Μ. Βρετανία: Οι 49 μαχαιριές και το παιδί μάρτυρας – Η συγκλονιστική υπόθεση της Ρέιτσελ
Το ντοκιμαντέρ του Netflix αναδεικνύει τα λάθη της έρευνας που οδήγησαν στην εσφαλμένη στοχοποίηση ενός αθώου και στην αποτυχία σύλληψης του δράστη
Mια από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις στην ιστορία του βρετανικού εγκλήματος παραμένει η δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ, της 23χρονης μητέρας στο Γουίμπλεντον Κόμον το 1992 που συγκλόνισε τη χώρα.
Τα σοβαρά λάθη της αστυνομικής έρευνας οδήγησαν στην εσφαλμένη στοχοποίηση ενός αθώου άνδρα και στην αποτυχία σύλληψης του πραγματικού δράστη…
Ο Αντρέ Χάνσκομπ θυμάται την τελευταία φορά που είδε τη σύντροφό του, Ρέιτσελ Νίκελ, ζωντανή. Καθώς κατευθυνόταν προς τη δουλειά του, έχοντας ήδη αποχαιρετήσει τη Ρέιτσελ και τον δύο ετών γιο τους, Άλεξ, οι δυο τους κατέβηκαν ξανά βιαστικά τις σκάλες για να του κουνήσουν το χέρι.
«Αυτή είναι η τελευταία μου ανάμνηση να χαμογελούν, να στέκονται στα σκαλιά πιασμένοι χέρι χέρι, με τον Άλεξ απόλυτα ήρεμο και τη Ρέιτσελ να δείχνει υπέροχη», θυμάται.
Λίγες ώρες αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1992, η 23χρονη Ρέιτσελ βρέθηκε νεκρή, έχοντας δεχτεί σεξουαλική επίθεση και δεκάδες μαχαιριές, ενώ δίπλα στο άψυχο σώμα της βρισκόταν ο μικρός Άλεξ, ο οποίος κρατούσε ακόμη το ματωμένο σώμα της μητέρας του, όπως αναφέρει η Sun.
Η υπόθεση εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον διαβόητες στην ιστορία της βρετανικής εγκληματολογίας, όχι μόνο λόγω της αγριότητας του εγκλήματος, αλλά και εξαιτίας μιας σειράς λαθών που οδήγησαν στη σύλληψη και δίωξη του λάθος ανθρώπου και στην αποτυχία εντοπισμού του πραγματικού δολοφόνου όταν υπήρχε η δυνατότητα να συλληφθεί χρόνια πριν.
«Αν η αστυνομία είχε κάνει τη δουλειά της και τον είχε βγάλει από τους δρόμους, ο θάνατος της Ρέιτσελ και εκείνοι της Σαμάνθα και της Τζάζμιν Μπίσετ θα είχαν αποφευχθεί», δηλώνει ο Αντρέ.
Μια συγκλονιστική υπόθεση
Η υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από το ντοκιμαντέρ του Netflix «The Murder of Rachel Nickell», το οποίο αναλύει τα γεγονότα, με συνεντεύξεις του Αντρέ, του Άλεξ, σήμερα 36 ετών, αλλά και του ανθρώπου που κατηγορήθηκε λανθασμένα, του Κόλιν Σταγκ.
Ο Άλεξ αναφέρει ότι ο πατέρας του συνήθιζε να τηλεφωνεί δύο φορές την ημέρα για να βεβαιωθεί ότι η Ρέιτσελ και ο ίδιος ήταν καλά.
«Ήταν η εποχή πριν από τα κινητά τηλέφωνα, οπότε τηλεφωνούσα από τηλεφωνικό θάλαμο. Εκείνη την ημέρα απάντησε ένας άνδρας και το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου. Κατάλαβα αμέσως ότι κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί», λέει ο Αντρέ.
Στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ένας αστυνομικός, ο οποίος του είπε ότι είχε συμβεί ένα ατύχημα.
«Τον ρώτησα αν η Ρέιτσελ ήταν νεκρή και μου απάντησε: “Δεν μπορώ να σας το πω αυτό”. Του είπα: “Μόλις μου το είπατε”. Στη συνέχεια ρώτησα για τον Άλεξ και μου είπαν ότι ήταν ασφαλής στο νοσοκομείο. Έκλεισα το τηλέφωνο και κατέρρευσα στο πάτωμα».
Η επίθεση εναντίον της Ρέιτσελ ήταν πρωτοφανούς αγριότητας. Είχε δεχτεί 49 μαχαιριές στον λαιμό και στο στήθος και είχε υποστεί σεξουαλική επίθεση. Ο μοναδικός μάρτυρας ήταν ο μικρός Άλεξ, και χωρίς ουσιαστικά εγκληματολογικά ευρήματα, οι Αρχές βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στις αναμνήσεις του παιδιού.
Με τη βοήθεια παιδοψυχολόγου και του πατέρα του, ο Άλεξ συμμετείχε επί εβδομάδες σε καθημερινές συνεδρίες, προκειμένου να ανακαλέσει όσα είχε δει, ωστόσο, η πίεση αποδείχτηκε δυσβάσταχτη για το παιδί. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στον τόπο του εγκλήματος, ύστερα από αίτημα της αστυνομίας, ο Άλεξ βρέθηκε αντιμέτωπος με καταιγισμό ερωτήσεων από αστυνομικούς και ψυχολόγους.
Ο Αντρέ θυμάται ότι ο γιος του ένιωσε «απίστευτα αναστατωμένος». Ο μικρός έπεσε, τραυμάτισε το γόνατό του και ξέσπασε σε κλάματα. Τότε ο πατέρας του τον πήρε στην αγκαλιά του και αποχώρησε, αποφασισμένος να τον προστατεύσει από περαιτέρω τραυματικές εμπειρίες.
Παρά την ηλικία του, ο Άλεξ είχε καταφέρει να δώσει μια περιγραφή του δράστη. Τον περιέγραψε ως λευκό άνδρα που φορούσε λευκό πουκάμισο, μπλε παντελόνι και καφέ παπούτσια. Η πιο σημαντική λεπτομέρεια ήταν ότι φορούσε ζώνη πάνω από το λευκό του πουκάμισο.
Η περιγραφή ταίριαζε με εκείνη μιας γυναίκας που είχε δει έναν άντρα να κατευθύνεται προς το σημείο της δολοφονίας περίπου δέκα λεπτά πριν από το έγκλημα, κρατώντας μία τσάντα. Οι αστυνομικοί πίστεψαν ότι είχαν έναν ύποπτο και έπρεπε πλέον να τον εντοπίσουν.
Με βάση το προφίλ που συνέταξε ο δικαστικός ψυχολόγος, Πολ Μπρίτον, και σε συνδυασμό με την περιγραφή του Άλεξ, η αστυνομία παρουσίασε τα στοιχεία στην εκπομπή Crimewatch. Η προβολή οδήγησε σε αρκετά τηλεφωνήματα που υπεδείκνυαν ως ύποπτο τον Κόλιν Σταγκ.
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο διαμέρισμά του, παρατήρησαν στην πόρτα μια πινακίδα που έγραφε: «Οι Χριστιανοί να μείνουν μακριά. Εδώ κατοικεί ένας παγανιστής». Στο εσωτερικό βρήκαν ζωγραφισμένα ζώδια στο πάτωμα και ένα ντουλάπι που περιείχε μαχαίρια, ρόπαλο και τσάντες. Παρά τη σύλληψή του, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων αφέθηκε ελεύθερος.
Στη συνέχεια, μία γυναίκα ενημέρωσε την αστυνομία ότι διατηρούσε αλληλογραφία με τον Σταγκ και ότι τα γράμματά του ήταν χυδαία και προσβλητικά. Η πληροφορία αυτή οδήγησε τους ερευνητές στη δημιουργία μυστικής αστυνομικής παγίδας. Μία αστυνομικός, με το ψευδώνυμο «Λίζι Τζέιμς», άρχισε να αλληλογραφεί μαζί του προσποιούμενη ότι αναζητούσε ερωτικό σύντροφο.
Κατά την επικοινωνία τους, ο Σταγκ έγραψε επιστολές στις οποίες αναφερόταν στην επιθυμία του να την «κυριαρχεί» και να είναι εκείνη η «σεξουαλική σκλάβα» του. Στις 17 Αυγούστου 1993 συνελήφθη εκ νέου.
Ακόμα ένα φρικτό έγκλημα
Τρεις μήνες αργότερα σημειώθηκε ένα ακόμα φρικτό έγκλημα. Η Σαμάνθα Μπίσετ, παρόμοιας ηλικίας και εμφάνισης με τη Ρέιτσελ, βρέθηκε δολοφονημένη στο διαμέρισμά της έπειτα από επανειλημμένες μαχαιριές και ακρωτηριασμό. Η τετράχρονη κόρη της, Τζάζμιν, βρέθηκε στο κρεβάτι έχοντας υποστεί σεξουαλική επίθεση και ασφυξία.
Οι ντετέκτιβ που ερευνούσαν τη νέα υπόθεση επικοινώνησαν με τους αστυνομικούς της υπόθεσης Νίκελ, προτείνοντας ότι πιθανότατα επρόκειτο για τον ίδιο δράστη. Ωστόσο, η εκτίμησή τους απορρίφθηκε, καθώς οι ερευνητές της υπόθεσης Νίκελ ήταν βέβαιοι ότι υπεύθυνος ήταν ο Κόλιν Σταγκ.
Εντωμεταξύ, ο Αντρέ προσπαθούσε να προσφέρει στον γιο του μια όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική καθημερινότητα. Όπως λέει, η Ρέιτσελ ήταν γεννημένη μητέρα και η σχέση της με τον Άλεξ ήταν εξαιρετικά στενή.
«Προσπάθησα να διατηρήσω όσο περισσότερο μπορούσα τη ρουτίνα που είχαν μαζί. Το ίδιο μπολ δημητριακών το πρωί, τις βόλτες, τα αγαπημένα του βιβλία και τα κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση. Ήθελα να του δώσω κάτι σταθερό στη ζωή του», αναφέρει.
Εξαιτίας της τεράστιας δημοσιότητας και του φόβου για την ασφάλεια του γιου του, όσο ο δολοφόνος παρέμενε ασύλληπτος, ο Αντρέ μετακόμισε πριν από τη σύλληψη του Σταγκ σε ένα μικρό χωριό της Γαλλίας.
«Η Ρέιτσελ κι εγώ μιλούσαμε πάντα για μια ζωή στη Γαλλία. Της άρεσε η ύπαιθρος. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό λίγα χιλιόμετρα από την ακτή. Ήταν μια υπέροχη αρχή, με ένα μικρό σπίτι, κότες στην αυλή και κουτάβια να τρέχουν παντού. Εκεί μπορέσαμε να βρούμε λίγη ηρεμία και γαλήνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Άλεξ θυμάται ότι το σημαντικότερο ήταν πως παρέμεναν μαζί, τιμώντας την υπόσχεση που είχε ζητήσει η μητέρα του από τον πατέρα του, να συνεχίσουν τη ζωή τους μαζί, αν ποτέ της συνέβαινε κάτι.
Παρά τη νέα αρχή, το τραύμα παρέμενε ζωντανό. Ο Άλεξ υπέφερε από τρομακτικούς εφιάλτες που παραμόρφωναν το σώμα του στον ύπνο, ενώ ο Αντρέ περιγράφει ότι ο γιος του «πάλευε με τους δαίμονές του».
Ποιος ήταν ο «κακός άνθρωπος»
Πατέρας και γιος σπάνια μιλούσαν για τη δολοφονία, ωστόσο, μία συγκινητική σκηνή που κατέγραψε ο Αντρέ και περιλαμβάνεται στο ντοκιμαντέρ δείχνει τον τετράχρονο τότε Άλεξ να ζητά βοήθεια για να ζωγραφίσει τη «μαμά», πριν μιλήσει για τον «κακό άνθρωπο» που τη μαχαίρωσε «πάρα πολλές φορές».
«Ήταν σπαρακτικό. Συνειδητοποίησα ότι κουβαλούσε όλο αυτό το βάρος μόνος του κάθε μέρα. Παράλληλα προσπαθούσα να φανταστώ τι είχε συμβεί σε εκείνον και στη μητέρα του ακούγοντάς το από τα δικά του χείλη. Μέσα μου υπέφερα, αλλά έπρεπε να παραμείνω ήρεμος», λέει ο Αντρέ.
Η καθοριστική εξέλιξη στην υπόθεση ήρθε όταν νέα εξέταση των αποτυπωμάτων στην κατοικία της οικογένειας Μπίσετ αποκάλυψε ότι ορισμένα αποτυπώματα που θεωρούνταν της Σαμάνθα ανήκαν στην πραγματικότητα σε έναν άνδρα ονόματι Ρόμπερτ Νάπερ, ο οποίος βρισκόταν ήδη στη βάση δεδομένων της αστυνομίας λόγω αδικήματος με αεροβόλο όπλο το 1986.
Κατά την έρευνα στο σπίτι του βρέθηκαν μαχαίρια, ένα βιβλίο για μεθόδους στραγγαλισμού και ένας χάρτης του Λονδίνου πάνω στον οποίο είχε σημειώσει τις τοποθεσίες των εγκλημάτων του. Μία περιοχή είχε χαρακτηριστεί από τον ίδιο ως «πιθανή περιοχή», δίπλα σε ένα σχέδιο σκάλας που έμοιαζε με εκείνη έξω από το σπίτι της οικογένειας Μπίσετ.
Τον Σεπτέμβριο του 1994 ξεκίνησε η δίκη του Κόλιν Σταγκ για τη δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ. Ωστόσο, η υπόθεση κατέρρευσε γρήγορα, καθώς ο δικαστής απέρριψε την αστυνομική παγίδα ως απαράδεκτο αποδεικτικό στοιχείο και άσκησε δριμεία κριτική στις μεθόδους των ερευνητών.
Παρότι ήταν πλέον ελεύθερος, πολλοί συνέχισαν να πιστεύουν ότι είχε διαπράξει τη δολοφονία και είχε διαφύγει της τιμωρίας. Η ίδια η αστυνομία ανακοίνωσε δημόσια ότι δεν αναζητούσε άλλον ύποπτο, γεγονός που οδήγησε τον Σταγκ να ζήσει επί χρόνια υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής.
«Ο κόσμος μου φώναζε “ένοχος” και “κρεμάστε τον”. Πίστευαν ότι η αστυνομία είχε βρει τον σωστό άνθρωπο, αλλά είχε γλιτώσει λόγω μιας τεχνικής λεπτομέρειας. Έπρεπε να ζήσω με αυτό», δήλωσε.
Το DNA που έδειξε τον δράστη
Το 2002, μια νέα ομάδα εγκληματολογικών ερευνητών επανεξέτασε τη δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ και εντόπισε ανδρικό DNA που είχε περάσει απαρατήρητο κατά την αρχική έρευνα. Το γενετικό υλικό ανήκε στον Ρόμπερτ Νάπερ, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο υψίστης ασφαλείας Μπρόντμορ για τη δολοφονία της Σαμάνθα και της Τζάζμιν Μπίσετ.
Κατά τη δίκη του τον Δεκέμβριο του 2008, ο Νάπερ ομολόγησε τη δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ και παραδέχτηκε επίσης δύο βιασμούς και δύο απόπειρες βιασμού. Έκτοτε παραμένει στο Μπρόντμορ.
Λίγο πριν από τη δίκη, η αστυνομία παρέδωσε στον Αντρέ έναν φάκελο που κατέγραφε αναλυτικά τα λάθη της έρευνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το καλοκαίρι του 1989, τρία χρόνια πριν από τη δολοφονία της Ρέιτσελ, ο Νάπερ είχε αναγνωριστεί από αρκετά άτομα μέσω σκίτσου υπόπτου που συνδεόταν με σειρά βιασμών σε μονοπάτια και δασικές εκτάσεις στο νοτιοανατολικό Λονδίνο.
Οι αστυνομικοί είχαν επισκεφθεί το σπίτι του και εκείνος είχε συμφωνήσει να παρουσιαστεί την επόμενη ημέρα στο τμήμα για λήψη δείγματος DNA, αλλά διέφυγε. Παρ’ όλα αυτά, επειδή ήταν ψηλότερος από την περιγραφή που είχαν δώσει τα θύματα των βιασμών, η αστυνομία αποφάσισε να τον αποκλείσει ως ύποπτο.
Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, η μητέρα του είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι ο γιος της της είχε εξομολογηθεί πως είχε βιάσει μία γυναίκα στο Πλάμστεντ Κόμον, όμως οι Αρχές δεν προχώρησαν σε περαιτέρω διερεύνηση.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.