Θα δώσει τελικά το «παρών» στην ορκωμοσία των υπουργών ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος

Σκληρή στάση στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας κρατά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος. Μέσα από το νέο βιβλίο που έγραψε με τίτλο «Συνοπτική Θεώρηση της Εκκλησιαστικής Περιουσίας», το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις Εκδόσεις Κρήνη– αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύει σήμερα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»– υποστηρίζει σθεναρά το ματαιωθέν, τελικώς, τον Νοέμβριο του 2018, προσχέδιο συμφωνίας για την εκκλησιαστική περιουσία με την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αποκαλύπτει το παρασκήνιο της γνωριμίας του με τον τέως πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και εκφράζει την άποψή του για τον τότε αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Στο 223 σελίδων βιβλίο του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος προχωρά και σε μία εκτενή ιστορική αναδρομή του ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, θέμα το οποίο γνωρίζει όσο κανείς άλλος ιεράρχης σήμερα, αφού από το 1974 και εντεύθεν, ασχολήθηκε επισταμένα και εις βάθος.

Το παρασκήνιο της συμφωνίας του 2018

Το νέο βιβλίο του Αρχιεπισκόπου είναι το τέταρτο που έχει γράψει για τα συναφή θέματα τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, ο κ. Ιερώνυμος λέει: «Δεν ξεχνώ την ευτέλεια στην οποία υπόκεινται αρχιερείς και κληρικοί σε προθαλάμους υπουργείων, οργανισμών και φορέων, προκειμένου να διευθετηθούν υποθέσεις που αφορούν την περιουσία της Εκκλησίας. Θεωρώ ότι έφθασε πλέον ο καιρός να αντιμετωπιστεί το θέμα».

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει στη «Συνοπτική Θεώρηση» ο Αρχιεπίσκοπος, στόχος της Συμφωνίας του Νοεμβρίου 2018 με την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν να μπει ένα φρένο στον «εμφανή και αποκαρδιωτικό» διασκορπισμό της εκκλησιαστικής περιουσίας και να υπάρξει ένας ευκρινέστερος διαχωρισμός στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους.

Στο Ζ’ κεφάλαιο του βιβλίου, με τον τίτλο «Η Τελευταία Προσπάθεια», ο κ. Ιερώνυμος εξιστορεί και εξηγεί πώς και γιατί έφθασε στη ματαιωθείσα ιστορική συμφωνία με τον Αλέξη Τσίπρα και γράφει με εμφανή πικρία για το ναυάγιό της. «Δυστυχώς, δια γνωστούς πλέον λόγους επεκράτησε άλλο κλίμα. Γι’ αυτό και εγώ κράτησα τις απόψεις μου για τον εαυτό μου και πειθάρχησα, ως είχα χρέος, στη θέληση της πλειοψηφίας», αναφέρει, πικραμένος.

Ο Αρχιεπίσκοπος δείχνει να αφήνει ως παρακαταθήκη αυτό το βιβλίο-ντοκουμέντο, που υπέχει και ένα ρόλο προσωπικής «απολογίας» ώστε να καταγραφεί η προσπάθεια που κατέβαλε ο ίδιος, το 2018, να εκσυγχρονιστούν –όπως υποστηρίζει– οι σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους και να επιλυθεί οριστικά το πρόβλημα της μισθοδοσίας των κληρικών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, «που σκορπίστηκε ανώφελα», όπως γράφει ενδεικτικά. Δείχνει πεπεισμένος ότι η προσπάθεια αυτή πρέπει να συνεχιστεί. «Το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, παρά τις κρατούσες δυσμενείς συνθήκες παγκοσμίως, τίθεται επιτακτικά και πάλι, και μάλιστα τόσο ως προς τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους όσο και ως προς την πορεία των Εκκλησιαστικών μας πραγμάτων», γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου του.

«Εμπόδιο» το Φανάρι!

Εντύπωση προκαλεί που ο Αρχιεπίσκοπος δεν χάνει την ευκαιρία να «δείξει» ως έναν εκ των υπαιτίων του ναυαγίου εκείνης της Συμφωνίας, το Φανάρι, βάζοντας στο κάδρο των παραγόντων που συνετέλεσαν στη μη αποδοχή της, και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Επιτροπή που συγκροτήθηκε μεταξύ των δύο μερών για να διαπραγματευθεί το σχέδιο υλοποίησης της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι έκανε πολύ σημαντικά βήματα αμοιβαίων υποχωρήσεων, σε πολύ θετική κατεύθυνση, εντούτοις προσέκρουσε σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο-φράγμα: Στην αδιάλλακτη και αμετακίνητη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Κρήτης»!

Ο κ. Ιερώνυμος δέχτηκε δριμεία κριτική από ιεράρχες για τη Συμφωνία εκείνη, κατηγορηθείς ότι εκινείτο παρασκηνιακά για μεγάλο διάστημα και εν αγνοία της Ιεραρχίας των 82 μητροπολιτών. Στο βιβλίο του ο Αρχιεπίσκοπος υποστηρίζει ότι η πολύμηνη διαπραγμάτευση για τα θέματα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της μισθοδοσίας των κληρικών, για ουδένα ιεράρχη ήταν «κεραυνός εν αιθρία», καθώς η ΔΙΣ πάντα γνώριζε και πάντα ήταν ενήμερη για το περίγραμμα των συζητήσεων και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, όπως, άλλωστε, φαίνεται και από τα σχετικά συνοδικά πρακτικά, που παρουσιάζονται στο βιβλίο, και ιδιαίτερα από τις τοποθετήσεις του μητροπολίτη Μεσογαίας και του μητροπολίτη Πατρών. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για μία διαπραγμάτευση πίσω από κλειστές πόρτες.

Ο Αρχιεπίσκοπος σθεναρά υποστηρίζει ότι τα λεχθέντα και συζητηθέντα τελούσαν υπό την έγκριση της Ιεραρχίας. Επρόκειτο, άλλωστε, για πρόταση και όχι για συμφωνία, η οποία θα ενεδύετο το ένδυμα της συμφωνίας με προαπαιτούμενα τη συγκατάθεση της Ιεραρχίας, τη συναίνεση των κληρικών και τη συμμετοχή εκπροσώπων των κληρικών στις επιτροπές διαλόγου. Η σαφής και ξεκάθαρη διαχρονική θέση του Αρχιεπισκόπου είναι ότι η μισθοδοσία του Κλήρου δεν αποτελεί «χάρισμα» ή «δώρο» της Πολιτείας προς την Εκκλησία, αλλά συμβατική υποχρέωση της Πολιτείας, οφειλόμενη υποχρέωση, συμψηφισμός του χρέους της Πολιτείας προς την Εκκλησία για τις απαλλοτριώσεις, αναγκαστικές και λοιπές, της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Γνώριζε η Σύνοδος

Προκαταβολικά, όπως γράφει, ο Αρχιεπίσκοπος ενημέρωσε τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο πριν από τη συνάντηση με τον Αλέξη Τσίπρα στο Μέγαρο Μαξίμου. Η ΔΙΣ, όπως φαίνεται από τα πρακτικά, ήταν περιεκτικά ενημερωμένη για τις συζητήσεις μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας. Ο Αρχιεπίσκοπος χειρίστηκε το θέμα όχι εν κρυπτώ και παραβύστω, αλλά φανερά, με επίσημη εντολή της ΔΙΣ και συμμετοχή δύο συνοδικών συνέδρων κ.λπ. Στο βιβλίο του παραθέτει αποσπάσματα πρακτικών από τη συζήτηση αυτή. Κυριαρχεί η δυσπιστία των αρχιερέων για την αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο φόβος ότι η Εκκλησία θα διαχωριστεί και το Κράτος θα λέγεται ουδετερόθρησκο και ότι θα κοπούν οι μισθοί των ιερέων. Ο Ιερώνυμος εξηγεί και τους καθησυχάζει:

Μακαριώτατος: «…θα ισχύσει η Συμφωνία, εφ’ όσον εγκριθεί από την Ιεραρχία μας, η οποία θα συνέλθει, πιθανόν σε έκτακτη συνεδρίασή της, για να αποφασίσει περί αυτών των ζητημάτων. Φυσικό, όμως, είναι να δημιουργηθούν απορίες και γι’ αυτό πρέπει να ζητήσουμε τη δημιουργία Επιτροπής-Φορέως, που θα εξετάσει όλα τα ανακύπτοντα επί μέρους προβλήματα π.χ. μπορεί να έλθει άλλη Κυβέρνηση και να τα αλλάξει; Άλλοι πάλι θα κατηγορήσουν αμέσως ψευδώς, ότι κόπηκαν οι μισθοί των Ιερέων. Γι’ αυτό προτείνω στην Επιτροπή που θα συζητήσει τις λεπτομέρειες, να συμμετάσχουν και Κληρικοί μας. Ακόμη πρέπει να δημιουργηθεί και ο μηχανισμός του τρόπου πληρωμής. Πρέπει να έχουμε ένα υπόδειγμα, ίσως του Κράτους κ.λπ. Πάντως είναι η πρώτη φορά που το Κράτος αναγνωρίζει την περιουσία αυτή…».

Η γνωριμία με τον Αλέξη Τσίπρα

Για τη γνωριμία και την ιδιαίτερη χημεία που αναπτύχθηκε μεταξύ του κ. Ιερωνύμου και του κ. Τσίπρα έχουν γραφεί πολλά, ένθεν κακείθεν. Όταν ο κ. Τσίπρας ανέλαβε πρωθυπουργός το 2015, ήταν μόλις 41 ετών, ηλικιακά ο νεώτερος πρωθυπουργός της σύγχρονης Ελλάδος και ο Αρχιεπίσκοπος 77 ετών! Ήταν η διαφορά μίας ολόκληρης γενεάς, πατέρας και γιος… Κάποιοι έγραφαν τότε, εξ αφορμής και της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου στην κηδεία του πατέρα του κ. Τσίπρα, Παύλου Τσίπρα, πως αναπτυσσόταν μία πολύ καλή χημεία, όπου από τη πλευρά του κ. Ιερωνύμου υπήρχε η συγκατάβαση και υπομονή και από την πλευρά του κ. Τσίπρα η διάθεση για… «κατανόηση» της «άλλης πλευράς». Να θυμίσουμε ότι ο τότε πρωθυπουργός, αν και προέρχεται από αστική οικογένεια, δεν ήταν θρησκευόμενος, ούτε τηρούσε τις συμβατικές εκκλησιαστικές υποχρεώσεις (γάμος, βαπτίσεις κ.λπ.).  Ήταν λοιπόν για τον Αρχιεπίσκοπο ένα «λευκό» χαρτί να σμιλέψει, ενώ για τον κ. Τσίπρα ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ένας πρόθυμος να μιλήσει από την «απέναντι πλευρά».

Ο Αρχιεπίσκοπος αποφεύγει να υπεισέλθει στα προσωπικά και τα προσπερνά λέγοντας πως «με τον τέως πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα γνωριστήκαμε μέσω του μακαριστού δημάρχου Λεβαδείας Χρήστου Παλαιολόγου». «Στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας», συνεχίζει στο βιβλίο του ο Αρχιεπίσκοπος, «συναντηθήκαμε ευκαιριακά δυο τρεις φορές και όπως ήταν φυσικό οι συζητήσεις μας αναφέρονταν στα γενικώτερα προβλήματα της κοινωνίας και της πατρίδος μας. Μετά την εκλογή του ως πρωθυπουργού της χώρας με επισκέφθηκε εθιμοτυπικά και μεταξύ άλλων εθίγη και το θέμα, κατά την έκφρασή του, του “εξορθολογισμού” των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας. Μάλιστα ενθυμούμαι την πρότασή του το Κράτος να επιστρέψει στην Εκκλησία τα ακίνητα που η ίδια του έχει παραχωρήσει από 1/1/1945 για να αναλάβει αυτό την μισθοδοσία του Κλήρου».

Η σχέση με τον Κυρ. Μητσοτάκη

Ομοίως και για τον κ. Μητσοτάκη δεν υπάρχουν προσωπικές αναφορές. Μάλιστα, στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην αποσυρθείσα Συμφωνία του 2018, επειδή αναφέρει προς τους ιεράρχες της Συνόδου ότι «και με τον κ. Μητσοτάκη έχω μιλήσει και μου έχει υποσχεθεί ότι θα πράξει ό,τι θέλουμε», κάποιοι ισχυρίζονται ότι προκλήθηκε δυσφορία στο περιβάλλον του σημερινού πρωθυπουργού.

Είναι γνωστό ότι η πρώτη ανακοίνωση της Ν.Δ. μετά τις ανακοινώσεις Τσίπρα – Ιερωνύμου ήταν θετική, ενώ μόλις άρχισαν να γίνονται γνωστές οι αντιδράσεις μητροπολιτών και απλών ιερέων, υπήρξε επανατοποθέτηση, η οποία στρεφόταν κατά του ΣΥΡΙΖΑ και όχι βέβαια κατά της Εκκλησίας. Στον επίλογο, πάντως, αναφέρει τη στιχομυθία που είχε με τον κ. Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιούλιο του 2019. «Όλοι οι πιστοί, η Εκκλησία στο σύνολό της αναμένει την έναρξη αυτής της συνεργασίας», είχε πει τότε ο Αρχιεπίσκοπος. Άλλωστε, το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας τίθεται και πάλι επιτακτικά, ενώ είναι ένα ζήτημα μείζον για τον κ. Ιερώνυμο.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»