Γκας Αβρακώτος, ο Έλληνας υπερπράκτορας που νίκησε τους Σοβιετικούς

«Αβράκωτος» μπορεί στα αγγλικά να μην σημαίνει κάτι, αλλά στα ελληνικά… φανερώνει πολλά κυρίως για την κοινωνική προέλευση του φέροντος το όνομα.

Του ειδικού συνεργάτη

Οι Έλληνες στις Ηνωμένες Πολιτείες διέπρεπαν και διαπρέπουν κατά τεκμήριο, σε όλους σχεδόν τους τομείς.

Το περίφημο “δαιμόνιο” της φυλής, στις ΗΠΑ βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του, και είναι χιλιάδες οι ιστορίες φτωχών παιδιών, που έφτασαν στο νέο κόσμο, στηρίχθηκαν στις ικανότητες τους και αναδείχθηκαν σε καίριες θέσεις, και κέρδισαν τεράστιες περιουσίες.

Αλλά υπάρχουν κάποιοι συμπατριώτες μας, που όχι απλώς διέπρεψαν στον επαγγελματικό τους τομέα, αλλά επηρέασαν και τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας, με τις παρεμβάσεις τους.

Ο λόγος για τους συμπατριώτες μας που έκαναν καριέρα στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών την περιβόητη CIA, και ενεπλάκησαν στις πιο σκοτεινές στιγμές του Ψυχρού Πολέμου, και εν γένει της Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας.

Ο πιονέρος ήταν ο περιβόητος Τομ Καραμεσίνης, ο οποίος αναδείχθηκε στα υψηλά κλιμάκια της CIA υπηρέτησε στη χώρα μας από το 1948, και ως σταθμάρχης μετά τον εμφύλιο πόλεμο, και πραγματοποίησε στην εντέλεια τα σκιώδη σχέδια των Αμερικανών για την Ελλάδα. Μεταξύ αυτών λειτούργησε ως οδικός χάρτης για όλες τις κατοπινές “σκοτεινές” επιχειρήσεις στην Ευρώπη.

Ο Καραμεσίνης ήταν αυτός που μαζί με τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο ίδρυσαν την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών-Ερευνών, -δηλαδή την μετέπειτα ΚΥΠ και σημερινή ΕΥΠ- στον απόηχο του εμφυλίου πολέμου.

Και λέμε “ίδρυσαν μαζί” γιατί ο Καραμεσίνης έχοντας πακτωλό δολαρίων και την τεχνογνωσία, έστησε τα πάντα, και κράτησε για τον εαυτό του τον ρόλο του υπερασπιστή της χώρας από κάθε εξωτερική και εσωτερική απειλή. Με λίγα λόγια την “κομμουνιστική απειλή”…

Ο Καραμεσίνης προσλήφθηκε από τους πρώτους στη CIA το 1947 όταν ιδρύθηκε η Υπηρεσία, και η μεγάλη του επιτυχία στην Ελλάδα, ανέβασε πολύ τις μετοχές του στην Ουάσιγκτον. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 ανέλαβε επικεφαλής Σχεδιασμού στην CIA, μια θέση από την οποία σχεδίαζε μυστικές αποστολές σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ αυτών που χρεώνονται ή πιστώνονται (ανάλογα από ποια οπτική γωνία το βλέπει κάποιος) στον Καραμεσίνη είναι και δολοφονικές απόπειρες κατά του Κάστρο, η καταδίωξη και εξόντωση του Τσε Γκεβάρα στα βουνά της Βολιβίας, και η στήριξη στον Πινοσέτ κατά το πραξικόπημα της Χιλής…

Ο άνθρωπος αυτός, άνοιξε το δρόμο για τους συμπατριώτες μας, και προσέλαβε πολλούς. Ο Καραμεσίνης εκπαίδευσε προσωπικά όλους τους Ελληνοαμερικανούς πράκτορες που θα διαδραμάτιζαν κεφαλαιώδη ρόλο από το απριλιανό πραξικόπημα και το πραξικόπημα της Κύπρου μέχρι και πολλά ακόμα.

Οι Τζορτζ Ιωαννίδης, Γκας Λάσκαρης Αβρακότος, Τζορτζ Κάλαρης και πολλοί άλλοι, ήταν “μαθητές” του, και τότε οι Έλληνες ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα της CIA μετά τους Αγγλοσάξωνες. Ήταν η εποχή της “Greek mafia” όπως αποκαλούσαν τους Ελληνοαμερικάνους οι υπόλοιποι βλέποντάς τους να προχωρούν ακάθεκτοι και να διαχειρίζονται πακτωλούς κονδυλίων.

Πολλοί έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο αλλά ένας εξ αυτών ξεχώρισε για την δράση του, η οποία κέρδισε έναν πόλεμο για τη Δύση, και συνέβαλλε κατά πολύ στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο λόγος για τον Γκας Λάσκαρη Αβρακότο, ή Αβράκωτο όπως είναι το σωστό. Απλώς το “Αβράκωτος” μπορεί στα αγγλικά να μην σημαίνει κάτι, και να προφέρεται δυσκολότερα με τον τονισμό στην προπαραλήγουσα, αλλά στα ελληνικά… φανερώνει πολλά κυρίως για την κοινωνική προέλευση του φέροντος το όνομα. Κι επειδή μεταξύ των μελών της ελληνικής κοινότητας το να λέγεσαι “Αβράκωτος” ενώ κατέχεις σημαίνουσα θέση, ήταν μειωτικό, ο δαιμόνιος πράκτορας άλλαξε τον τονισμό…

Άλλαξε την ιστορία της δεκαετίας του 80

Όποιος είδε την ταινία “Παιχνίδια Εξουσίας” με τον Τομ Χάνκς, δεν μπορεί να μην θυμάται τον μακαρίτη πια, Φίλιπ Σέϋμουρ Χόφμαν που υποδυόταν τον Γκας Αβρακώτο. Έναν τύπο αυθόρμητο, νευρικό, χωρίς ηθικούς φραγμούς, αψύκορο βωμολόχο, και κυρίως εκτός πλαισίου αστικής ευγενείας και δεοντολογίας, αφού δεν δίσταζε να σπάσει την τζαμαρία των γραφείων του προϊσταμένου του, ή να μιλά αγενώς σε σνομπ τύπους. Αυτό ήταν στην πραγματικότητα.

Έτσι τον περιγράφει στο βιβλίο του “Charlie Wilson’s War” (εκδόθηκε το 2003 και αργότερα έγινε ταινία) ο αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Κράϊλ, ο οποίος έκανε γνωστό το ευρύ κοινό τον Αβρακώτο. Τον αποκαλούσαν «Μίστερ Βρόμικο» ή «Τζειμς Μποντ των φτωχών».

Όπως και να τον έλεγαν πάντως, το βέβαιο είναι πως ο ελληνικής καταγωγής πράκτορας Γκαστ Λάσκαρης Αβρακώτος κατάφερε να δημιουργήσει έναν θρύλο γύρω από το όνομα του διεκπεραιώνοντας την πιο ακριβή αποστολή στην ιστορία της CIA, χρησιμοποιώντας το 70% του προϋπολογισμού της. Να κερδίσει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, στηρίζοντας τους Μουτζαχεντίν κατά των Σοβιετικών.

Ο Αβρακώτος ήταν μετανάστης δεύτερης γενιάς, παιδί μιας φτωχής οικογένειας, που γεννήθηκε το 1938 στην πόλη Αλικίπα της Πενσυλβάνιας. Ο πατέρας του ήταν από τη Λήμνο.

Ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μικρός το σχολείο για να βοηθήσει τη φτωχή οικογένειά του και δούλεψε αρχικά σε χαλυβουργείο και αργότερα πουλούσε τσιγάρα στις ταβέρνες της περιοχής. Επανήλθε στο σχολείο και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ το 1962.

Τη χρονιά της αποφοίτησης του προσελήφθη από την CIA που εκείνη την περίοδο έδινε την ευκαιρία σε απόφοιτους πανεπιστημίου να εξελιχθούν μέσα στο ίδρυμα του Λάνγκλεϊ.

Με κύριο προσόν τη γνώση της ελληνικής γλώσσας ξεκίνησε την καριέρα του στην Ελλάδα λίγο πριν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και παρέμεινε στο κλιμάκιο της CIA στην Αθήνα έως το 1978, όταν ανακλήθηκε στην Ουάσιγκτον. Η ανάκληση του οφείλεται στην αποκάλυψη του ονόματος του από τον συνάδελφό του Φίλιπ Έιτζι, ο οποίος είχε αποκαλύψει σχεδόν όλους τους πράκτορες της CIA ανά τον πλανήτη.

Ο Αβράκωτος υπήρξε σύνδεσμος της CIA με την χουντική κυβέρνηση και ειδικά με τον δικτάτορα Ιωαννίδη που τους ένωναν και τα ίδια φανατικά αντικομμουνιστικά αισθήματα.

Φέρεται να ήταν εκείνος που τους συμβούλεψε να μην δώσουν διαβατήριο στον Ανδρέα Παπανδρέου, όπως ζητούσε ο Λευκός Οίκος αλλά τους παρότρυνε «να… εκτελέσουν τον αλήτη, γιατί θα επιστρέψει και θα τον βρουν μπροστά τους».

Επίσης φέρεται να είχε δώσει εντολή στον Δημήτρη Ιωαννίδη να εκτελέσει το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου και Αρχιεπισκόπου Μακάριου στην Κύπρο. Αυτό δεν αποδείχθηκε ποτέ. Αλλά ο Δημήτρης Ιωαννίδης έλεγε σε συνομιλητές του (μεταξύ αυτών και κάποιοι που αργότερα εντάχθηκαν σε κόμμα εξουσίας) ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τον Αβρακώτο, ότι οι αμερικανοί θα στήριζαν την παρακινδυνευμένη ενέργεια του πραξικοπήματος. Δημοσίως πάντως ο Ιωαννίδης είχε πει μόνο ότι αρνείται να μιλήσει γι’ αυτό επειδή “εάν πει όσα ξέρει, οι έλληνες όλοι θα γίνουν κομμουνιστές”.

Ο Αβρακώτος βίωσε μια ακραία στιγμή στην Αθήνα με την δολοφονία του προϊσταμένου του Ρίτσαρντ Γουέλς, από την 17Ν, τον Δεκέμβριο του 1975. Ήταν κολλητοί φίλοι, και μάλιστα λέγεται ότι ο Γουόλς ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας της παρουσίας του Αβρακώτου. Πάντως ο Αβρακώτος αμέσως μετά ζήτησε να αναλάβει προσωπικά την υπόθεση για να ανακαλύψει τους δολοφόνους και να τους πληρώσει με το ίδιο νόμισμα.

Στο Λάνγκλεϊ απέρριψαν αμέσως το αίτημα του λόγω του κακού του προφίλ, αφού τον θεωρούσαν άξεστο και επιθετικό, και δεν εμπιστεύονταν τις αντιδράσεις του. Η Αθήνα δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε Φαρ Ουέστ. Μετά από αυτό και για μεγάλο χρονικά διάστημα ο Αβρακώτος δεν εργαζόταν σε καμία υπόθεση.

Στα τέλη της δεκαετίας του 70 έγινε μια μεγάλη εκκαθάριση στη CIA, με κριτήρια φυλετικά όπως λέγεται, αφού εκκαθαρίστηκαν πολλοί μη αγγλοσαξωνικής καταγωγής. Ο Αβρακώτος γλίτωσε εξαιτίας κάποιων ισχυρών φίλων που είχε ακόμη, και τελικά βρήκε μια θέση στο σταθμό της CIA στη Βηρυτό, όπου διέπρεψε και έκανε το μεγάλο όνομα.

Στο γραφείο της Βηρυτού υπαγόταν και η περιοχή του Αφγανιστάν, στην οποία από το 1979 είχαν εισβάλει οι Σοβιετικοί για να υποστηρίξουν το φιλικό τους καθεστώς. Οι Αμερικανοί ανησύχησαν και ο πρόεδρος Κάρτερ συνέστησε ένα γραφείο στο Λευκό Οίκο για την παρακολούθηση της κατάστασης.

Αρχικά, το γραφείο υπολειτουργούσε, αλλά η έλευση του Ρόναλντ Ρίγκαν στην εξουσία άλλαξε το σκηνικό.

Η επιτροπή του Κογκρέσου για τις μυστικές υπηρεσίες, είχε ως επικεφαλής τον Δημοκρατικό γερουσιαστής από το Τέξας τον Τσαρλς Γουίλσον, ο οποίος ήταν φανατικός αντικομμουνιστής. Αρχικά η επιτροπή αυτή υπολειτουργούσε. Όταν έστρεψε το ενδιαφέρον της στο Αφγανιστάν ζήτησε ενίσχυση από τη CIA η οποία του έστειλε τον Αβρακώτο, και αυτός με τη σειρά του την στελέχωσε με τεχνοκράτες.

Ο Γουίλσον προετοίμασε με την βοήθεια του έλληνα πράκτορα προετοίμασε μια γιγαντιαία συγκεκαλυμμένη επιχείρηση για την ενίσχυση των Αφγανών μουτζαχεντίν, που μάχονταν τους Σοβιετικούς. Αρχικά δεν τους πήραν στα σοβαρά. Όταν όμως άρχισαν να έρχονται θεαματικά αποτελέσματα εξαιτίας της εκπαίδευσης των μουτζαχεντίν και του εξοπλισμού τους, η Επιτροπή του Γουίλσον συγκέντρωνε το ενδιαφέρον πολλών στην Ουάσιγκτον.

Από τα λίγα εκατομμύρια δολάρια των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 80, έφτασε να απορροφά το 70% του προϋπολογισμού της CIA. Και δικαίως ονομάστηκε “η μεγαλύτερη επιχείρηση στην ιστορία της CIA”. Ο Γκας Αβρακώτος ήταν ο άνθρωπος που την έφερε σε πέρας και νίκησε τους Σοβιετικούς, ενισχύοντας και εκπαιδεύοντας τους Μουτζαχεντίν.

Ο Αβρακώτος γνώρισε έναν νεαρό φανατικό μουτζαχεντίν τον οποίο στήριζε και ανέδειξε, εξαιτίας της πίστης του στον σκοπό, της πειθαρχίας του και της αφοσίωσης στα αντικομμουνιστικά ιδεώδη. Το όνομά του …Οσάμα μπιν Λάντεν!!

Οι Σοβιετικοί έβλεπαν με τρόμο πια, τους Αφγανούς να αμύνονται σοβαρά, και να προκαλούν τεράστια πλήγματα, κάτι που έκανε τη Μόσχα να επανεξετάσει τα πράγματα, αφού η οικονομική αιμορραγία θα έδινε το τελειωτικό χτύπημα σε μια ετοιμόρροπη οικονομία.

Για την ιστορία:

Ο Αβρακώτος πήγε στο Κάιρο και αγόρασε εκατοντάδες χιλιάδες «Καλάσνικοφ» από τα αποθέματα του αιγυπτιακού στρατού, γιατί δεν έπρεπε να υπάρχει τίποτα που να συνδέει τη Δύση με τον οπλισμό. Επίσης σε συμφωνία με τους Πακιστανούς (έναντι αδρότατης αμοιβής) οι μουτζαχεντίν εκπαιδεύτηκαν στο έδαφός τους από άνδρες της CIA.

Το πρόβλημα της μεταφοράς του οπλισμού στα κακοτράχαλα εδάφη του Αφγανιστάν το αντιμετώπισε με ευφάνταστο τρόπο. Αγόρασε χιλιάδες μουλάρια από την Κύπρο, τα φόρτωσε σε καράβια και μέσω Πακιστάν τα πολεμοφόδια έφθασαν και στα πιο δυσπρόσιτα λημέρια των ανταρτών από τα συμπαθή τετράποδα.

Η χαριστική βολή για τους Σοβιετικούς ήλθε με τους αντιαεροπορικούς πυραύλους «Στίγκερ», που προμήθευσε ο Αβράκωτος στους αντάρτες. Ο Αβρακώτος και η ομάδα του εξέτασαν τα σημεία υπεροχής των Ρώσων, και κατέληξαν πως οι πύραυλοι Στίνγκερ ήταν η μόνη απάντηση. Βέβαια για να εκπαιδευτεί ένας Μουτζαχεντίν στους Στίνγκερ, έπρεπε να περάσει πολύς καιρός. Αλλά έγινε, και οι πύραυλοι αυτοί προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στη Σοβιετική Αεροπορία.

Και χωρίς ικανή αεροπορική κάλυψη οι Ρώσοι στρατιώτες ήταν καταδικασμένοι. Οι Σοβιετικοί βρέθηκαν τότε σε πολύ δύσκολη θέση.

Η επιχείρηση «Αφγανιστάν» τους κόστιζε πάνω από 3 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο, τα θύματα ήταν πολλά, η οικονομία της χώρας παρέπαιε. Έτσι, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ πήρε την απόφαση να αποσύρει τις σοβιετικές δυνάμεις από την περιοχή το 1989.

Η συνεισφορά του Ελληνοαμερικανού πράκτορα ήταν καθοριστική στο αποκληθέν «ρωσικό Βιετνάμ», που αποτέλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Σοβιετικής Ένωσης.

Βέβαια όπως ξέρουμε πια, αργότερα η επιχείρηση αυτή γύρισε εις βάρος των Αμερικανών και ο οπλισμός και τα χρήματα που έδωσαν στους Μουτζαχεντίν έθρεψαν το φαινόμενο των Ταλιμπάν και του Οσάμα Μπιν Λάντεν, τους οποίους μέχρι πρόσφατα μάχονταν οι Αμερικανοί στο Αφγανιστάν και όχι μόνο.

Ο Αβρακώτος συνταξιοδοτήθηκε το 1989 και στη συνέχεια απασχολήθηκε ως …δημοσιογράφος και αναλυτής στη News Corp. του Ρούμπερτ Μέρντοχ.

Το 1997 επανήλθε ως σύμβουλος στη CIA, όταν στο τιμόνι της βρισκόταν ένας άλλος ελληνοαμερικανός, ο Τζορτζ Τένετ.

Το 2003 εγκατέλειψε οριστικά το πρακτοριλίκι και την 1η Δεκεμβρίου 2005 τα εγκόσμια, χτυπημένος από τον καρκίνο του πνεύμονα, καθότι μανιώδης καπνιστής, που χρειάζονταν τουλάχιστον τέσσερα πακέτα ημερησίως.

Έκανε δύο γάμους και απέκτησε ένα γιο.

Η δράση του παρέμεινε σχεδόν άγνωστη, μέχρι που-όπως προείπαμε αρχικά- το 2003 ο αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Κράιλ κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ο Πόλεμος του Τσάρλι Γουίλσον» («Charlie Wilson’s War»).