Της Ειρήνης Μπέλλα

«Το μεγάλο στοίχημα του προϋπολογισμού είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής», αναφέρει στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής» ο υφυπουργός Οικονομικών, αρμόδιος για τη Δημοσιονομική Πολιτική, Θεόδωρος Σκυλακάκης, και διευκρινίζει ότι αυτό μπορεί να γίνει μέσω της αύξησης της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Όσον αφορά τα μειωμένα έσοδα για το 2019 του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι από το 2017 το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων παρουσίαζε τεράστια υποεκτέλεση, αλλά «εμφανίζονταν ως επενδύσεις χρήματα που απλώς έμπαιναν 30 Δεκεμβρίου από το λογαριασμό του ΠΔΕ στο λογαριασμό μιας δημόσιας επιχείρησης χωρίς να γίνεται στη χρονιά καμιά επένδυση». «Αυτό το ήξεραν οι Θεσμοί και η Στατιστική Υπηρεσία, αλλά το έκρυβε η πολιτική ηγεσία από την κοινή γνώμη, για λόγους ξεκάθαρα πολιτικούς», τονίζει ο κ. Σκυλακάκης.

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2019, τα έσοδα του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων ήταν μειωμένα κατά 777 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Σας προβληματίζει αυτό, καθώς οι επενδύσεις κατέχουν την πρώτη θέση στην ατζέντα της κυβέρνησης;

«Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι θεμελιώδης στόχος της κυβέρνησης. Το παραλάβαμε στα μισά του χρόνου, συνεπώς, και με δεδομένη τη χρονική υστέρηση που υπάρχει μεταξύ πολιτικών αποφάσεων και πραγματοποίησης επενδύσεων, ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξουμε το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα κατά τάξη μεγέθους, όπως θα κάνουμε φέτος και στα επόμενα έτη. Πριν όμως συζητήσουμε για την εκτέλεσή του πρέπει πρώτα να το μετρήσουμε. Γιατί, όπως αποκαλύψαμε πριν μερικές ημέρες, επί ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονταν ως επενδύσεις χρήματα που απλώς έμπαιναν 30 Δεκεμβρίου από το λογαριασμό του ΠΔΕ στο λογαριασμό κάποιας δημόσιας επιχείρησης χωρίς να γίνεται στη χρονιά καμία επένδυση».

Για ποιους λόγους πιστεύετε ότι γινόταν αυτό;

«Αυτό γινόταν γιατί από το 2017 και μετά, κατά κύριο λόγο δεν υπήρχαν ώριμα έργα, και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων παρουσίαζε τεράστια υποεκτέλεση. Το 2018, για παράδειγμα, οι πραγματικές επενδύσεις σε όλη τη Γενική Κυβέρνηση -για τα πάντα, δρόμους λιμάνια, κοινωνική πολιτική, κτίρια, υπολογιστές- ήταν 4,972 δισ. ευρώ. Ήταν δηλαδή 1,3 δισ. λιγότερες από ό,τι εμφανίζεται ως εκτέλεση στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Αυτό το πληροφορούνταν όσοι έβλεπαν τις στατιστικές, οι Θεσμοί, που έκαναν τις σχετικές επισημάνσεις στις εκθέσεις τους, και η Στατιστική Υπηρεσία, αλλά το έκρυβε η πολιτική ηγεσία από την κοινή γνώμη, για λόγους ξεκάθαρα πολιτικούς».

Οι επικεφαλής των κλιμακίων των Θεσμών θα φθάσουν στη χώρα μας. Θα συζητηθεί το ελληνικό αίτημα για άμεση ή έμμεση μείωση των πλεονασμάτων; Σε ποιους τρόπους εστιάζει η ελληνική πλευρά;

«Η συζήτηση για τα πλεονάσματα σε πολιτικό επίπεδο είναι ήδη δημόσια. Σε τεχνικό επίπεδο έχει αρχίσει η συζήτηση για θέματα όπως ο μηχανισμός εξομάλυνσης, που θα θέσει τέλος στο παράλογο φαινόμενο των υπερπλεονασμάτων, καθώς και για την επενδυτική χρήση των ANFAs και SMPs. Κλειδί για την επιτυχή κατάληξη αυτής της διαπραγμάτευσης είναι η σωστή τεχνική προετοιμασία. Όπως έχει πει και ο υπουργός Οικονομικών κ. Σταϊκούρας, προετοιμάζουμε τη δική μας ανάλυση βιωσιμότητας Χρέους, που είναι σωστό να συνοδεύει, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που έχουμε την υποχρέωση να καταθέσουμε την άνοιξη. Διότι η ανάλυση βιωσιμότητας Χρέους πρέπει να προσδιορίζει τους στόχους. Αυτό ειναι το καλύτερο και για την Οικονομία και για τους δανειστές».

Θα διεκδικήσετε τη δυνατότητα μεταφοράς των όποιων υπερπλεονασμάτων στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους;

«Το κλειδί του Μηχανισμού Εξομάλυνσης είναι να μην στοχεύουμε σε υπέρβαση του στόχου, και αν υπάρχει διαφορά, αυτή να εξομαλύνει τον κατά πρόγραμμα στόχο του επόμενου έτους, μέσα σε ένα λογικό περιθώριο, με τήρηση των λοιπών ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων και χωρίς να αλλάζει σε απολύτως τίποτε η ανάλυση βιωσιμότητας Χρέους».

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2019 οι στόχοι του προϋπολογισμού για το πρωτογενές πλεόνασμα επιτυγχάνονται. Στην κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2021 θα λάβετε υπόψη σας μια περαιτέρω μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων;

«Αυτός είναι ο στόχος της κυβέρνησης, και θα τον πετύχουμε».

Στις 30 Απριλίου λήγει η προστασία της πρώτης κατοικίας. Ποιος είναι ο σχεδιασμός σας για τη συνέχεια; Πώς θα προστατεύεται η πρώτη κατοικία;

«Έπεται μία σημαντική μεταρρύθμιση που αφορά το όλο πλαίσιο στο οποίο υπάγεται το ιδιωτικό χρέος. Αυτό το πλαίσιο πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να προβλέπει μία διαδικασία που να θέτει τέλος στην ατέρμονη καταδίωξη των φυσικών προσώπων που χρωστούν. Αυτό είναι το κλειδί και για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους και οι συνέπειές του στην πρώτη κατοικία».

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου ξεπερνούν το 1,6 δισ. ευρώ. Υπάρχει σχέδιο για το μηδενισμό τους και σε τι χρονικό ορίζοντα;

«Ναι, υπάρχει. Το έχουμε καταθέσει στους Θεσμούς, και μεγάλο μέρος της μείωσης θα πραγματοποιηθεί το 2020. Το υπόλοιπο θα γίνει μέσα στο 2021».

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το μεγάλο στοίχημα του προϋπολογισμού του 2020;

«Το μεγάλο στοίχημα του προϋπολογισμού είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Έχουμε υπολογίσει 557 εκατομμύρια από τη μεταρρύθμιση στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Είναι έσοδα που προέρχονται αποκλειστικά από φοροδιαφυγή μέσω της αύξησης της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Οι πολίτες, πλέον, έχουν πολύ ισχυρό κίνητρο να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα, όπως η κάρτα, για τις πληρωμές τους για να αποφύγουν τη δική τους φορολογική επιβάρυνση. Τους παροτρύνω να το κάνουν, με τη γνώση ότι τα χρήματα αυτά θα επιστρέψουν στους ίδιους υπό τη μορφή μειωμένων φόρων. Όταν διενεργούν ηλεκτρονικές συναλλαγές δυσχεραίνουν τη φοροδιαφυγή των άλλων και προετοιμάζουν την επόμενη φορολογική ελάφρυνση».

Ποιοι θα πρέπει να ωφεληθούν πρώτα αν διασφαλιστεί ο στόχος μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων για το 2021;

«Το πλαίσιο είναι ξεκάθαρο και το έχει θέσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα προκύψει στην περίπτωση που επιτύχουμε τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα αξιοποιηθεί, όπως έχει πει, σε ποσοστό 80% για τη μείωση των φόρων και 20% για κοινωνικές δαπάνες».

Από την Έντυπη Έκδοση