Κύριε Γιαννακόπουλε, το καλοκαίρι ανεβάσατε 4 διηγήματα του Στρατή Μυριβήλη στη γενέτειρά του, τη Λέσβο, που ονομάσατε «Χρωματιστές Ιστορίες». Τώρα παίζεται στο θέατρο «Σφενδόνη». Πείτε μας γι’ αυτό…

«Είναι τέσσερις μικρές και απολαυστικές ιστορίες, που όλοι λίγο πολύ έχουμε βιώσει. Η θεματολογία τους ποικίλλει. Απλές φαινομενικά, όμως η αριστοτεχνική ανάπτυξή τους απ’ τον Μυριβήλη ξεδιπλώνει έναν ολόκληρο κόσμο συναισθημάτων, χρωμάτων αλλά και κοινωνικών σχολίων. Ο άξονας, ωστόσο, της παράστασης, ο πυρήνας της, αλλά και συνδετικός κρίκος, είναι “Το τραγούδι της γης”. Το εμβληματικό λυρικό έργο του συγγραφέα, που, κυριολεκτικά, σε μαγνητίζει. Μια πορεία εναρμόνισης του ανθρώπου με τη Φύση, η οποία κινείται παράλληλα με την εξελικτική πορεία της ίδιας της ζωής του. Έτσι τα διηγήματα κινούνται πυρηνικά ως προς το έργο αυτό, όπως οι πλανήτες κινούνται γύρω απ’ τον ήλιο». 

Δύσκολο ένα πεζογράφημα να γίνει θεατρικός λόγος;

«Αρκετά, αφού η πληροφορία της ιστορίας δεν γίνεται μέσω διαλόγων, αλλά με  αφήγηση. Υπάρχει όμως κι ένα μεγάλο προτέρημα: ο πλήρης εικόνων, αριστοτεχνικά δομημένος λόγος. Ευτυχώς, στο θέατρο έχουμε πολλούς μηχανισμούς για να καταφέρουμε να κάνουμε το παρελθόν, παρόν. Αυτό που θέλει προσοχή είναι να μη χάσει ο λόγος τη ζωντάνια των εικόνων και να υπάρχει πάντα ικανός χώρος στο θεατή να φτιάξει τη δική του κινηματογραφική ταινία, παράλληλα μ’ ένα εικαστικό σύμπαν που θα τον βοηθά να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στην ιστορία». 

Αντιπολεμικός ο Μυριβήλης, που όμως πολέμησε σε τρεις πολέμους κι έγραψε το συγκλονιστικό «Η ζωή εν τάφω» που προβλήθηκε από την τηλεόραση (και παίζατε κι εσείς). Προτάθηκε και για Νόμπελ! Τρυφερός, σεβαστικός, με χιούμορ κι ευγνωμοσύνη. Μήπως έχετε κάποια κοινά στοιχεία και γι’ αυτό τον επιλέξατε;

«Δεν ξέρω πώς σκεφτήκατε αυτήν την ερώτηση, μα είναι αλήθεια πως αισθάνομαι πως θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να ήταν παππούς μου. Νιώθω ότι τον ξέρω – τον καταλαβαίνω».

 Εσείς, από… λογιστής πώς γίνατε ηθοποιός;

«Είναι αστείο αλλά στον μεγάλο εκπαιδευτικό όμιλο που εργαζόμουν, γίνονταν κάθε χρόνο ερασιτεχνικές παραστάσεις, στις οποίες αρχικά δεν ήθελα ούτε κατά διάνοια να συμμετέχω. Αφού δέχτηκα και έπαιξα, οι πιέσεις να δώσω σε Δραματική Σχολή ήταν έντονες. Τόσο, που τη δεύτερη χρονιά απορούσα κι εγώ. Σκέφτηκα πως κάτι βλέπουν όλοι αυτοί που δεν μπορώ να δω εγώ. Έτσι, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις, αφού έκανα μόνο δέκα ιδιαίτερα μαθήματα. Και όχι μόνο πέρασα, αλλά και σε τρεις Σχολές. Ε, και η συνέχεια μετράει τώρα πάνω από είκοσι δύο χρόνια θεατρικής ζωής».

Και… καμπαρέ έχετε επιχειρήσει…

«Ναι, αλήθεια είναι. Μεγάλη λατρεία το είδος. Ίσως γιατί ενώνει αρμονικά τη Μουσική, που υπήρξε η πρώτη μεγάλη μου αγάπη από παιδί σχεδόν, με το Θέατρο, που είναι κατά κάποιο τρόπο η ενήλική μου αγάπη. Το 2011 λοιπόν, δημιούργησα τον “Μαύρο σκύλο”, ένα γερμανικού τύπου καμπαρέ με πρωτότυπα κείμενα και ιδιαίτερες ενορχηστρώσεις πάνω σε μουσικές και τραγούδια τόσο του ευρωπαϊκού, όσο και του ελληνικού Μεσοπολέμου. Πριν γίνουν μόδα οι αναβιώσεις του Αττίκ και του Σουγιούλ σε μεγάλα θέατρα, εγώ τους είχα εντάξει ήδη με ιδιαίτερη ενορχήστρωση μέσα σ’ αυτό το καμπαρέ. Με τρεις μουσικούς ζωντανά και τέσσερις ηθοποιούς. Μέσα σ αυτούς και η Χριστέλα Γκιζέλη, με την οποία συνεργαζόμαστε ξανά μετά από επτά χρόνια στις “Χρωματιστές Ιστορίες”, μαζί και η Ινώ Μενεγάκη». 

Αλήθεια, τι σημαίνει για εσάς η Υποκριτική;

«Παιχνίδι είναι. Που μέσα απ’ αυτό μαθαίνω ολοένα και κάτι άλλο. Κάτι καινούργιο. Για τον εαυτό μου. Για τον κόσμο. Ένας υπαρξιακός καθρέφτης. Ένας τόπος ονείρων που ζωντανεύουν πάνω στη σκηνή». 

Υπάρχει κάποιος που θέλετε να ευχαριστήσετε και κάποιος που να του ζητήσετε συγγνώμη;

«Αν και δεν θυμάμαι να έχω πληγώσει κανένα, είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να ζητήσω συγνώμη. Απ’ την άλλη, θέλω να ευχαριστήσω τη γυναίκα μου, Κατερίνα, που μοιράζεται μαζί μου τα όνειρα και τις ανησυχίες μου, και είναι πάντα εκεί, να με ακούσει και να στηρίξει τις επιλογές μου».

Σας άλλαξε η πατρότητα;

«Με άλλαξε προς το καλύτερο. Γιατί παρατηρώ ξανά το θαύμα της ζωής μέσα απ’ την παιδική καρδιά του γιου μου. Και γιατί χωρίς να το ξέρει με γεμίζει δύναμη και με οδηγεί. Σαν πατέρας εύχομαι να δώσω τόση αγάπη στο παιδί μου, που να το συντροφεύει για πάντα και να του δίνει δύναμη. Όπως έδωσαν και σε μένα οι γονείς μου». 

Είστε και στο «Τζάσμιν» με την Ελένη Ράντου. Κάτι άλλο; Τηλεόραση ή κινηματογράφος;

«Ναι, πρόβες για θέατρο μετά τον Φεβρουάριο. Τηλεόραση δεν ξέρω αν με τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να χωρέσει κάπου. Απ’ τον Απρίλιο του 2020 όμως. θα κάνω κινηματογράφο. Είναι μια διεθνής παραγωγή, μ’ ένα πολύ πρωτότυπο και ενδιαφέρον θέμα. που δεν μπορώ όμως ν’ αποκαλύψω ακόμα». Μου αρέσουν οι βόλτες στο ιστορικό κέντρο, στην Πλάκα, στην Ακρόπολη στο Θησείο, αλλά και στη γειτονιά μου στο Πεδίον του Άρεως, αν και ήθελα οι άνθρωποι να προσέχανε περισσότερο την πόλη τους»

Βιογραφικό

Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι απόφοιτος της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών. Έχει συμμετάσχει σε πολύ επιτυχημένες σειρές στην τηλεόραση, σε ταινίες στον κινηματογράφο, σε θεατρικά έργα σύγχρονα , κλασικά, μιούζικαλ, παιδικά, έχει παίξει από την Επίδαυρο, μέχρι το Φεστιβάλ Πειραματικού Θεάτρου στο Κάιρο, συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες, έχει τραγουδήσει σε συναυλίες, έχει διδάξει Ιστορία Ελληνικού Μουσικού Θεάτρου σε Σχολή, ενώ έχει και ο ίδιος σκηνοθετήσει έργα. Πιστεύει ότι το timing μπορεί να αλλάξει την πορεία, αλλά δεν μπορεί να την καθορίσει.

Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Από την Έντυπη Έκδοση