Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες έρευνες για τη διγλωσσία έχουν πραγματοποιηθεί από την Έλεν Μπιάλιστοκ στο πανεπιστήμιο Γιόρκ του Τορόντο. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της οι δίγλωσσοι άνθρωποι διαγιγνώσκονται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ 4 με 5 χρόνια αργότερα απ’ ότι οι μονόγλωσσοι.

«Όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε μία γλώσσα, τόσο καλύτεροι γινόμαστε σε αυτήν. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο αλλά παράλληλα, όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε δύο γλώσσες, τόσο περισσότερο αλλάζει ο εγκέφαλος μας», υποστηρίζει η Καναδή καθηγήτριας ψυχολογίας. Όταν αναφερόμαστε στα πλεονεκτήματα της διγλωσσίας στον εγκέφαλο, το μορφωτικό επίπεδο δεν παίζει ρόλο. Στην πραγματικότητα, τα πιο αδιάσειστα αποτελέσματα βρέθηκαν σε ανθρώπους που δεν είχαν κάποια μόρφωση ή ήταν αναλφάβητοι. Η διγλωσσία ήταν η μόνο πηγή διέγερσης για τον εγκέφαλο τους και όσο μεγάλωναν αυτή τον προστάτεψε από το γήρας.

Στην πραγματικότητα, η διγλωσσία δεν αποτρέπει τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Δεν μπορεί να επανορθώσει τη βλάβη στον εγκέφαλο σε όσους ήδη νοσούν, αλλά βοηθά τα άτομα να είναι περισσότερα λειτουργικά. «Είναι σαν ένας αθλητής με τραυματισμό να τερματίζει στον αγώνα, παρά το ότι έχει υποστεί ζημιά», εξηγεί ο Ταμάρ Γκόλαν, ερευνητής του Alzheimer‘s Disease Research Center στο Σαν Ντιέγκο.

Σύμφωνα με την Μπιάλιστοκ η χρήση δύο γλωσσών οδηγεί στην αποτελεσματική αναδιοργάνωση του εγκεφάλου. Όσο μεγαλύτερη είναι η εμπειρία μας με τη διγλωσσία, τόσο εντυπωσιακότερες οι αλλαγές. Όσο περισσότερο καιρό είναι κάποιος δίγλωσσος, τόσο μεγαλύτερες αλλαγές θα συμβούν στον εγκέφαλό του. Επίσης, η ηλικία και ο βαθμός στον οποίο θα γίνει κάποιος δίγλωσσός παίζουν σημαντικό ρόλο.

«Όταν είναι κάποιος δίγλωσσος, δεν μπορεί να σιγάσει τη μία γλώσσα, οπότε πρέπει συνεχώς να έρθει αντιμέτωπος με επιλογές που οι μονόγλωσσοι άνθρωποι δεν χρειάζεται να κάνουν», συμπληρώνει ο Γκόλαν. Οι άνθρωποι που έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο ή εκείνοι που κάνουν πολύ απαιτητικά επαγγέλματα μπορεί να δουν παρόμοια αποτελέσματα, όσον αφορά με τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Παρότι μπορεί να νοσήσουν, η σκληρή δουλειά που έχει κάνει ο εγκέφαλός τους όλα αυτά τα χρόνια, τον κάνει ανθεκτικό για περισσότερο καιρό.

Όσον αφορά συγκεκριμένα τους ηλικιωμένους «σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής, η εκμάθηση γλωσσών έχει πιο περιορισμένα αλλά σημαντικά οφέλη», εξηγεί η Μπιάλιστοκ. Όσο περισσότερο εξασκούμε τον εγκέφαλό μας τόσο αυξάνεται η ικανότητά του να μαθαίνει πράγματα και να διατηρεί την ευελιξία του.

Μερικοί ακόμη τρόποι για να ενισχύσετε τον εγκέφαλό σας είναι:

  • Ο επαρκής ύπνος
  • Η άσκηση
  • Η καλή διατροφή
  • Η διατήρηση του εγκεφάλου σε εγρήγορση

Η διγλωσσία είναι ένας τρόπος για να δημιουργείται το λεγομένο «γνωστικό αποθεματικό» για τον εγκέφαλο σας. «Το πιο σημαντικό όμως είναι να δίνετε ενέργεια στον εγκέφαλό σας», τονίζει η Καναδή καθηγήτρια. Και μιας και οι ενήλικες δεν έρχονται σε επαφή με πολλά ερεθίσματα, όπως το σχολείο και τα μαθήματα, είναι σημαντικό να συνεχίσουν να αναζητούν τέτοιες καταστάσεις όσο μεγαλώνουν. Μία συναυλία, μία επίσκεψη σε ένα φιλικό πρόσωπο και κάθε είδους κοινωνική αλληλεπίδραση κάνει καλό. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που πρέπει να αλληλοεπιδράσουμε με κάποιον ή με κάτι χρησιμοποιούμε τον εγκέφαλό μας.

Η άσκηση επίσης είναι μία ακόμη δραστηριότητα που προτείνουν οι ειδικοί. «Η αερόβια γυμναστική είναι το καλύτερο φάρμακο για τον εγκέφαλο», υποστηρίζει η Μπιάλιστοκ. Οι άνθρωποι που εξιτάρουν τον εγκέφαλό τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους παρουσιάζουν πολύ καλύτερη εικόνα στα γηρατειά. «Γι’ αυτό βλέπουμε μικρότερες επιδράσεις της διγλωσσίας σε πιο προνομιούχες κοινότητες και ομάδες. Αυτοί οι άνθρωποι ήδη πηγαίνουν στο γυμναστήριο και σε συναυλίες. Εμπλέκονται σε κοινωνικές ομάδες και αλληλεπιδρούν με άλλα άτομα. Όλα αυτά βοηθούν», καταλήγει η ίδια.

Πηγή: cnn.com