Μέση Ανατολή: Τι αλλάζει μετά τη συμφωνία Ουάσινγκτον και Ριάντ για τα πυρηνικά
Η συμφωνία των δύο χωρών αποτελεί, σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, μια εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για τον Νετανιάχου και το Ισραήλ
Η συμφωνία των δύο χωρών για την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς αποτελεί, σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, μια εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για τον Νετανιάχου και το Ισραήλ.
Η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ «θα αποτελούσε ιστορικό άλμα προς την ειρήνη στη Μέση Ανατολή», έγραψε σε ανάρτησή του στο X το γραφείο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, την επομένη της συμφωνίας ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας για την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς. Και ενώ σημαντική μερίδα του διεθνούς Τύπου ασχολήθηκε με το τι θα σήμαινε για το Ισραήλ μια τέτοια εξέλιξη, η οποία προσκρούει στο παλαιστινιακό ζήτημα, καθώς η επίσημη θέση της Σαουδικής Αραβίας είναι ότι δεν μπορούν να δημιουργηθούν διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη χωρίς την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967, οι περισσότεροι αναλυτές ήταν ξεκάθαροι στο ότι η παραπάνω απόφαση των ΗΠΑ αποτελεί μια εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για τον Νετανιάχου και τη χώρα του.
Και αυτό όχι μόνο επειδή το Ριάντ θα μπορούσε κάποια στιγμή να μετατρέψει την πυρηνική υποδομή που θα αναπτύξει με αμερικανική βοήθεια, σε στρατιωτική πυρηνική δυνατότητα, αλλά γιατί η συμφωνία αυτή αντανακλά την κατάρρευση της ισραηλινής στρατηγικής υπό τον Ισραηλινό πρωθυπουργό μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, τη σταδιακή αποδυνάμωση της επιρροής του Ισραήλ στις ΗΠΑ και την πορεία της χώρας προς τη διεθνή απομόνωση, με χαρακτηριστικά κράτους-παρία. Ο Τραμπ, όπως σχολιάζει σχετικό άρθρο του «Slate», προφανώς αιφνιδιασμένος από το κύμα επικρίσεων που προκάλεσε, το οποίο και αποκάλυψε τις εσωτερικές τριβές στην αμερικανική κυβέρνηση, δήλωσε ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ, ανατρέποντας ουσιαστικά την αρχική συμφωνία μέσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο, προκαλώντας αμηχανία τόσο στους Αμερικανούς διαπραγματευτές όσο και στη σαουδαραβική πλευρά, που την είχε θεωρήσει σημαντική επιτυχία, καθώς ικανοποιούσε μεγάλο μέρος των αιτημάτων της.
Ο Νετανιάχου, που θέλει μια νέα μαζική πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράν από κοινού από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, έσπευσε να συμπορευτεί με την αλλαγή της αμερικανικής γραμμής την τελευταία στιγμή, χωρίς φυσικά να αναφερθεί στις ανησυχίες που έχει προκαλέσει στο Ισραήλ το ίδιο το σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι δεν έχει διευκρινιστεί σε ποια ακριβώς διάσταση των συμφωνιών αναφέρθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος, ούτε υπάρχει κάποια ένδειξη ότι η προϋπόθεση αυτή περιλαμβάνεται στο ήδη υπογεγραμμένο κείμενο. Από την πλευρά του, το Ριάντ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ όσο δεν σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, ένα ενδεχόμενο που, υπό τη σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση, μοιάζει ξεκάθαρα ουτοπικό.
Για πολλά χρόνια, η πιθανότητα πυρηνικής συνεργασίας αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά χαρτιά της Ουάσινγκτον έναντι της Σαουδικής Αραβίας. Η επικρατούσα εκτίμηση ήταν ότι αυτό το ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο θα αξιοποιούνταν για την οικοδόμηση μιας ευρύτερης συμφωνίας, η οποία θα περιλάμβανε την εξομάλυνση των σχέσεων Ριάντ – Ισραήλ, δεσμευτικές εγγυήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Σαουδικής Αραβίας, μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας και ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στο Ιράν. Μέσα από ένα τέτοιο πλαίσιο, το Ισραήλ θα αποκτούσε επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την ισχυρότερη αραβική δύναμη, θα εδραιωνόταν ως βασικός πυλώνας ενός νέου συστήματος περιφερειακής ασφάλειας και θα εξασφάλιζε δεσμευτικές εγγυήσεις ότι η Σαουδική Αραβία δεν θα επιδίωκε την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Σήμερα, η Ουάσινγκτον έχει ήδη αρχίσει να προσφέρει στο Ριάντ το βασικό αντάλλαγμα που ζητούσε. Ό,τι κι αν δηλώνει, πλέον, ο Τραμπ, οποιαδήποτε τροποποίηση της συμφωνίας εκ των υστέρων θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι πρακτικά αδύνατη. Και όλα αυτά χωρίς το Ισραήλ να αποκομίζει κανένα από τα στρατηγικά οφέλη που θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει.
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.