Καραμούζης: Το ευέλικτο τραπεζικό σύστημα είναι η συνταγή επιτυχίας για σημαντικά έργα

Στον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, αναφορικά με την υλοποίηση των σχεδίων που αφορούν στο Ταμείο Ανάκαμψης, εστίασε ο γενικός διευθυντής εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας Βασίλης Καραμούζης, κατά την τοποθέτησή του, στο συνέδριο Fin Forum 2021, Shaping the future of banking & finance.

«Οι πόροι που θα διατεθούν στη χώρα μας είναι περίπου 32 δισ. ευρώ. Από αυτά περίπου τα 19,5 δις. ευρώ,  θα έχουν τη μορφή επιχορηγήσεων που κυρίως θα χρησιμοποιηθούν για δημόσια έργα, ενώ τα υπόλοιπα 12,5 δις. ευρώ  θα έχουν τη μορφή δανεισμού και θα κατευθυνθούν σε ιδιωτικά έργα», είπε ο κ. Καραμούζης.   

Κατά τον ίδιο : «Αυτά τα 12,5 δις. ευρώ  είναι που καλείται το τραπεζικό σύστημα να μοχλεύσει και να κατευθύνει αποτελεσματικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα. Είναι αυτά που μπορούν να οδηγήσουν σε ιδιωτικές επενδύσεις που θα ξεπεράσουν τα 30 δισ. ευρώ».

Συνεχίζοντας, σημείωσε πως μια ενδεικτική δομή χρηματοδότησης θα μπορούσε να είναι: 40% δάνειο Ταμείου Ανάκαμψης, 30% δάνειο συγχρηματοδότησης από εμπορική τράπεζα (co-financing) και 30% ιδία συμμετοχή του φορέα της επένδυσης.

Συγκεκριμένα, ο  γενικός διευθυντής εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής της ΕΤΕ, έκανε λόγο για τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν και θα πρέπει να κινούνται, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Ταμείου, στους βασικούς άξονες:

Πράσινη μετάβαση (38%). Ψηφιακή μετάβαση (13%). Απασχόληση και κοινωνική συνοχή (25%). Ιδιωτικές επενδύσεις και οικονομικός μετασχηματισμός (24%).

Όσον αφορά το φάσμα των πιθανών επενδύσεων είναι πολύ μεγάλο αλλά ενδεικτικά αναφέρεται : ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας. Υδρογόνο και η χρήση του στη παραγωγή ενέργειας, τις μεταφορές και στη βιομηχανία. Υποδομές ενέργειας (καλώδια, αγωγοί αεριού). Διαχείριση απορριμμάτων. Υποδομές δρόμων. Τουρισμός. Scalability ελληνικών εταιρειών (συγχωνεύσεις, capex)

Όμως, διευκρίνισε πως υπάρχουν και κάποιες επενδύσεις που θα πρέπει να συνδεθούν με την ανάγκη του μετασχηματισμού των οικονομιών συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την  απολιγνιτοποίηση που έχει σημαντικό αντίκτυπο στη Δ. Μακεδονία και την Πελοπόννησο.

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις ή τα έργα είναι, οι εταιρίες  που θα χρηματοδοτηθούν πρέπει καταρχήν να είναι αξιόχρεες (Bankable)και επιπλέον το έργο για το οποίο αιτούνται χρηματοδότησης να πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του ταμείου και η  δυνατότητα του φορέα της επένδυσης,  να συνεισφέρει ιδία συμμετοχή, καθώς το ύψος αυτής,  αποτελεί σημαντικό παράγοντα.

Αναφορικά με τη συμμετοχή των τραπεζών, ο κ. Καραμούζης υποστήριξε  ότι αυτή θα εστιασθεί σε έργα που έχουν συγκεκριμένο ταμειακό ανταποδοτικό χαρακτήρα, ώστε οι ταμειακές ροές του έργου να μπορούν να αποπληρώσουν το δάνειο του Ταμείου Ανάκαμψης και το δάνειο συγχρηματοδότησης.

Μάλιστα, στα  έργα ανταποδοτικού χαρακτήρα περιλαμβάνονται όχι μόνο αυτά  που παράγουν από μόνα τους έσοδα, αλλά και τα ΣΔΙΤ με αμοιβές διαθεσιμότητας, όπως π.χ. η ανέγερση σχολικών μονάδων μέσω ΣΔΙΤ.

Τα μη ανταποδοτικά έργα δημοσίου χαρακτήρα, όπως  οι ψηφιακές δεξιότητες στο δημόσιο τομέα,  θα χρηματοδοτηθούν κυρίως από επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και όχι μέσω δανεισμού.

Αυτά τα έργα είναι εξίσου σημαντικά, απλά η επιχορήγηση είναι ορθότερο εργαλείο λόγω της δυσκολίας μέτρησης συγκεκριμένων ταμειακών ροών που απαιτούνται κατά την αξιολόγηση ενός αιτήματος στα πλαίσια μιας πιστοδοτικής διαδικασίας.

Στη συνέχεια, ο  γενικός διευθυντής εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής της ΕΤΕ, διεμήνυσε :

«Στην Εθνική Τράπεζα, έχοντας αναγνωρίσει τη σημαντική ευκαιρία που αποτελεί το Ταμείο Ανάκαμψης για τη χωρά, την άρτια και καλά οργανωμένη προσπάθεια της κυβέρνησης  αλλά και τη βαρύτητα που θα έχει η επιτυχία του Ταμείου στην οικονομική ανάκαμψη της χωράς μας, έχουμε αποφασίσει και θέλουμε να είμαστε βασικός πυλώνας αυτής της σημαντικής Εθνικής προσπάθειας»

Όσον αφορά τις  χρηματοδοτήσεις, αυτές  θα γίνουν με τραπεζικά κριτήρια μέσω της αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων και προγραμμάτων, αξιοποιώντας το δυναμικό, την τεχνογνωσία και την εμπειρία των τραπεζών στον τομέα των δανειοδοτήσεων, εξηγώντας :

«Με αλλά λόγια, η διαδικασία αξιολόγησης των αιτημάτων δεν θα αλλάξει. Στόχος μας είναι να δοθούν τα χρήματα σε έργα αξιόχρεα που έχουν τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που θα τους δοθούν από το Ταμείο και τις τράπεζες».

Παράλληλα, έδωσε έμφαση στο πολύ σημαντικό κριτήριο  που αποτελεί η επιλεξιμότητα του έργου, λόγω του ότι το Ταμείο έχει συγκεκριμένους πυλώνες επένδυσης.

Πιο αναλυτικά:  πράσινη μετάβαση,  ψηφιακή μετάβαση,  απασχόληση, δεξιότητες και κοινωνική συνοχή και  ιδιωτικές επενδύσεις και μετασχηματισμός της οικονομίας.

Τελικά, το ποσό που θα δοθεί από το χρηματοπιστωτικό σύστημα εξαρτάται κυρίως από τρεις παράγοντες:  το ποσοστό των πόρων του Ταμείου που θα κατευθυνθούν σε έργα ανταποδοτικού χαρακτήρα,  τον αναμενόμενο βαθμό μόχλευσης και τις συνθήκες ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ολοκληρώνοντας, ο κ. Καραμούζης σημείωσε  ότι αυτό το ποσό θα κυμανθεί, τελικά, μεταξύ 12-14 δισ ευρώ ανάλογα με την τελική μόχλευση του συνόλου των έργων, με το τελικό ποσό που θα συνεισφέρει το τραπεζικό σύστημα στην εν λόγω προσπάθεια εξαρτάται περισσότερο από τα έργα και λιγότερο από τις δυνατότητες των τραπεζών.

Ενδεικτικά, το 2020 η ΕΤΕ  εκταμιεύσε κοντά στα 5 δις. ευρώ,  στηρίζοντας όλο το φάσμα των επιχειρήσεων,  ενώ το χαρτοφυλάκιο των ειδικών πιστοδοτήσεων, που έχει άμεση σχέση με τους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης και που περιλαμβάνει ΑΠΕ, μεγάλα έργα και εξαγορές, έχει πενταπλασιασθεί τα τελευταία έτη.

Βέβαια, υποστήριξε πως επειδή τα χρονικά περιθώρια είναι στενά,  γι’ αυτό οι τράπεζες θα πρέπει να υιοθετήσουν μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο συμμετοχής τους σε αναπτυξιακές δράσεις, όπως τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα και τον αναπτυξιακό νόμο, λέγοντας :

«Πρώτον,κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας αποτελεί το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της ειδικής υπηρεσίας συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης και των τραπεζών, καθώς μέσω των τραπεζών θα διοχετευθούν στις επιχειρήσεις και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το πλαίσιο αυτό δεν έχει μέχρι στιγμής εξειδικευθεί, αλλά είναι κάτι που αναμένεται να γίνει σύντομα. Θα πρέπει να αποφευχθούν όσο το δυνατόν γραφειοκρατικές διαδικασίες και η εγκριτική διαδικασία να μην υπερβαίνει χρονικά το συνήθη χρόνο που απαιτείται για μια τραπεζική χρηματοδότηση, χωρίς συμμετοχή άλλων φορέων.

Δεύτερον, η διαδικασία της αξιολόγησης από πιστοδοτικής πλευράς των έργων. Είναι γνωστό ότι η δυνατότητα άντλησης τραπεζικού δανεισμού είναι προαπαιτούμενη για την ένταξη οποιουδήποτε έργου στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Καλούμε όλους τους επενδυτές να έρθουν άμεσα σε επαφή με την τράπεζά τους και να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία αξιολόγησης των έργων, των business plan και γενικότερα της πιστοδοτικής διαδικασίας»

Για να καταλήξει:  «Στην Εθνική Τράπεζα έχουμε δημιουργήσει εσωτερικά Task Force με τη συνεργασία των σχετικών διευθύνσεων (Structured Finance, Investment Banking, Corporate Business Development), που ήδη συζητά με πελάτες πιθανές επενδύσεις και δρα συμβουλευτικά με στόχο την επιτυχή ένταξη των έργων στο Ταμείο αλλά και την εξασφάλιση του απαιτούμενου τραπεζικού δανεισμού.

Στη συγκεκριμένη συγκυρία, η ταχύτητα δεν είναι μόνο σημαντική ως προς την απορρόφηση του προγράμματος. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι και οι άλλες χώρες θα έχουν προγράμματα στήριξης και ότι θα ανταγωνιστούμε μαζί τους για την προσέλκυση ξένων επενδυτών.

Το να φτιαχτεί ένα πλαίσιο ένταξης απλό, κατανοητό και γρήγορο, το οποίο θα συνοδεύεται από ένα ευέλικτο και γρήγορο τραπεζικό σύστημα θα είναι  συνταγή επιτυχίας για την προσέλκυση σημαντικών έργων στη χώρα μας».