Κατά της στρατιωτικοποίησης της διαφοράς της χώρας μας με την Τουρκία και σταθερά προσανατολισμένος στο διάλογο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, δηλώνει ο Γιώργος Κατρούγκαλος, βουλευτής και Τομεάρχης Εξωτερικών του κόμματος και εξηγεί στη «Βραδυνή της Κυριακής» πώς η άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και η αποτροπή μέσω των Ενόπλων Δυνάμεων απομακρύνει την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου.

Ο κ. Κατρούγκαλος χαρακτηρίζει «ατυχή» τη δήλωση Γεραπετρίτηγια τα 6 ναυτικά μίλια καθώς όπως λέει, «όσο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ορίζει τις κόκκινες γραμμές της αποθρασύνει περαιτέρω την τουρκική παραβατικότητα» και απαντά για τις διαφορετικές απόψεις που καταγράφονται στον ΣΥΡΙΖΑ στα εθνικά θέματα.

Την ώρα που το OrucReis βρίσκεται μια ανάσα από το Καστελόριζο και η Τουρκία προαναγγέλλει γεωτρήσεις στην περιοχή, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία καταγγέλλει την κυβέρνηση ότι απλώς παρακολουθεί τη δραστηριότητά του. Τι θα κάνατε εσείς αν ήσασταν κυβέρνηση; Θα είχατε προχωρήσει σε αποτροπή με κίνδυνο η Ελλάδα να χρεωθεί ένα πιθανό θερμό επεισόδιο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά κατά της στρατιωτικοποίησης της διαφοράς με την Τουρκία και πάντοτε προσανατολισμένος σε λύση μέσω του διαλόγου και, σε περίπτωση αποτυχίας, με παραπομπή στη Χάγη.  Η αποτροπή όμως,όταν ασκείται όπως πρέπει, απομακρύνει, δεν προκαλεί, την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου, γιατί συνδυάζεται με την διπλωματία και τη συμπληρώνει. Ενεργεί κυρίως προληπτικά, αποθαρρύνοντας ακόμη και ως προοπτική τη χρήση βίας της άλλης πλευράς.

Γιατί επί της διακυβέρνησης μας δεν είχαμε παρόμοια φαινόμενα αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων μας με αυτά που ανέχεται η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας; Γιατίτο μήνυμα «ούτε να το διανοηθείτε» είχε σταλεί με σαφήνεια και είχε υπηρετηθεί με πράξεις: Την μία και μοναδική φορά, τον Οκτώβριο του 2018,  όταν η Τουρκία επιχείρησε να μας δοκιμάσει και να πραγματοποιήσει παράνομες έρευνες στην υφαλοκρηπίδα μας, πήρε την απάντηση που έπρεπε: αποτροπή χωρίς κλιμάκωση.

Πώς σχολιάζετε τη δήλωση του κ. Γεραπετρίτη σχετικά με την εθνική «κόκκινη γραμμή» στα 6 μίλια; Αποτελεί υποχώρηση από την εθνική γραμμή ή πρόκειται για ρεαλιστική στάση και αναγνώριση ενδεχομένως μαξιμαλιστικών θέσεων της χώρας μας έναντι της Τουρκίας;

Αλλοίμονο αν θεωρήσουμε ότι η υπεράσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αποτελεί μαξιμαλισμό. Οι δηλώσεις στις οποίες αναφέρεστε χαρακτηρίσθηκαν, δικαίως, ως ατυχείς από πολιτικούς και διπλωμάτες του ίδιου του κυβερνητικού στρατοπέδου, γιατί ισοδυναμούν ουσιαστικά με πρόσκληση στην άλλη πλευρά να δοκιμάσει την κλιμάκωση της επιθετικότητας της όχι μόνον επιχειρώντας μεταξύ των 6 και των 12 μιλίων αλλά και δυτικά του 28ου Μεσημβρινού, ή με την -ήδη προαναγγελθείσα- αποστολή γεωτρύπανου στην υφαλοκρηπίδα μας. Με άλλα λόγια, όσο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ορίζει τις κόκκινες γραμμές της αποθρασύνει περαιτέρω την τουρκική παραβατικότητα.

Δεδομένου ότι στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής δόθηκε πίστωση χρόνου στην Τουρκία πριν την επιβολή κυρώσεων, η Αθήνα ξεκίνησε μπαράζ διπλωματικών πρωτοβουλιών ζητώντας εμπάργκο όπλων στην Τουρκία και αναστολή της τελωνειακής ένωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας, κινήσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ χαρακτηρίζει «παιχνίδι εντυπώσεων». Τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα;

Το εμπάργκο και η αναστολή της τελωνειακής ένωσης προέκυψαν ως επικοινωνιακοί αντιπερισπασμοί για να καλύψουν την αποτυχία της κυβέρνησης να εξασφαλίσει πλαίσιο κυρώσεων. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης είχε θέσει ως μοναδικό στόχο για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Σεπτεμβρίου τη λήψη παρόμοιας απόφασης.Συγκεκριμένα, στο από 9/9 άρθρο του στους Times έγραφε χαρακτηριστικά: «Αργότερα αυτόν τον μήνα, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πραγματοποιήσουν ειδική σύνοδο για να αποφασίσουν με ποιον τρόπο θα απαντήσουν. Εάν η Τουρκία αρνηθεί να λογικευτεί έως τότε, δεν βλέπω άλλη επιλογή παρά να επιβάλουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ουσιαστικές κυρώσεις». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προανήγγειλε στις 28/8 ότι  «θα δαγκώνουν οι ευρωπαϊκές κυρώσεις έναντι της Τουρκίας», ενώ στις 19/9 ήταν ακόμη πιο σαφής: «Θα υιοθετηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ένας κατάλογος κυρώσεων, που έχει ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. (…)  Δεν θα είναι καλό για την Ευρώπη να μην υιοθετήσει κατάλογο κυρώσεων και την επόμενη ημέρα να αποδειχθεί ότι όλα αυτά που έλεγε ο κ. Ερντογάν ήταν προσχηματικά, μόνο και μόνο για να αποφύγει μια απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.»

Εντός του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ δεν υπάρχει ομοφωνία για τα εθνικά θέματα. Για παράδειγμα σε άρθρο του ο Σωτήρης Βαλντέν συμφωνεί με τη δήλωση Γεραπετρίτη για τα 6 ν.μ. και κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για ανευθυνότητα και δημαγωγία. Από την άλλη ο Αλέξης Τσίπρας εμμένει στη σκληρή γραμμή για επέκταση στα 12 ν.μ, αρχικά από την Κρήτη. Τελικά ποια είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ και γιατί η επέκταση στα 12 ν.μ. δεν έγινε επί διακυβέρνησής του;

Ο σ. Βαλντέν έχει πράγματι διαφορετική άποψη από αυτή που έχει διαμορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ με τις δημοκρατικές διαδικασίες που τον διακρίνουν. Παρά τις όποιες προσωπικές διαφωνίες, όμως, η σχετική στρατηγική μας είναι διαμορφωμένη από την εποχή ήδη που είμασταν στην κυβέρνηση. Θυμίζω ότι όταν τον Οκτώβριο του 2018 είχαμε προαναγγείλει την απόφαση για σταδιακή επέκταση των χωρικών υδάτων, η ΝΔ μας κατηγορούσε ότι με την τμηματική επέκταση αποδεχόμαστε, τάχα, τις τουρκικές θέσεις ότι το Αιγαίο είναι «ειδική περίπτωση».  Μετεκλογικά αποδέχθηκε πλήρως την δική μας λογική. Χαρακτηρίζετε ως «σκληρή γραμμή» την επέκταση των χωρικών μας υδάτων, αυτή όμως έχει ήδη γίνει δεκτή από τον κ. Δένδια, ως προς το Ιόνιο και την Κρήτη. Ως προς το γιατί δεν  επεκτείναμε εμείς τα χωρικά ύδατα έχω απαντήσει πολλές φορές: Το νομοσχέδιο για την επέκταση στο Ιόνιο είχε συνταχθεί και είχε ανακοινωθεί στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής.  Δεν πρόλαβε να συζητηθεί γιατί μεσολάβησαν οι πρόωρες εκλογές.

Πώς κρίνετε την απόφαση της κυβέρνησης να συμφωνήσει με την Αλβανία παραπομπή της διαφοράς μας για τη χάραξη ΑΟΖ στη Χάγη;

Έχουμε πολλές φορές πει ότι το Δικαστήριο της Χάγης είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για την επίλυση μιας διαφοράς που δεν μπορεί να λυθεί στη φάση της διαπραγμάτευσης. Περιμένουμε όμως επίσημη ενημέρωση γιατί σπεύδουμε να πάμε τώρα στη Χάγη για την διαπραγμάτευση της ΑΟΖ με την Αλβανία, η οποία είχε φτάσει πολύ κοντά στην ολοκλήρωση της.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»