Τα τρία κατά σειρά κοινοβουλευτικά κόμματα Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ ενάμιση χρόνο μετά τις εθνικές εκλογές, αντιμετωπίζουν πρόωρα ή μη συζητήσεις στο εσωτερικό τους που αν δεν προσέξουν ενδέχεται να εξελιχθούν σε εσωκομματικές έριδες με τους προέδρους των κομμάτων να βρίσκονται πότε απολογούμενοι στο εσωτερικό τους και πότε αναγκασμένοι να κοιτάνε και προς το εσωκομματικό τους μέτωπο.

Για μεν, το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ έχουν δικαιολογία για μια τέτοια συζήτηση. Είναι κόμματα αντιπολίτευσης και έχουν πολιτικό χρόνο για εσωκομματικές αναλύσεις.

Για την κυβέρνηση όμως δεν υπάρχει ούτε χρόνος για χάσιμο, γιατί τα εσωκομματικά δεν αφορούν κανέναν και προπαντός δεν έχει την πολυτέλεια να ατονήσει από την προσπάθεια επιτυχούς αντιμετώπισης της πανδημίας και αυτοτελούς πολιτικής για τα εμβόλια.

Ωστόσο όμως το εσωκομματικό μέτωπο που άνοιξε στο κυβερνών κόμμα παραμονή των κρίσιμων διερευνητικών επαφών δείχνει δύο πράγματα. Ότι ποτέ δεν σταμάτησαν στο εσωτερικό της Ν.Δ οι διαφορετικές προσεγγίσεις και γραμμές και δεύτερον ότι αν κοιτάξει κανείς ανάποδα τις αναφορές Σαμαρά για τα εθνικά , στην ουσία διευκολύνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η διαπραγμάτευση στη συζήτηση των διερευνητικών επαφών που ανοίγει μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας, διαφορετική πρόοδο και κατάληξη θα έχουν αν δεν υπάρχει πίεση στο εσωτερικό και διαφορετικό αποτέλεσμα αν υπάρχει.

Στη παρούσα συγκυρία οι διαφοροποιήσεις Σαμαρά, διευκολύνουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, διότι αλλιώς είναι αν η Τουρκική ηγεσία ακούει φωνές από το κόμμα που επικεφαλής είναι ο πρωθυπουργός, αναφορές σαν του πρώην πρωθυπουργού όταν λέει όχι στο δόγμα του κατευνασμού, και αλλιώς είναι όταν υπάρχει αδιαφορία γιατί στη δεύτερη περίπτωση η πολιτική της Τουρκίας θα θεωρούν οι ίδιοι είναι πιο εύκολη για να περάσει.

Στον ΣΥΡΙΖΑ η κατάσταση είναι περισσότερο περίπλοκη και σίγουρα πιο αναίμακτη προς το παρόν αφού ο κ. Τσίπρας δεν βρίσκεται αυτός και το κόμμα του στη διακυβέρνηση της χώρας.

Ωστόσο όμως πρέπει να βιαστεί περισσότερο από τον Κυριάκο Μητσοτάκη γιατί οι διαφορετικές ιδεολογικές φωνές που εκφράζονται έχουν βαθύτερες πληγές και είναι πιο δύσκολο για να επουλωθούν.

Αν θέλει κάποια στιγμή να αποκτήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα πρέπει από τώρα που έχει τον χρόνο ως αντιπολιτευόμενο κόμμα να ξεκαθαρίσει τι είδους κόμμα θέλει να έχει, προς τα πού γέρνει ιδεολογικά, πιο κομμάτι της κοινωνίας θέλει να εκφράσει και αν πράγματι πιστεύει στην κοινωνική ισότητα. Δεν μπορεί κάθε τόσο και λιγάκι να διατυπώνονται φωνές σαν και αυτές που είχαν ταχθεί υπέρ του Κουφοντίνα.

Είναι για τον κ. Τσίπρα μεγάλο πρόβλημα και το λέει και ο ίδιος αφού αρκετοί από τους συνεργάτες του κινήθηκαν στη γραμμή του αδειάσματος αυτών των στελεχών που τάχθηκαν υπέρ του τρομοκράτη που καταδικάστηκε για τις πράξεις του από την ελληνική Δικαιοσύνη και όχι από κάτι άλλο και άρα αμφισβητούμενο.

Από τις επίσημες αρχές του κράτους, τη Δικαιοσύνη. Επομένως κάθε τέτοια φωνή έστω και με τον μανδύα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάνουν κακό και του προκαλούν σύγχυση στους πολίτες που απευθύνεται.

Στο Κίνημα Αλλαγής και εκεί δικαιολογημένα είναι να ακούγονται φωνές. Τα εκλογικά ποσοστά και τα δημοσκοπικά ευρήματα αποτελούν την αφετηρία για ανάδειξη εσωκομματικών τριβών.

Ο Ανδρέας Λοβέρδος που δηλώνει διεκδικητής της ηγεσίας δέκα μήνες πριν από τις εσωκομματικές εκλογές σίγουρα έχει τους λόγους του για να το κάνει και είναι προφανείς.

Ωστόσο όμως όπως του λέει η κ. Γεννηματά όταν η κοινωνία παλεύει να σταθεί όρθια σε υγειονομική και οικονομική κρίση, τα εσωκομματικά έρχονται σε δεύτερη μοίρα και σίγουρα δεν αφορούν και κανέναν στην κοινωνία.

Η κοινωνία βρίσκεται αλλού, λίγο την ενδιαφέρει αν ο Σαμαράς εκφράζει το ένα ή το άλλο, ελάχιστα τον απασχολούν οι απόψεις των 15 στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για τον Κουφοντίνα και λιγότεροι για το πότε στο ΚΙΝΑΛ θα διεξαχθούν εσωκομματικές εκλογές από τη βάση.

Την κοινωνία, και οι πολίτες της έχουν προβλήματα άλλου είδους. Τους απασχολούν τι θα κάνουν με τις δουλειές τους, πως θα τα βγάλουν πέρα οικονομικά, αν έχουν να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, αν μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, αν το κράτος κάνει μεταρρυθμίσεις προς όφελός τους.

Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα , αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με τ ‘ όνομά τους.