Μεταναστευτικό, Στεγαστικό και ακρίβεια εκτίναξαν Ακροδεξιά και Αριστερά
Μετά τη Γερμανία, εκλογές σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία
Οι δεκαπέντε ημέρες που αναστάτωσαν τη Γερμανία και έφεραν ολόκληρη την Ευρώπη προ των ευθυνών της για την ισχυροποίηση της Ακροδεξιάς ξεκίνησαν με τη σαρωτική επικράτηση του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στο κρατίδιο της Σαξονίας – Άνχαλτ και ολοκληρώθηκαν με την εξίσου μεγάλη νίκη του στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία.
Με δεδομένο ότι ταυτόχρονα στις εκλογές στο κρατίδιο του Βερολίνου κέρδισε το αριστερό κόμμα Die Linke γίνεται προφανές ότι οι ψηφοφόροι αναζητώντας λύσεις στα βασικά τους προβλήματα, με κυρίαρχα το αυξανόμενο κόστος ζωής και τη στεγαστική κρίση, επιλέγουν τα άκρα και βυθίζουν στην ανυπαρξία τα παραδοσιακά κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα που τους έφεραν σε αυτήν την κατάσταση.
Συγκεκριμένα, η ατζέντα του AfD επικεντρώθηκε στο Μεταναστευτικό ως «απειλή ασφαλείας» μετατρέποντας τις πρόσφατες εκλογές σε άτυπο δημοψήφισμα κατά της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας, με βασικά αιτήματα το «σφράγισμα» των συνόρων και τις μαζικές απελάσεις.
Εκμεταλλευόμενη ταυτόχρονα την οικονομική πίεση στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, η Ακροδεξιά ανέδειξε ως αναγκαιότητα για την επιβίωσή τους τον τερματισμό της ακριβής «πράσινης» μετάβασης και την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία, με αιχμή του δόρατος την επανέναρξη των προμηθειών φυσικού αερίου προς τη μεγαλύτερη Οικονομία της Ευρώπης.
Στο ίδιο πλαίσιο καταδίκασε τη στρατιωτική βοήθεια της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς προς την Ουκρανία, πατώντας πάνω στο διάχυτο φόβο των πολιτών για εμπλοκή της Γερμανίας σε πόλεμο.
Στο Βερολίνο
Από την πλευρά της η Αριστερά βγήκε μπροστά στο Βερολίνο, επειδή η ηγέτιδά του Ελίφ Εράλπ, επικεντρώθηκε στο μεγάλο ζήτημα σχεδόν ολόκληρης της Ευρώπης, τη στεγαστική κρίση.
Η ίδια κέρδισε τις εκλογές σε ένα κρατίδιο που υποφέρει από τα δυσβάσταχτα ενοίκια, υποσχόμενη επιθετικά μέτρα, όπως είναι το «πάγωμα» και την επιβολή ανώτατων όριων στα ενοίκια, αλλά και απαλλοτριώσεις μεγάλων εταιριών real estate και μαζική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.
Η Εράλπ απάντησε στις ανησυχίες των Γερμανών ψηφοφόρων για το γερμανικό κράτος και την ακρίβεια προωθώντας ένα πρόγραμμα γενναίων επιδοτήσεων για τις μεταφορές, την ενέργεια και τη θωράκιση των χαμηλών εισοδημάτων απέναντι στον πληθωρισμό, χρηματοδοτούμενο από τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου.
Παρουσιάζοντας εαυτόν και το κόμμα της ως ανάχωμα των προοδευτικών ψηφοφόρων των πόλεων πήρε την πρωτιά από όσους δυσανασχετούν με τη δεξιά ατζέντα λιτότητας του Γερμανού καγκελαρίου και φοβούνται την απειλή της AfD.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η Ακροδεξιά και η Αριστερά στη Γερμανία συναντήθηκαν σε μία κοινή αντισυστημική πλατφόρμα, αφενός κατηγορώντας τα παραδοσιακά κόμματα, δηλαδή τους Χριστιανοδημοκράτες, τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους ότι είναι αποκομμένα από την καθημερινότητα του μέσου πολίτη, υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα και αδιαφορούν για τον πληθωρισμό και την απώλεια της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας και της εργατικής τάξης, και αφετέρου αντιδρώντας στη στρατιωτική εμπλοκή της Δύσης σε διεθνείς συρράξεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και στις κυρώσεις που πλήττουν την ευρωπαϊκή Οικονομία.
Όπως έγραφαν αυτές τις ημέρες οι αναλυτές, το AfD μπορεί να δυσκολευτεί να κυβερνήσει στα δύο κρατίδια όπου διαθέτει σχετική πλειοψηφία, αλλά η ψυχολογική πίεση από αυτή την εξέλιξη στον Μερτς και τον κυβερνητικό του συνασπισμό όχι μόνο δεν θα επιτρέψει να προωθηθούν οι απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη της Οικονομίας της χώρας, αλλά ίσως οδηγήσουν σε εκλογές σε εθνικό επίπεδο μέσα στο 2027, εκτίμησε συγκεκριμένα στο Al Jazeera η Κατρίν Φιέσκι, διακεκριμένη πολιτική επιστήμονας στο Carnegie Endowment for International Peace και ειδική σε θέματα ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
Συναγερμός στις Βρυξέλλες
Η σαρωτική επικράτηση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), στις δύο από τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις που διενεργήθηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες σε ισάριθμα κρατίδια της μεγαλύτερης Οικονομίας της Ευρώπης, έχει σημάνει συναγερμό στις Βρυξέλλες.
Ο λόγος δεν είναι η αύξηση των ποσοστών της Ακροδεξιάς στις χώρες της Ε.Ε., αλλά το γεγονός ότι στην περίπτωση της Γερμανίας η επιτυχία ήρθε μέσω της περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης, που έρχεται σε αντίθεση με τα αντίστοιχα κόμματα σε Γαλλία και Ιταλία, τα οποία, μέχρι στιγμής, όσες φορές έχουν πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής από την πρώτη γραμμή της εξουσίας έχουν πραγματοποιήσει στροφή προς το συστημικό ρεύμα.
Με δεδομένο ότι το 2027 έπονται κρίσιμες εκλογές σε τέσσερα από τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη της Ε.Ε., τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία, το σημαντικό ερώτημα που εγείρεται είναι αν η δημοκρατία στην Ευρώπη τελεί πραγματικά υπό σοβαρό κίνδυνο.
Επίσης, στο σχολιασμό της στο Al Jazeera, η Κατρίν Φιέσκι επισημαίνει πως «αυτό που ολοφάνερα έχουν πετύχει τα κόμματα της Ακροδεξιάς είναι να διαβρωθεί επί της ουσίας η συναίνεση απέναντι σε ένα σύνολο πολιτικών κομμάτων του πολιτικού κατεστημένου, που είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή αποδυνάμωση του πολιτικού Κέντρου».
Ως απόδειξη αυτού φέρεται τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου που δείχνει ότι παρότι οι Ευρωπαίοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις παγκόσμιες εξελίξεις, εξακολουθούν σε ποσοστό 74% να θεωρούν την Ε.Ε. χώρο σταθερότητας.
Ναι, αλλά τότε γιατί τα ριζοσπαστικά ακροδεξιά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα βιώνουν μεγάλη άνοδο σε πολλά κράτη-μέλη της;
Σύμφωνα με τελευταίες μετρήσεις του «The PopuList», ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους στην Ευρώπη (23%) επιλέγει σήμερα ένα ακροδεξιό κόμμα, όταν το 2016 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 11%.
Διαφοροποιήσεις
Να σημειωθεί ότι δεν είναι όλα τα ακροδεξιά κόμματα ίδια, και η μεγάλη διάκριση στον πυρήνα της Ακροδεξιάς αφορά την κατηγοριοποίησή τους σε ακραία (extreme) Ακροδεξιά, που έχει τις ρίζες της σε ιστορικά φασιστικά – ναζιστικά κινήματα ή περιθωριακές βίαιες ομάδες, και σε ριζοσπαστική (radical) Ακροδεξιά, που προέρχεται από διασπάσεις παραδοσιακών κομμάτων ή νέα κινήματα διαμαρτυρίας.
Απέναντι στην Ε.Ε. η στάση των ακροδεξιών κομμάτων, που συναντώνται στην ιδεολογία του εθνικισμού, ποικίλλει από σκληρό έως ηπιότερο ευρωσκεπτικισμό.
Και ενώ το θέμα του Dexit στα πρότυπα του Brexit έχει ατονήσει για τα περισσότερα κόμματα (με εξαίρεση το AfD), μετά τις οικονομικές δυσκολίες και την πολιτική αβεβαιότητα που βιώνει το Ηνωμένο Βασίλειο αφότου έφυγε από την ασφάλεια της Ε.Ε., η υποστήριξη προς τη Ρωσία παραμένει κομβικής σημασίας για τα περισσότερα εξ αυτών.
Για παράδειγμα, το AfD αλλά και οι ψηφοφόροι της Μαρίν Λεπέν και του Βίκτορ Όρμπαν διατηρούν ανοιχτά φιλικές σχέσεις με το Κρεμλίνο, γι’ αυτό και ζητούν τον τερματισμό της βοήθειας προς το Κίεβο.
Όσον αφορά το ναζιστικό παρελθόν τους, τα περισσότερα συστημικά ριζοσπαστικά κόμματα απορρίπτουν κατηγορηματικά τον νεοναζισμό και επιβάλλουν εσωτερικό «δίχτυ απομόνωσης» σε εξτρεμιστικά στοιχεία, για να διατηρήσουν τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, με εξαίρεση και πάλι το AfD.
Η Ευρώπη κινδυνεύει πραγματικά να διασπαστεί εξαιτίας της συμπάθειας κάποιων στους κόλπους της προς τη Ρωσία και την αντίθεση αρκετών στην περαιτέρω παροχής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Αυτό γίνεται ξεκάθαρο από την κοινή εκτίμηση των αναλυτών, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα η Ευρώπη να επαναφέρει στο τραπέζι τη συζήτηση για τη χορήγηση στην Ουκρανία δανείου ύψους άνω των 200 δισ. ευρώ (230 δισ. δολαρίων), με εγγύηση τα δεσμευμένα ρωσικά κεφάλαια που βρίσκονται στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού, όπως τονίζει η Φιέσκι, «δεν υπάρχει απολύτως καμία διάθεση για κάτι τέτοιο».
Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η στάση των ακροδεξιών κομμάτων απέναντι στους Εβραίους και το Ισραήλ, με πολλές ηγετικές μορφές τους, όπως η Λεπέν, να απορρίπτουν ρητά τον παραδοσιακό αντισημιτισμό και να επιδιώκουν στενότερη σχέση με το Τελ Αβίβ, προβάλλοντας την υπεράσπιση των ιουδαϊκο-χριστιανικών αξιών απέναντι στον ισλαμικό εξτρεμισμό, ενώ στο Μεταναστευτικό είναι εκεί που ενώνονται όλα τους με μία φωνή, με κοινό αίτημα την επιστροφή των μεταναστών στη χώρα καταγωγής τους.
Ο Πούτιν «τρίβει» τα χέρια του
Οι εκλογικές νίκες της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στα κρατίδια της Σαξονίας – Άνχαλτ και του Μεκλεμβούργου – Δυτικής Πομερανίας αποτέλεσαν ορόσημο όχι μόνο για την κατακόρυφη άνοδο της Ακροδεξιάς στη Γερμανία, αλλά και για την όλο και πιο έντονη στροφή της Ευρώπης προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τις πολιτικές που πρεσβεύει.

Το γερμανικό ακροδεξιό κόμμα έχει εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή του στην προσπάθεια του Ρώσου προέδρου να κάμψει την αντίσταση της Ουκρανίας και να λήξει τον πόλεμο εναντίον της με όρους ευνοϊκούς για τα συμφέροντα του Κρεμλίνου.
Ερωτηθείς σχετικά για τη σύνδεση μεταξύ AfD και Ρωσίας, ο Φρίντριχ Μερτς παραδέχτηκε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών ικανοποίησε αναμφίβολα το Κρεμλίνο.
«Στόχος της ρωσικής ηγεσίας είναι η αποσταθεροποίηση του συστήματος αξιών που αποκαλούμε Δύση», δήλωσε συγκεκριμένα ο Γερμανός καγκελάριος σε δημοσιογράφους στο Βερολίνο. «Και αυτό το σύστημα αξιών δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης», τόνισε ο ίδιος.
Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο σχολιάζοντας τις νίκες του ακροδεξιού κόμματος στη Γερμανία, εκτίμησε ότι οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το Βερολίνο δεν αγοράζει, πλέον, φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και έχει επιλέξει να προμηθεύεται ακριβή ενέργεια από τις ΗΠΑ.
Να σημειωθεί ότι το Reuters αποκάλυψε, αυτή την εβδομάδα, σχέδια συνάντησης ανάμεσα στον Κίριλ Ντμιτρίεφ, κορυφαίο απεσταλμένο του Ρώσου προέδρου, και ηγετικών στελεχών της AfD, τον καινούργιο χρόνο, προκειμένου να συζητηθεί η επανέναρξη των προμηθειών φυσικού αερίου προς τη μεγαλύτερη Οικονομία της Ευρώπης, παρόλο που το ακροδεξιό κόμμα δεν βρίσκεται ακόμη στην εξουσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Παρότι το Κρεμλίνο απέφυγε να τοποθετηθεί για τα παραπάνω, δεν δίστασε σε ένα προφανές λογοπαίγνιο να χλευάσει την κυβέρνηση του Μερτς δηλώνοντας, μέσω του εκπρόσωπού του Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι «φυσικά, οι Γερμανοί, ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς, αναζητούν μια εναλλακτική λύση στις σημερινές Αρχές, προκειμένου να βελτιώσουν την κατάστασή τους».
Η Ακροδεξιά δεν φέρνει τον Πούτιν μόνο στη Γερμανία, αλλά και στη Γαλλία και στην Ιταλία και σε μικρότερες χώρες της Ε.Ε., όπου λαϊκιστές πολιτικοί προωθούν πολιτικές κατά του Κιέβου απηχώντας τις θέσεις και τα επιχειρήματα της Μόσχας.
Ελίφ Εράλπ όπως Ζόχραν Μαμντάνι
Όταν η Ελίφ Εράλπ ήταν 10 ετών ξεσήκωσε τους φίλους της και έφτιαξαν στο γκαράζ της οικογένειάς της αφίσες ζωγραφισμένες στο χέρι ζητώντας την προστασία του περιβάλλοντος. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Γερμανία, και αυτή ήταν μία από τις πρώτες προσπάθειές της να δραστηριοποιηθεί στο χώρο του ακτιβισμού.
Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, η Εράλπ ανεβάζει τον αγώνα της για κοινωνική δικαιοσύνη σε άλλο, υψηλότερο, επίπεδο. Την περασμένη Κυριακή, το κόμμα της, Die Linke («Η Αριστερά»), κατέλαβε την πρώτη θέση στις εκλογές για το κρατίδιο του Βερολίνου, ανοίγοντας το δρόμο για να γίνει η επόμενη δήμαρχος της γερμανικής πρωτεύουσας.
Γεννημένη στο Μόναχο σε μία οικογένεια Τούρκων αριστερών, που εγκατέλειψαν την Τουρκία μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, η νίκη της Εράλπ θα μπορούσε να αποτελέσει ορόσημο, γιατί μπορεί να είναι η πρώτη υποψήφια του Die Linke που θα ηγηθεί του Βερολίνου μετά την επανένωση της Γερμανίας το 1990, η πρώτη δήμαρχος της πόλης τουρκικής καταγωγής και η πρώτη έγχρωμη γυναίκα που θα αναλάβει το νευραλγικής σημασίας αξίωμα.
Οι προεκλογικές δεσμεύσεις της για οικονομικά προσιτή στέγαση, έλεγχο των ενοικίων και μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή των μεταναστών και των προσφύγων, θύμισαν την καμπάνια του νέου μουσουλμάνου δημάρχου της Νέας Υόρκης χαρίζοντάς της το προσωνύμιο «Ζόχραν Μαμντάνι» της Γερμανίας.
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.