Από τη Δευτέρα 4 Μαΐου και μετά από 42 ημέρες που μείναμε σπίτι, άρχισαν να γίνονται κάποια βήματα για την επιστροφή μας στη γνωστή, δεδομένη όπως όλοι πιστεύαμε, κανονική μας καθημερινότητά.  

Πειθαρχήσαμε, ακούσαμε τους ειδικούς, η κυβέρνηση πήρε άμεσα, και όπως αποδείχτηκε αποτελεσματικά, μέτρα, όσα μια υπεύθυνη και σοβαρή κυβέρνηση έπρεπε να πάρει. Ο πρωθυπουργός κέρδισε την εμπιστοσύνη του ελληνικού Λαού, ακόμη και αυτών που δεν τον ψηφίζουν. Ο καθηγητής κ. Τσιόδρας και ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας κ. Χαρδαλιάς ήταν αυτοί που με αγωνία περιμέναμε κάθε απόγευμα, στις 6, να μας ενημερώσουν υπεύθυνα και να μας οδηγήσουν με τις αναλύσεις, τις επισημάνσεις και τις προτάσεις τους, με ασφάλεια στην επόμενη μέρα.  

Από την προηγούμενη Δευτέρα, η ευθύνη του καθενός μας είναι μεγαλύτερη. Ο πόλεμος δεν τελείωσε. Αν δεν προσέξουμε, αν δεν τηρούμε τις αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ μας, αν η ένταξη και η εφαρμογή των μέτρων υγιεινής στην καθημερινότητά μας δεν μας γίνει βίωμα, ο κίνδυνος θα συνεχίσει να είναι μεγάλος.  

Η Επιστήμη δεν βρίσκεται ακόμα, δυστυχώς, σε θέση να γνωρίζει απόλυτα τα μέτρα προφύλαξης και θεραπείας του κορωνοϊού. Εμβόλιο ή φάρμακο για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του, δεν έχει ακόμα βρεθεί.  

Μέχρι και μία εβδομάδα πριν, στην παραλία της Θεσσαλονίκης αλλά και σε άλλους χώρους και διαδρομές όπου παρατηρήθηκε συνωστισμός και πλήθος κόσμου, κρίθηκε απαραίτητη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Τώρα, η σταδιακή άρση των μέτρων μας επιτρέπει, χωρίς καν την αποστολή του μέχρι σήμερα αιτήματος, να βγούμε από το σπίτι μας. Διατηρούμε όμως τις προτεινόμενες αποστάσεις ασφαλείας; Είμαστε ενάμισι μέτρο από τον άλλον; Φοράμε μάσκα όπου χρειάζεται; Φοβάμαι πως όχι. Συνεχίζω να διατηρώ τους φόβους μου πως αν μετά από τέτοια προσπάθεια και θυσίες επιστρέψουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, αν υποχρεωθεί η κυβέρνηση. λόγω της δικιάς μας ανευθυνότητας. να πάρει ξανά νέα μέτρα, τότε όλο και περισσότερο η ολοκληρωτική μας επιστροφή στην κανονικότητα, θα απομακρύνεται.  

Ανοίγουν και τα καταστήματα σιγά σιγά. Πιστεύω πως και οι ιδιοκτήτες, κι εμείς, βέβαια, θα τηρήσουμε τις οδηγίες, θα περάσουμε την πόρτα τους με ασφάλεια.  

Ο κλάδος του Τουρισμού, της Εστίασης και τόσοι άλλο, έχουν υποστεί μεγάλη ζημιά και η χρονιά, προς το παρόν, όπως ακούγεται από ανθρώπους του χώρου, είναι χαμένη. Πώς θα αντιμετωπιστούν οι οικονομικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων αυτών;  

Πού θα βρουν εργασία και απασχόληση οι εκατοντάδες χιλιάδες εποχικά εργαζόμενοι των συγκεκριμένων κλάδων; Η επόμενη μέρα θα είναι εντελώς καινούργια, πρωτόγνωρη, δύσκολη στην αντιμετώπισή της.   

Η κυβέρνηση απέδειξε, από την πρώτη μέρα της δύσκολης αυτής κατάστασης, πως νοιάζεται και για τους εργαζομένους και για τους εργοδότες. Πήρε μέτρα. Άνοιξε από το υστέρημα του προϋπολογισμού τους κωδικούς,  ώστε να απελευθερωθούν και να δοθούν χρήματα για την επιβίωση όλων.  

Τώρα ήρθε η ώρα της αλληλεγγύης. Τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποδείξει πως ειλικρινά επιθυμεί και εργάζεται γι’ αυτό, την άμεση δηλαδή, ουσιαστική και αποτελεσματική στήριξη των κρατών-μελών της που επλήγησαν περισσότερο από τον κορωνοϊό.  

Οφείλει, επιβάλλεται, να το πράξει τώρα. Αύριο, ίσως είναι αργά. Είναι βέβαιο, όπως μέχρι στιγμής φαίνεται, ότι οι αεροπορικές εταιρίες δεν θα μεταφέρουν φέτος τα εκατομμύρια τουριστών που μετέφεραν κάθε καλοκαίρι στα νησιά μας. Δεν θα ανοίξουν πολλές τουριστικές μονάδες, εστιατόρια, καφέ, μπαρ, χώροι αναψυχής. Πώς θα ζήσουν όλοι αυτοί; Πώς θ ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους;   

Καλό είναι το επίδομα, η πρόσκαιρη οικονομική βοήθεια. Η μόνη λύση, όμως, είναι να ανοίξουν οριστικά όλοι οι χώροι εργασίας, και οι εργαζόμενοι να επιστρέψουν κανονικά στη δουλειά τους. Ό,τι και αν κάνει και κάνει η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι αρκετό, δεν μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες που όσο περνάει ο καιρός αυξάνονται.   

Τώρα, πια, είναι η ώρα της Ευρώπης. Μιας Ευρώπης της αλληλεγγύης και της συνεργασίας, ασπίδας προστασίας που πραγματικά ανταπεξέρχεται, προστατεύει και βοηθάει τα μέλη της όταν και όσες φορές παρίσταται πραγματική, επιτακτική ανάγκη, όπως τώρα.