Ανάλυση BBC: Η επίθεση στο Ιράν αξιοποιήθηκε άμεσα από ΗΠΑ και Ισραήλ ως κρίσιμη ευκαιρία
Η Τεχεράνη, βλέποντας τις διαπραγματεύσεις να αποτυγχάνουν και την αμερικανική στρατιωτική παρουσία να ενισχύεται, θεωρούσε τον πόλεμο αναπόφευκτο
Η επίθεση στο Ιράν αποτέλεσε μια ευκαιρία που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν μπορούσαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτη, σύμφωνα με ανάλυση του BBC. Η Τεχεράνη, βλέποντας ότι οι διαπραγματεύσεις «πέφτουν στο κενό» και παρατηρώντας αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, θεωρούσε τον πόλεμο αναπόφευκτο.
Η απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ να ξεκινήσουν μια κοινή στρατιωτική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας κατά του Ιράν έχει δημιουργήσει μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση με απρόβλεπτες συνέπειες. Το Ισραήλ περιέγραψε την επιχείρηση «Βρυχηθμός του Λονταριού» ως «προληπτική», αλλά Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι αποκάλυψαν ότι είχαν προηγηθεί εβδομάδες προετοιμασίας για την πολεμική σύγκρουση που ξέσπασε σήμερα (28.02.2026).
Οι δύο χώρες εκτίμησαν ότι το ιρανικό καθεστώς είναι ευάλωτο, αντιμετωπίζοντας σοβαρή οικονομική κρίση και τις συνέπειες της βάναυσης καταστολής των διαδηλωτών στις αρχές του έτους. Οι αμυντικές δυνάμεις του Ιράν δεν είχαν ανακάμψει πλήρως από τις ζημιές και τις απώλειες του 12ήμερου πολέμου του Ιουνίου 2025. Η εκτίμηση ήταν σαφής: πρόκειται για μια ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί, καθιστώντας τον πόλεμο ξεκάθαρη πολιτική επιλογή και ακόμα ένα πλήγμα στο ήδη εύθραυστο διεθνές σύστημα.
Στις δηλώσεις τους, τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο Μπέντζαμι Νετανιάχου τόνισαν ότι το Ιράν αποτελεί κίνδυνο για τις χώρες τους, με τον Τραμπ να αναφέρει ότι πρόκειται για παγκόσμιο κίνδυνο. Η ένοπλη σύγκρουση, ως πολιτική πράξη, είναι από τη φύση της δύσκολα ελεγχόμενη. Οι ηγέτες χρειάζονται σαφείς στόχους, με την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ να θεωρούν ότι η χρονική συγκυρία έπρεπε να αξιοποιηθεί, όπως αναφέρει η ανάλυση του BBC.
Ο Νετανιάχου βλέπει το Ιράν ως τον πιο επικίνδυνο εχθρό του Ισραήλ εδώ και δεκαετίες και θεωρεί την τρέχουσα συγκυρία ευκαιρία για μέγιστη ζημιά στο καθεστώς της Τεχεράνης και στη στρατιωτική του ικανότητα. Παράλληλα, υπολογίζει τις επερχόμενες εκλογές, πιστεύοντας ότι η πολιτική του θέση ενισχύεται όταν το Ισραήλ βρίσκεται σε πόλεμο, όπως φάνηκε στο παρελθόν απέναντι στη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ.
Οι στόχοι του Τραμπ είναι επίσης ξεκάθαροι. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, δήλωσε στην Washington Post ότι σκοπός του είναι η ειρήνη, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θέλει να «απελευθερώσει» την Ισλαμική Δημοκρατία από το καθεστώς. Τον Ιανουάριο είχε δηλώσει στους διαδηλωτές στο Ιράν ότι η βοήθεια ήταν καθ’ οδόν. Την ίδια περίοδο, μεγάλο μέρος του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ ήταν δεσμευμένο στη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και δεν υπήρχαν διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές. Στη συνέχεια, έδωσε εντολή ανάπτυξης δύο αεροπλανοφόρων στην περιοχή, συγκεντρώνοντας τη μεγαλύτερη αεροναυτική δύναμη μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Ο Τραμπ τόνισε τους κινδύνους του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, παρά το γεγονός ότι μετά τον πόλεμο του περασμένου καλοκαιριού δήλωσε ότι το πρόγραμμα είχε «εξαφανιστεί». Από την πλευρά του, το Ιράν αρνείται την πρόθεση κατασκευής πυρηνικών όπλων, αν και έχει εμπλουτίσει ουράνιο σε επίπεδα που δεν έχουν καμία πολιτική χρήση στην ενέργεια, πιθανώς διατηρώντας την επιλογή της βόμβας. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία από ΗΠΑ και Ισραήλ που να αποδεικνύουν ότι κάτι τέτοιο επρόκειτο να συμβεί.
Δεν υπάρχει προηγούμενο αλλαγής καθεστώτος αποκλειστικά μέσω αεροπορικών επιδρομών. Ο Σαντάμ Χουσεΐν ανατράπηκε το 2003 από μια τεράστια εισβολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, ενώ ο Μουαμάρ Καντάφι το 2011 από δυνάμεις των ανταρτών με υποστήριξη ΝΑΤΟ. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν κατάρρευση κράτους, εμφύλιος πόλεμος και χιλιάδες θάνατοι. Η Λιβύη παραμένει αποτυχημένο κράτος και το Ιράκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της αιματοχυσίας. Ακόμα κι αν η τρέχουσα αεροπορική επίθεση αλλάξει καθεστώς, δεν αναμένεται να δημιουργηθεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν υπάρχει αξιόπιστη εξόριστη κυβέρνηση που να μπορεί να εκμεταλλευτεί το «κενό» εξουσίας.
Το ιρανικό καθεστώς έχει δημιουργήσει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα ένα σύνθετο πολιτικό σύστημα, στηριζόμενο σε ιδεολογία, διαφθορά και, όταν χρειαστεί, αδίστακτη βία. Τον Ιανουάριο απέδειξε ότι ήταν έτοιμο να σκοτώσει διαδηλωτές, με δυνάμεις ασφαλείας που εκτελούν εντολές για καταστολή και θανάτους.
Η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ προσπαθούν να εξοντώσουν τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Το Ισραήλ θεωρεί πιθανό αυτό το σενάριο, βασιζόμενο στην εμπειρία των τελευταίων δύο ετών με τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Ωστόσο, το ιρανικό καθεστώς διαφέρει, καθώς δεν πρόκειται για ένοπλο κίνημα αλλά για κράτος με σύνθετη δομή. Αν ο ανώτατος ηγέτης σκοτωνόταν, πιθανότατα θα αντικαθίστατο από έναν άλλον κληρικό που στηρίζεται στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), που λειτουργεί παράλληλα με τις συμβατικές δυνάμεις για την προστασία του καθεστώτος.
Ο Τραμπ προσέφερε ασυλία στους Φρουρούς σε περίπτωση παράδοσης των όπλων, αλλά είναι απίθανο να δελεαστούν, καθώς η ιδέα του «μαρτυρικού» θανάτου αποτελεί βασικό στοιχείο της ιδεολογίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας και του σιιτικού Ισλάμ. Η Τεχεράνη, βλέποντας τις διαπραγματεύσεις να αποτυγχάνουν και την αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων, θεωρούσε τον πόλεμο αναπόφευκτο. Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία, με την Τεχεράνη να μετράει αντίστροφα για τα πρώτα πλήγματα.
Η έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης σήμερα (28.02.2026) αυξάνει την αστάθεια στην περιοχή και στο διεθνές σύστημα, που ήδη χαρακτηρίζεται από ένταση, βία και επικινδυνότητα.