Στο περιοδικό «7 ΜΕΡΕΣ TV» παραχώρησε συνέντευξη η Κατερίνα Διδασκάλου και, μεταξύ άλλων, τοποθετήθηκε για το μεγάλο θέμα της επικαιρότητας με τις καταγγελίες βίας και σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο χώρο του θεάτρου.

Μάλιστα, αναφέρθηκε και σε δική της εμπειρία με άνθρωπο που άσκησε επάνω της βία αλλά και στο πώς αντέδρασε τότε.

«Βέβαια (έχω δεχτεί). Σε όλους μας έχει συμβεί αυτό. Θέλω να τονίσω ότι το θέατρο απλώς ρίχνει φως σε αυτή τη συνθήκη εξαιτίας της ζωντανής φύσης του. Δυστυχώς, κακοποιητικές συμπεριφορές υπάρχουν παντού, σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους. Την τελευταία διετία, η ενδοοικογενειακή βία έχει αυξηθεί στις χώρες της Ευρώπης κατά 50%. Σκεφτείτε ακόμα πως τον 21ο αιώνα, στην νομοθεσία πολλών χωρών, η άσκηση βίαιων συμπεριφορών δεν θεωρείται ποινικό αδίκημα».

Πώς αντέδρασε

Όσον αφορά για το ποια ήταν η αντίδρασή της απάντησε: «Απομακρύνθηκα αμέσως από τον άνθρωπο που τις ασκούσε. Το πρόλαβα! Δεν επέτρεψα να γιγαντωθούν».

«Κάποια πράγματα δεν είναι πολύ εύκολο να τα συζητήσεις ακόμα και με τους οικείους σου» συνέχισε, εξηγώντας πως της ήταν δύσκολο να εξομολογηθεί στα κοντινά της πρόσωπα το τι είχε συμβεί.

«Χρησιμοποιείται από πολλούς αυτή η αστεία καραμέλα του “γιατί τώρα””; Ακούω ανθρώπους να αναρωτιούνται γιατί τα θύματα “γιατί μοιράζονται σε αυτή τη συνθήκη συμπεριφορές που βίωσαν χρόνια πριν;”. “Μα, γιατί τώρα αισθάνονται δυνατοί”, απαντάω. Δεν είναι 20 χρονών να φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους και να υποκύπτουν στον εκβιασμό ότι δεν πρόκειται να δουλέψουν ποτέ».

«Γιατί τώρα, αν θέλετε, μπορούν έστω να πάρουν την εκδίκησή τους και τις αηδιαστικές, σάπιες, απεχθείς συμπεριφορές που έχουν βιώσει. Όταν συμβαίνει κάτι τόσο αποκρουστικό, κακό και επαίσχυντο, δεν έχεις πάντα τη δύναμη να το αποκαλύψεις. Δεν είναι τόσο απλό. Ο φόβος σε κρατά δέσμιο.

Πολύ σωστά πράττουν τόσο οι αθλητές, όσο και οι ηθοποιοί, οι τραγουδιστές, οι δικηγόροι και όλοι οι επαγγελματίες που εξομολογούνται ανοιχτά τα περιστατικά σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής βίας που έχουν αντιμετωπίσει. Είναι παθογένεια η εκμετάλλευση από τον οποιοδήποτε της σωματικής ή επαγγελματικής του υπεροχής απέναντι στο ιερό δικαίωμα της εργασίας». κατέληξε.