Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Κύριε Ανδριόπουλε, γεννηθήκατε δίπλα στην Αρχαία Ολυμπία. Στα παιδικά μάτια ο ιερός αυτός τόπος πώς φάνταζε;

«Αν μπορούσε κανείς να γυρίσει πίσω τότε, θα αντίκριζε μία άλλη Ελλάδα. Με τα θετικά και τα αρνητικά της. Στα θετικά, ότι οι άνθρωποι ήταν πιο πιστοί στις παραδόσεις και στις αξίες της ζωής, πιο γνήσιοι και με ποιότητα. Δίπλα η Ολυμπία, ακτινοβολούσε το γλυκό Ολύμπιο φως της, ιδιαίτερα την άνοιξη και τα καλοκαίρια, που οι λόφοι με τα πεύκα, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια έπαιρναν απίθανα σχήματα και απογείωναν τη φαντασία μου. Στα αρνητικά, η φτώχια και οι δυσκολίες εκείνων των χρόνων. Ανέσεις και μέσα δεν υπήρχαν, αλλά τα αντιστάθμιζε όλα η αισιοδοξία και η νιότη μας. Τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου τα κατάφεραν και βγήκαν νικητές».

Και η αγάπη για τη Μουσική πότε άρχισε;

«Στην παιδική ηλικία. Ό,τι ερχόταν ως ήχος στα αυτιά μου, με συνέπαιρνε. Επεδίωκα αδιάκοπα να βρίσκομαι κοντά σε ραδιόφωνο, για να ακούω μουσική. Όταν ο παππούς μου, που υπήρξε παλιός μετανάστης στην Αμερική και με το γυρισμό του είχε φέρει μαζί του δίσκους 78 στροφών Όπερας και Κλασικής Μουσικής, μου έβαλε στο φωνόγραφο άριες, χορωδιακά, και άλλα, απογειώθηκα. Τις μουσικές μου σπουδές όμως, τις ξεκίνησα μεγάλος, γιατί στην επαρχία δεν υπήρχαν, τότε, τα μέσα».

Τα συναισθήματά σας στην πρώτη σας συναυλία, στο «Ακροπόλ»;

«Θα έλεγα απορία και μεγάλο τρακ. Απορία, γιατί το “Ακροπόλ” ήταν κατάμεστο. Όρθιοι, ουρές, νέοι στους διαδρόμους μέχρι επάνω στη σκηνή. Χαμός. Και εγώ, πανελληνίως άγνωστος. Και τρακ μεγάλο, γιατί ήταν δύσκολο το εγχείρημα. Τα πράγματα δεν ήταν όπως σήμερα, που μας έρχονται με ευκολία δεκάδες καλλιτέχνες. Τα κριτήρια ήταν αυστηρά και αξιοκρατικά. Φυσικά, έπαιζε ρόλο το κύρος και το μέγεθος του Μάνου Κατράκη, που με σύστηνε “ως νέο συνθέτη”, και αυτό ήταν μεγάλη τιμή για μένα , αλλά και το ότι στην εν λόγω συναυλία είχα κοντά μου τρεις σπουδαίους: Ξυλούρη, Αλεξίου, Τσανακλίδου».

Από εκεί και μετά, μόνον ανοδική ήταν η πορεία σας. Και… Σεφέρης, Γκάτσος, Ελευθερίου, είχατε προτίμηση στους μεγάλους ποιητές, θέλατε να τους συστήσετε στο πλατύ κοινό;

«Ο δίσκος που σημείωσε την πρώτη μεγάλη μου επιτυχία ήταν το “Γράμματα στο Μακρυγιάννη” το 1979, σε στίχους Ελευθερίου – Μπουρμπούλη που τραγουδούσε ο Αντώνης Καλογιάννης και η ΄Αλκηστις Πρωτοψάλτη. Βέβαια, ακολούθησαν και άλλοι, όπως τα “Λαϊκά Προάστια” με τη Σωτηρία Μπέλλου. Επεδίωκα πάντα τον καλό στίχο, ακόμα και στα πιο απλά μου τραγούδια. Προεκτείνοντας αυτή μου την αντίληψη αντάμωσα τον ποιητικό στίχο και τους ποιητές. Αυτό μου ταίριαζε και αυτό έκανα. Ακολούθησα μία παράδοση, η οποία μας έρχεται από την ελληνική αρχαιότητα, όπου μουσικός και ποιητής ήταν το ίδιο πρόσωπο».

Εάν βάζατε στη ζωή σας έναν τίτλο από ένα τραγούδι σας ποιον θα διαλέγατε;

«Τραγούδι του παλιού καιρού: “Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια,

του κόσμου το ποτάμι είναι θολό”. Σας απάντησα με ένα στίχο του Νίκου Γκάτσου, που έχω μελοποιήσει».

Ποια στιγμή στην πορεία σας καθόρισε την επιτυχία σας;

«Τον Αύγουστο του 1978, οι τρεις συναυλίες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στο Θέατρο Λυκαβηττού, που ήταν κατάμεστο από τη νεολαία της εποχής. Τότε , ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση, αλλά με κυρίευσε και ένα αίσθημα ευθύνης για τον κόσμο που με εμπιστευόταν ως καλλιτέχνη. Η επιτυχία, ξέρετε, για να είναι σοβαρή και όχι εφήμερη, δεν έρχεται ξαφνικά. Απαιτεί γνώσεις, κόπο, διαρκή αναζήτηση. Να θέτεις ο ίδιος τα όρια στον εαυτό σου και να τα ξεπερνάς».

 Στις 15 Ιανουαρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τι θα ακούσουμε;

«Στο Μέγαρο θα επιχειρηθεί μία αναδρομή στη μακρά δημιουργική μου πορεία, που ξεκίνησε επίσημα το 1979 με το “Γράμματα στο Μακρυγιάννη”, και φτάνει στις μέρες μας με το πρόσφατο cd μου, τα “Εαρινά Τραγούδια”. Θα θυμίσουμε τραγούδια από τα “Λαϊκά Προάστια”, τους “Προσανατολισμούς”, τους “Αργοναύτες”, τις “Ωδές”, τον “Φιλόπατρι”, τις “Ξένες Πόρτες” και άλλα. Οι ερμηνευτές, δύο. Ο κορυφαίος Μανώλης Μητσιάς και η ανερχόμενη Θεοδώρα Μπάκα, της νεότερης γενιάς. Επίσης, το μουσικό σχήμα που θα τους συνοδεύσει, θα είναι αφαιρετικό αλλά ουσιώδες και πρωταγωνιστικό στο ρόλο του. Τρεις σπουδαίοι: Αχιλλέας Γουάστωρ – πιάνο, Αλέξανδρος Μποτίνης – βιολοντσέλο, Ηρακλής Ζάκκας – μαντολίνο, μπουζούκι».

Άλλα σχέδια;

«Αρκετά, παρότι έχω περιορίσει αισθητά τις εμφανίσεις μου σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό, όμως, που με απασχολεί, είναι να βρω τρόπο, δηλαδή Συμφωνική Ορχήστρα – Μικτή Χορωδία, αίθουσα κ.λπ., για να παρουσιάσω στην ολοκληρωμένη τους μορφή τους “Προσανατολισμούς” του Οδυσσέα Ελύτη. Δυστυχώς, συναντώ άρνηση και αδιαφορία. Να φανταστείτε ότι το έργο είναι έτοιμο, ενορχηστρωμένο, εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Ελπίζω τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ να ανταποκριθούν στο αίτημά μου και να μου διαθέσουν τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία τους, για να παιχθούν το καλοκαίρι οι “Προσανατολισμοί”».

Βιογραφικό

O Hλίας Ανδριόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Λατζόι, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία, και όταν τέλειωσε το σχολείο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών, ενώ παράλληλα εργαζόταν. Με αγάπη και βαθιά ευγνωμοσύνη θυμάται τους δασκάλους του, Μιλτιάδη Κουτούγκο, Ελένη Γαϊδεμβέργερ, Αντίοχο Ευαγγελάτο. Ανήκει στο νεότερο ρεύμα της ελληνικής Μουσικής, με έργο πολύπλευρο, αναγνωρίσιμο και αγαπητό. «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες»,«Πλατεία Βάθης», μερικά μόνον από τα τραγούδια του που λατρέψαμε. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα καλλιτεχνών, σημαντικές ορχήστρες στην Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν παρουσιάσει έργα του, κοντσέρτα ακόμη και για σαντούρι, έχει δώσει διαλέξεις και έχει γράψει βιβλία. Φιλόσοφος αλλά και προσιτός, είναι από τα «ιερά τέρατα» του χώρου, που δεν εντάχθηκε ποτέ στο star system.

Από την Έντυπη Έκδοση