Εισήγηση του λέκτορα διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University κ. Άγγελου Χρυσόγελου στο 13ο Συνέδριο της ΝΔ |

«Μπορεί ο λαϊκισμός να αντεπιτεθεί;» η εισήγηση του λέκτορα διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University κ. Άγγελου Χρυσόγελου στο 13ο Συνέδριο της ΝΔ.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του κυβερνώντος κόμματος:

Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2019

Εισήγηση του λέκτορα διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University και συνεργαζόμενου εταίρου στη δεξαμενή σκέψης Chatham House, κ. Άγγελου Χρυσόγελου, με θέμα: «Μπορεί ο λαϊκισμός να αντεπιτεθεί;», στο 13ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας

Στη δικιά μου παρουσίαση μου ζητήθηκε να απαντήσω στο ερώτημα αν ο λαϊκισμός μπορεί να αντεπιτεθεί. Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα είναι λίγο παραπλανητικός. Και είναι παραπλανητικός γιατί φαίνεται να υπονοεί ότι ο λαϊκισμός είναι κάτι εξωτερικό προς τη δημοκρατία, ότι είναι μία εξωτερική απειλή προς τη δημοκρατία.

Πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι ο λαϊκισμός ενυπάρχει στη δημοκρατία. Κάθε πολιτικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας έχει μέσα του το σπόρο του λαϊκισμού. Επομένως, δεν ξεμπερδεύεις ποτέ με τον λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός είναι πάντα εδώ. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι οι λόγοι, ποιες είναι οι συνθήκες οι οποίες ενεργοποιούν τον λαϊκισμό.

Στην Ελλάδα είχαμε πρόσφατα μία σημαντική εκλογική νίκη κατά του λαϊκισμού. Θα ήθελα όμως να συζητήσουμε λίγο για τη διεθνή εμπειρία. Γιατί η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ένα φαινόμενο μόνο της τελευταίας δεκαετίας κατά την οποία συζητάμε για τον λαϊκισμό αλλά είναι ένα σταθερό φαινόμενο των πολιτικών συστημάτων στην Ευρώπη και την Αμερική τα τελευταία 30 χρόνια. Και μάλιστα ένα φαινόμενο το οποίο παρουσιάζει σταθερά ανοδικές τάσεις, όπως βλέπουμε. Πρέπει, επομένως, να συζητήσουμε τι ακριβώς ευνοεί την ανάπτυξη του λαϊκισμού, τι ακριβώς ευνοεί την ανάπτυξη του λαϊκισμού εδώ και τόσα χρόνια. Θα εξηγήσω ότι ο λαϊκισμός γιγαντώνεται με κρίσεις. Οι κρίσεις βοηθούν την ανάπτυξη του λαϊκισμού. Όμως ο λαϊκισμός δεν υποχωρεί όταν οι κρίσεις υποχωρούν. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, ειδικά για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα. Πρέπει να σκεφτούμε βαθύτερα για το ποιες είναι οι συστημικές πιέσεις που δέχεται η δυτική δημοκρατία, που δέχονται τα πολιτικά συστήματα σήμερα και που κάνουν τον λαϊκισμό ένα μόνιμο φαινόμενο.

Η πρώτη εξήγηση η οποία έχει δοθεί τα τελευταία χρόνια για την ανάπτυξη του λαϊκισμού είναι η οικονομία, η οικονομική κρίση. Για παράδειγμα, η κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008, η παγκόσμια οικονομική κρίση, η κρίση της Ευρωζώνης. Αυτό το οποίο κάνουν οι λαϊκιστές είναι να παρουσιάζουν την οικονομική κρίση ως μία αποτυχία του πολιτικού συστήματος, ως μία αποτυχία πολιτικής αντιπροσώπευσης. Ουσιαστικά οι λαϊκιστές λένε ότι το πολιτικό σύστημα ευθύνεται για την ανεργία, για την πτώση του βιοτικού επιπέδου, ότι το πολιτικό σύστημα επέτρεψε σε κάποιους να εκμεταλλευτούν το λαό. Και αυτό είναι το μήνυμα το οποίο έδωσαν όλα τα λαϊκίστικά κινήματα που δημιουργήθηκαν ενάντια στην οικονομική κρίση, όπως το Occupy στην Αμερική και τα κινήματα των αγανακτισμένων στην Ευρωζώνη.

Μία δεύτερη εξήγηση για την ανάπτυξη του λαϊκισμού, η οποία πιστεύω κατανοούμε όλοι σήμερα ότι αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, είναι η μετανάστευση και ιδιαίτερα στο περιβάλλον της πρόσφατης προσφυγικής κρίσης στην Ευρώπη. Πρέπει και εδώ να καταλάβουμε τη δύναμη του λαϊκισμού σε ό,τι έχει να κάνει με τη μετανάστευση. Ο ακροδεξιός λαϊκισμός δεν στέλνει απλά ρατσιστικά ή ξενοφοβικά μηνύματα. Ο ακροδεξιός λαϊκισμός λέει ότι η μετανάστευση και τα προβλήματα που δημιουργούνται με τη μετανάστευση είναι αποτελέσματα των πολιτικών ελίτ.

Ουσιαστικά ο λαϊκισμός μας λέει ότι η μετανάστευση είναι αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ οι οποίες απεργάζονται, για παράδειγμα, τον εξισλαμισμό της Ευρώπης. Και αυτό το λαϊκίστικό μήνυμα έχει βοηθήσει και στην ανάπτυξη του ακροδεξιού λαϊκισμού σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία, οι οποίες αντιμετώπισαν τα προβλήματα της προσφυγικής κρίσης. Όμως, υπάρχει ένα όμως. Το όμως είναι ότι αυτή η αντίληψη του λαϊκισμού ότι δημιουργείται από κρίσεις δημιουργεί και την εντύπωση ότι όταν υποχωρούν οι επιπτώσεις των κρίσεων υποχωρεί και ο λαϊκισμός. Επομένως, εάν καταπολεμήσουμε κρίσεις, όπως η οικονομική και η προσφυγική κρίση, τότε αναλόγως θα μειωθεί και ο λαϊκισμός. Θα δούμε για παράδειγμα ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανεργία μειωνόταν όλα τα χρόνια μετά την οικονομική κρίση σε σημείο ώστε το 2016 να έχει βρεθεί σε επίπεδα μικρότερα ακόμα και από αυτά που ήταν προ κρίσης. Και παρόλα αυτά ενώ μειωνόταν η ανεργία, ενώ οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης μειώνονταν είχαμε ότι είχαμε στις εκλογές του 2016. Έχουμε και το παράδειγμα της ανεργίας στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δυστυχώς αλλά συνολικά τα τελευταία 4 χρόνια έχουμε μια ανάκαμψη οικονομική.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε και κάποια σχετικά ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη, συνεχή μείωση της ανεργίας. Όμως αυτά ακριβώς είναι τα χρόνια κατά τα οποία βλέπουμε μια άνοδο του λαϊκισμού. Και τέλος βλέπουμε την περίπτωση της προσφυγικής κρίσης.

Η Ελλάδα και πάλι δυστυχώς είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Η Ελλάδα δυστυχώς είναι ιδιαίτερη περίπτωση σε πολλά ζητήματα αλλά συνολικά στην Ευρώπη οι επιπτώσεις της προσφυγικής κρίσης έχουν αντιμετωπιστεί κατά κάποιο τρόπο. Δεν έχουμε εν πάση περιπτώσει τις μαζικές εισόδους που είχαμε το 2015. Όμως αυτά τα τελευταία χρόνια είναι ακριβώς τα χρόνια που βλέπουμε τη συνεχή άνοδο των λαϊκιστών. Τη βλέπουμε εδώ αναλόγως και τις εισόδους από θαλάσσης. Αυτό το οποίο προτείνω επομένως είναι ότι πρέπει να σκεφτούμε για το λαϊκισμό λιγότερο με όρους κρίσεων και περισσότερο με όρους τάσεων. Οι κρίσεις τις οποίες έχουμε ζήσει τα τελευταία χρόνια είναι ουσιαστικά αποτύπωση βαθύτερων τάσεων, πιο συστημικών πιέσεων που δέχονται οι δυτικές δημοκρατίες σήμερα. Και θα πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν οι κρίσεις παρέρχονται αυτές οι τάσεις θα παραμένουν και ο λαϊκισμός επομένως έχει πάντα τη δύναμη να επανεμφανιστεί.

Βλέπουμε για παράδειγμα μια πολύ βασική τάση που υπάρχει σήμερα στις δυτικές δημοκρατίες, είναι η λεγόμενη συμπίεση της μεσαίας τάξης. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο υπάρχει αρκετά έντονα για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βλέπουμε ότι το πραγματικό εισόδημα της μεσαίας τάξης, της μέσης οικογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί ενώ σε πραγματικούς όρους τα έξοδα που μια οικογένεια έχει, έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Και αυτό είναι μια τάση η οποία προϋπήρχε της οικονομικής κρίσης. Βλέπουμε και στην Ευρώπη το ποσοστό της μεσαίας τάξης που δεν τα βγάζει πέρα.

Η Ελλάδα προφανώς είναι στην κορυφή αλλά αυτό ισχύει ακόμα και για χώρες μεγάλες, οικονομικά εύρωστες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, ακόμα και για χώρες οι οποίες έχουν γνωρίσει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια όπως η Πολωνία. Όταν η μεσαία τάξη νιώθει να συμπιέζεται, όταν η μεσαία τάξη νιώθει να συμπιέζεται από την οικονομική ανισότητα από τη μια μεριά και από την αυξημένη ανταγωνιστικότητα, τον αυξημένο ανταγωνισμό των μεγάλων ανερχόμενων οικονομιών κυρίως στην Ασία και ιδιαιτέρως της Κίνας, τότε που είναι η μεσαία τάξη παύει να λειτουργεί ως η ραχοκοκαλιά της δημοκρατίας και αρχίζει να προσελκύεται από εύκολες λύσεις, από εύκολα μηνύματα, από αυτούς οι οποίοι υπόσχονται ότι τα προβλήματα μπορεί να λυθούν για παράδειγμα με τον οικονομικό προστατευτισμό.

Μια άλλη τάση η οποία παρατηρείται τα τελευταία χρόνια είναι η άνιση, ανισομερής, ανισόρροπη κατανομή των κερδών της οικονομικής ανάπτυξης και των κερδών της οικονομικής ανάκαμψης των τελευταίων ετών ιδιαίτερα μεταξύ διαφορετικών περιοχών. Έχουμε από τη μια μεριά τις μεγαλουπόλεις της παγκοσμιοποίησης, πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και η Νέα Υόρκη οι οποίες συγκεντρώνουν όλο τον οικονομικό δυναμισμό. Και από την άλλη μεριά έχουμε εκτεταμένες περιοχές, περιοχές όπως για παράδειγμα η βόρεια Αγγλία ή οι μεσοδυτικές πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών οι οποίες υποφέρουν από οικονομικό μαρασμό, από αποβιομηχάνιση, από υποανάπτυξη. Και αυτό είναι κάτι το οποίο εμφανίζεται, έχει και πολιτικές επιπτώσεις. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες στις εκλογές η διαφορά μεταξύ της Χίλαρι Κλίντον και του Ντόναλντ Τραμπ ήταν ουσιαστικά η διαφορά μεταξύ πόλεως και επαρχίας. Μεταξύ των πόλεων οι οποίες έχουν μεγάλο οικονομικό δυναμισμό και μεταξύ των επαρχιών οι οποίες υποχωρούν.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και στο δημοψήφισμα για το Brexit. Οι κίτρινες κουκίδες οι οποίες ψηφίσανε φιλοευρωπαϊκά είναι οι μεγάλες πόλεις κυρίως το Λονδίνο και το Μάντσεστερ ενώ το μπλε είναι οι περιοχές οι οποίες γνώρισαν τα τελευταία χρόνια μεγάλη οικονομική εξαφάνιση.

Και τέλος, τα κίτρινα γιλέκα στο Παρίσι. Ένα κατ’ εξοχήν λαϊκίστικό φαινόμενο το οποίο είναι ουσιαστικά και ένα φαινόμενο της επαρχίας. Ήταν ένα φαινόμενο κατά το οποίο η επαρχεία εισέβαλε κατά κυριολεξία στην πρωτεύουσα.

Μία τρίτη τάση η οποία πιέζει και επηρεάζει τις διεθνής, τα εθνικά πολιτικά συστήματα είναι η τεχνολογική αλλαγή και ιδιαίτερα η τάση της αυτοματοποίησης. Οι εξελίξεις στην ρομποτική, στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν οδηγήσει έχουν κάνει πάρα πολλές δουλειές να χαθούν. Πάρα πολλές δουλειές τις οποίες τις κάναν άνθρωποι, πλέον τις κάνουν μηχανές. Και έχει και αυτό μία έντονη πολιτική αποτύπωση.

Όπως βλέπουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πολιτείες οι οποίες ψήφισαν κυρίως για τον Ντόναλντ Τραμπ είναι οι πολιτείες οι οποίες έχασαν και τις περισσότερες θέσεις εργασίας λόγω αυτοματοποίησης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα; Στην Ελλάδα πιστεύω τα τελευταία χρόνια ζήσαμε έναν λαϊκισμό της κρίσης. Ζήσαμε ξεκάθαρα έναν λαϊκισμό ο οποίος αναπτύχθηκε όταν το μοντέλο του οικονομικού κρατισμού κατέρρευσε. Αυτό το οποίο όμως πρέπει να καταλάβουμε, κάτι το οποίο μας δείχνει η διεθνής εμπειρία, είναι ότι σε άλλες χώρες αυτό που γνωρίσαμε, αυτό που βλέπαμε είναι ένας λαϊκισμός της ανάκαμψης. Αυτό δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη, η οικονομική ανάκαμψη έχουν και αυτές μέσα τους το σπόρο του λαϊκισμού. Γιατί όταν η οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική ανάκαμψη δεν γίνονται με ένα τρόπο ο οποίος είναι ισότιμος αλλά δημιουργεί νέες ανισότητες και νέους αποκλεισμούς, τότε και αυτό μπορεί να φέρει τον λαϊκισμό.

Σε αυτό το συνέδριο συζητάτε για πράγματα τα οποία, όπως είπατε, είναι θετικά και απαραίτητα για να βγει η χώρα από την κρίση. Επενδύσεις, εξωστρέφεια, νέες τεχνολογίες, ανταγωνιστικότητα, πράσινη μετάβαση. Αυτή είναι όμως η μία όψη του νομίσματος. Είναι τα πράγματα τα οποία είναι απαραίτητα για να βγει η χώρα από την κρίση. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι ακριβώς αυτές οι ίδιες εξελίξεις, ακριβώς η δυναμική της οικονομικής ανόδου, περιέχουν μέσα τους και πάρα πολλές εντάσεις, περιέχουμε μέσα τους και πάρα πολλά προβλήματα.

Όταν οι επενδύσεις υπερσυγκεντρώνονται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές, αυξάνεται η περιφερειακή ανισότητα. Όταν η οικονομία εκτίθεται όλο και περισσότερο σε διεθνείς πιέσεις, αυξάνεται η ανασφάλεια και η συμπίεση της μεσαίας τάξης. Όταν οι νέες τεχνολογίες αναπτύσσονται, αυξάνεται το ψηφιακό χάσμα μεταξύ αυτών που έχουν τις δεξιότητες και αυτών που δεν έχουν τις δεξιότητες και συνολικά αυξάνεται η ανασφάλεια.

Το μήνυμά μου, επομένως, για το αν μπορεί να αντεπιτεθεί ο λαϊκισμός είναι ότι ο λαϊκισμός όχι μόνο μπορεί να αντεπιτεθεί, θα αντεπιτεθεί, θα επανεμφανιστεί ακριβώς γιατί μπαίνουμε σε μία φάση ανάκαμψης. Και δεν είναι μόνο οι κρίσεις οι οποίες δημιουργούν τον κίνδυνο του λαϊκισμού. Πιο επικίνδυνος είναι ο λαϊκισμός ο οποίος εμφανίζεται σε φάσεις ανάκαμψης. Πιο επικίνδυνος είναι ο λαϊκισμός ο οποίος εμφανίζεται όταν τα κέρδη της ανάπτυξης δεν είναι δίκαια, δεν είναι ισότιμα κατανεμημένα, όταν δημιουργούν νέες ανισότητες και νέους αποκλεισμούς.

Σας ευχαριστώ πολύ.