Η UNESCO προειδοποίησε για μια αύξηση 20% του αριθμού των μαθητών σε όλο τον κόσμο οι οποίοι δεν απέκτησαν το 2020 τις βασικές δεξιότητες ανάγνωσης που αναμένονται για την ηλικία τους, λόγω του μερικού κλεισίματος των σχολείων τους εξαιτίας της πανδημίας.

Ο αριθμός των παιδιών που δυσκολεύονται στην ανάγνωση αυξήθηκε κατά 100 εκατομμύρια στα 584 εκατομμύρια πέρυσι, αυξανόμενος πάνω από 20% και εξαλείφοντας την πρόοδο που σημειώθηκε κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αναφέρει λεπτομερής έκθεση της UNESCO που κάνει λόγο για «καταστροφή γενεών».

Ο βασικός αυτός δείκτης μετρά κάθε χρόνο τις δεξιότητες της ανάγνωσης των μαθητών (της Β’ και της Γ’ τάξης του Δημοτικού σχολείου), θεμελιώδεις γνώσεις οι οποίες, εάν δεν είναι γερές, μπορούν να ανακόψουν μακροπρόθεσμα την εκπαίδευση του μαθητή.

Η UNESCO φοβάται συνεπώς «μια δεκαετία» αναστάτωσης που θα οφείλεται στην κρίση και ζητεί την εφαρμογή «ιδιαίτερων προσπαθειών για την ενίσχυση μαθημάτων και στρατηγικών προκειμένου να καλυφθούν τα κενά».

«Η εκπαίδευση πρέπει να είναι προτεραιότητα στα μέτρα που λαμβάνονται απέναντι στην υγειονομική κρίση και στα προγράμματα ανάκαμψης», αντέδρασε η Οντρέ Αζουλέ, η γενική διευθύντρια της UNESCO.

«Η διεθνής συνεργασία πρέπει να συστρατευτεί για να εφαρμοστεί αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση και να διασφαλίσει τη συνέχιση της μάθησης», δήλωσε ενόψει της παγκόσμιας συνάντησης των υπουργών Παιδείας τη Δευτέρα, ένα χρόνο από την αρχή της πανδημίας.

«Το 65% των κυβερνήσεων των χωρών χαμηλού εισοδήματος μείωσε τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, έναντι 35% στις χώρες υψηλού εισοδήματος», αναφέρει η έκθεση.

Οι μεγαλύτερες «απώλειες μάθησης» αναμένονται να είναι στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική, καθώς και στην κεντρική και τη νότια Ασία.

Τα σχολεία παραμένουν τελείως κλειστά σε 30 χώρες, ανάμεσά τους το Μεξικό, η Ουγγαρία, η Σαουδική Αραβία. Μια πλειοψηφία χωρών επέλεξαν το μερικό άνοιγμα ή υπό όρους των σχολείων τους, όπως οι ΗΠΑ όπου διαδηλώσεις οργισμένων γονέων οργανώθηκαν από την αρχή της χρονιάς.

Τα σχολεία είναι ανοιχτά σχεδόν στις μισές χώρες του κόσμου (107 κράτη), κυρίως στην Αφρική, την Ασία και την Ευρώπη.