Θυμάμαι πριν από 30 χρόνια, όταν κάλυπτα το πολιτικό ρεπορτάζ της Ν.Δ. για την εφημερίδα «Καθημερινή», ότι είχα την ευκαιρία να κάνω μια μεγάλη συζήτηση με τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη, πρόεδρο, τότε, της Νέας Δημοκρατίας και μετέπειτα πρωθυπουργό, για τα Ελληνοτουρκικά και τους κινδύνους που κρύβονται από την τουρκική απειλή και επιθετικότητα.

Θυμάμαι, λοιπόν, πολύ ζωντανά τον αείμνηστο Κων. Μητσοτάκη να μου λέει ότι πραγματικό κίνδυνο από την Τουρκία δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε μέχρις ότου το καθεστώς της Άγκυρας αποφασίσει να αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λωζάννης. Τότε, νεαρός ρεπόρτερ, ομολογώ ότι δεν είχα εκτιμήσει όσο σωστά έπρεπε την προειδοποίηση Μητσοτάκη. Και πολύ φοβάμαι ούτε το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας στα χρόνια που μεσολάβησαν.

Αυτό, δυστυχώς, συνέβη το τελευταία χρόνια, όταν ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έφτασε μέχρι του σημείου να έρθει επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα και να θέσει την άποψή του και την τουρκική θέση για αλλαγή και αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου και του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Η πρόκληση του κυρίου Ερντογάν ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι κατέγραψε ο Τύπος της εποχής, δηλαδή πριν από ενάμιση, μόλις, χρόνο. Και τούτο, διότι ουσιαστικά ο πρόεδρος της Τουρκίας αμφισβήτησε επί ελληνικού εδάφους τα σύνορα της Ελλάδος και κατά συνέπεια και της Τουρκίας όπως αυτά καθορίζονται από τις Συμφωνίες της Λωζάννης, ήδη από το 1923. Δηλαδή αμφισβήτησε την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, όπως είναι η υφαλοκρηπίδα των νησιών μας κι οι θαλάσσιες ζώνες.

Έκτοτε, η Άγκυρα έχει ανεβάσει κατά πολύ τους τόνους της αντιπαράθεσής της με την Αθήνα, και όχι μόνο. Είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια και θα μετατρέψει κάποια στιγμή τα λόγια της σε έργα. Κατά καιρούς οι κυβερνήσεις της Τουρκίας έχουν αποδείξει ότι δεν μένουν στα λόγια αλλά ότι προχωρούν στην εφαρμογή όσων έχουν πει. Αυτό, μοιραία, δημιουργεί έντονη ανησυχία και προβληματισμό στη χώρα μας. Η Ελλάδα, η οποία σέβεται από το 1923, χωρίς καμιά υπαναχώρηση, τη Συνθήκη της Λωζάννης που είχαν υπογράψει στην ελβετική πόλη, οι τότε ηγέτες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης και ο Μουσταφά Κεμάλ εκ μέρους του νεοσύστατου, τότε, τουρκικού κράτους, λαμβάνει σοβαρά τις σημερινές τουρκικές προκλήσεις. Και ανησυχούμε, και προβληματιζόμαστε. Αλλά δεν φοβόμαστε και δεν εγκαταλείπουμε τις πάγιες αξίες και τα δίκαια του Ελληνισμού.

Σήμερα, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι αποφασισμένη να προστατεύσει με κάθε τρόπο τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Επιδιώκουμε και επιθυμούμε την ειρηνική επίλυση των διαφορών μας και ζητούμε να διαμορφώσουμε σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία. Και γι’ αυτό όχι μόνο ακολουθεί ρεαλιστική και αποφασιστική εξωτερική πολιτική, αλλά σφυρηλατεί ισχυρές συμμαχίες με τον παραδοσιακό μας σύμμαχο και ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο, τις ΗΠΑ. Η επιστολή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, που δηλώνει ότι η Ουάσινγκτον εγγυάται το status quo στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και την ασφάλεια της Ελλάδας, είναι μια πολύ σημαντική θετική εξέλιξη.

Όπως είναι η σφυρηλάτηση της συμμαχίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Πάνω από όλα, την ασφάλεια της εδαφικής μας ακεραιότητας εγγυώνται η ισχύς των Ενόπλων μας Δυνάμεων και η αποφασιστικότητα της ελληνικής κοινωνίας. 

Γι’ αυτό και εκτιμώ ότι όλοι οι Έλληνες απαιτείται να συσπειρωθούμε, ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις και σκοπιμότητες, γύρω από τον Κυριάκο και την κυβέρνησή του, για να υποβοηθήσουμε το τιτάνιο έργο που έχουν αναλάβει για την προάσπιση των εθνικών δικαίων και συμφερόντων. Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, μεμψιμοιρίες και κομματική εκμετάλλευση δεν χωρούν στη διαχείριση των μειζόνων εθνικών προβλημάτων μας. Απαιτείται εθνική σύμπνοια και ομοψυχία.