άκουσα τέσσερις βολές, βολή κατά βολή. Η μηχανή κινούνταν με περίπου ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα», αναφέρει ο αστυνομικός, επισημαίνοντας ότι από τον συνοδηγό έπεσε ένας σάκος. Σε αυτόν βρέθηκαν τρεις κάλυκες με βιολογικό υλικό. Από την εργαστηριακή εξέταση του ληφθέντος υλικού οι Αρχές ανακάλυψαν DNA το οποίο ταυτίζεται με εκείνο ενός εκ των κατηγορουμένων, του Γ.Σ., ενώ εντοπίστηκε γενετικό μείγμα και άλλων ατόμων.

Λίγες ώρες αργότερα, με το ίδιο όπλο ένας από τους δράστες πυροβόλησε, σύμφωνα με την Αστυνομία, 9 φορές τον μαντρότοιχο του σπιτιού του παρουσιαστή. Ο ίδιος βρισκόταν μέσα στο σπίτι και παρακολουθούσε όλο το κινηματογραφικό σκηνικό από τις οθόνες του κλειστού κυκλώματος.

Στη συνέχεια, κάλεσε την Αστυνομία και με τρεμάμενη φωνή είπε: «Eλάτε γρήγορα, με σκοτώνουν!». Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο μάζεψαν τους κάλυκες, από τους οποίους διαπιστώθηκε συνάφεια με την επίθεση στους αστυνομικούς, πριν από 22 ώρες. Από εκεί και πέρα, η δουλειά των αστυνομικών ήταν εύκολη.

Εντόπισαν δύο σεσημασμένους ανθρώπους της νύχτας, 42 και 48 ετών, οι οποίοι όμως είχαν και ένα κοινό χαρακτηριστικό που τους συνέδεσε με τον κ. Φουρθιώτη, πέραν από τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους.

Τουλάχιστον ο ένας εκ των δύο είχε εργαστεί ως προσωπικό ασφαλείας στο κανάλι όπου εργάζεται ο παρουσιαστής, ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, τους ζητούσε να εργάζονται και ως ασφάλεια του ιδίου.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο κ. Φουρθιώτης τούς είχε ζητήσει (και τους είχε πληρώσει με 40.000 ευρώ) για να του… επιτεθούν την ώρα που έγινε η συμπλοκή με τη ΔΙ.ΑΣ. Και επειδή αργούσαν τότε να έρθουν, τους έψαχνε στα κινητά τηλέφωνα, τα οποία όμως αυτοί είχαν αφήσει σπίτι τους για να μην προδοθούν, προφανώς, από το σήμα των κεραιών.

Έτσι, πήγαν μετά από 22 ώρες για να κάνουν τη «δουλειά» με το ίδιο όπλο αλλά με το αυτοκίνητο του ενός αντί για τη μοτοσυκλέτα. Ακολούθησε και η τοποθέτηση αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού στο σπίτι του (22-4-2021), μετά την οποία η Αστυνομία προχώρησε στις συλλήψεις κρίνοντας και αυτή σκηνοθετημένη.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»