Μπορεί η «νέα» στρατηγική του Τραμπ για το Ιράν να αποδώσει καρπούς;
Ο πόλεμος κατά του καθεστώτος της Τεχεράνης ξεκίνησε ως κοινή στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όμως πλέον τα συμφέροντα των δύο χωρών δεν συγκλίνουν
Ο Ντόναλντ Τραμπ προχωράει σε σκληρότερη απάντηση στο καθεστώς της Τεχεράνης, καθώς κλιμακώνονται οι εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, πολλαπλασιάζοντας τους φόβους για μια παρατεταμένη σύγκρουση στην περιοχή του Κόλπου.
Μία εβδομάδα μετά τα πρώτα πλήγματα ανάμεσα στις δύο χώρες μετά από διάστημα ενός μήνα, ο Αμερικανός πρόεδρος φάνηκε αυτή την εβδομάδα να σηματοδοτεί μια νέα φάση στον πόλεμο, ο οποίος την περασμένη Παρασκευή συμπλήρωσε έξι μήνες.
«Θα τους χτυπήσουμε σκληρά… θα υπάρξει απάντηση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ στους δημοσιογράφους τη Δευτέρα, λίγο αφότου το Ιράν εξαπέλυσε πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία, σε αντίποινα για τα πλήγματα των ΗΠΑ στο ιρανικό νησί Λαράκ το προηγούμενο βράδυ.
Το αμερικανικό ειδησεογραφικό μέσο Axios μετέδωσε ότι η Ουάσινγκτον ενδέχεται να στρέφεται σε μια νέα στρατηγική «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη», στο πλαίσιο της οποίας θα πλήττει περιοδικά το Ιράν χωρίς να εμπλέκεται σε μια παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση.
Ποια είναι, λοιπόν, ακριβώς η νέα στρατηγική του Τραμπ και μπορεί ο αμερικανικός στρατός να τη διατηρήσει καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στον έβδομο μήνα του, είναι το ερώτημα που θέτει σε επεξηγηματικό άρθρο του το Al Jazeera.
Τι ακριβώς συνέβη τη Δευτέρα;
Οι ΗΠΑ έπληξαν στρατιωτικούς στόχους στο νησί Λαράκ, στα στενά του Ορμούζ, κοντά στο στρατηγικής σημασίας ιρανικό λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς.
Η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της κατέστρεψαν δύο ιρανικούς εκτοξευτές ρουκετών, τους οποίους, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ετοίμαζε να χρησιμοποιήσει για τη διασπορά θαλάσσιων ναρκών στα στενά.
Τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν.
Στη συνέχεια, το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους εναντίον δύο αεροπορικών βάσεων στην Ιορδανία, όπου σταθμεύουν αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό και στρατιωτικά μέσα.
Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε οκτώ πυραύλους.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δεσμεύτηκε να απαντήσει, δηλώνοντας: «Θα τους χτυπήσουμε σκληρά».
Μιλώντας σε σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) στο Μπισκέκ της Κιργιζίας, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις θα σταματήσουν τα πυρά εφόσον πράξει το ίδιο και η αμερικανική πλευρά και από τη στιγμή που η Ουάσινγκτον τηρήσει τις δεσμεύσεις της βάσει μιας προσωρινής συμφωνίας που είχε υπογραφεί τον Ιούνιο με στόχο τον τερματισμό του πολέμου, την άρση των κυρώσεων και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Ωστόσο, η συμφωνία αυτή έχει έκτοτε λήξει και ουσιαστικά κατέρρευσε εξαιτίας διαφωνιών που προέκυψαν από την ασαφή διατύπωσή της.
Η ανταλλαγή πυρών της Δευτέρας αποτέλεσε τις πρώτες άμεσες επιθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών εδώ και περισσότερο από έναν μήνα και ενίσχυσε τους φόβους ότι η σύγκρουση ενδέχεται να επιστρέψει σε μια πιο έντονη στρατιωτική φάση.
Ο Τραμπ, ωστόσο, δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι η επανέναρξη των μαχών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Υποστήριξε, μάλιστα, ότι τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται σε «εξαιρετικά καλή κατάσταση», ενώ ισχυρίστηκε ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι ένοπλες δυνάμεις και η ηγεσία του Ιράν έχουν υποστεί σημαντική αποδυνάμωση.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα τους χτυπήσουμε. Θα δούμε τι θα συμβεί», δήλωσε στους δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο.
Πώς έχει μεταβληθεί η πολεμική στρατηγική των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης;
Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στον πόλεμο κατά του Ιράν έχει μεταβληθεί επανειλημμένα.
Αρχικά, υιοθετήθηκε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία διάρκειας 40 ημερών, την οποία ακολούθησε κατάπαυση του πυρός, που στη συνέχεια παρατάθηκε.
Τον Ιούνιο, η Τεχεράνη και η Ουάσινγκτον υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης (MoU), συμφωνώντας τους όρους μιας κατάπαυσης του πυρός και ανοίγοντας τον δρόμο για ευρύτερες ειρηνευτικές συνομιλίες διάρκειας 60 ημερών.
Η ασαφής διατύπωση του μνημονίου, ιδιαίτερα όσον αφορά το ποιος θα είχε τον συνολικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, οδήγησε στην κατάρρευσή του μέσα σε λίγες εβδομάδες, με τις ΗΠΑ και το Ιράν να αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση των όρων του.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν τον Ιούλιο, με την Τεχεράνη να απαντά και πάλι, πλήττοντας αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και άλλες υποδομές σε γειτονικές χώρες του Κόλπου.
Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση Τραμπ μετατόπισε το βάρος από τη συνεχή στρατιωτική δράση στην άσκηση οικονομικής πίεσης.
Η αλλαγή αυτή ήρθε εν μέσω δημοσιευμάτων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης ότι οι αμερικανικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν μειωμένα αποθέματα πυρομαχικών στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα όσον αφορά στους κρίσιμης σημασίας αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την άμυνα απέναντι σε ιρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους. Η αμερικανική κυβέρνηση, ωστόσο, αρνείται ότι εξαντλούνται τα όπλα της.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε μια εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, δηλώνοντας ότι θα στοχεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όπως είπε, οι ΗΠΑ θα βάλουν στο στόχαστρο τους τις πηγές εσόδων του Ιράν, μεταξύ άλλων και το πετρέλαιο.
Παράλληλα, επέβαλαν κυρώσεις σε 60 «οντότητες», τις οποίες κατηγορούν ότι διευκολύνουν τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου, ενώ απείλησαν άλλες χώρες και εταιρείες που συνεργάζονται με την Τεχεράνη με την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων.
Τη Δευτέρα, ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι οι ιρανικές επιθέσεις αποτελούν ένδειξη πως η Τεχεράνη «αντιδρά στρατιωτικά επειδή χάνει οικονομικά», υποστηρίζοντας ότι οι νέες κυρώσεις έχουν ήδη αρχίσει να πλήττουν την ιρανική οικονομία.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν, Αμπντολνασέρ Χεμάτι, απάντησε ότι ο ισχυρισμός πως η οικονομία της χώρας καταρρέει είναι «λανθασμένος».
«Λέω στον Αμερικανό πρόεδρο ότι διαθέτουμε επαρκή συναλλαγματικά αποθέματα», δήλωσε συγκεκριμένα ο ίδιος σε συνέντευξη Τύπου.
Οδεύουν οι ΗΠΑ προς μια στρατηγική «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη»;
Η σημερινή κατάσταση μοιάζει ολοένα περισσότερο με μια ασταθή ενδιάμεση κατάσταση, στην οποία οι διαθέσιμες λύσεις περιορίζονται διαρκώς, εκτιμούν οι αναλυτές.
Αν και καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να επιδιώκει άμεσα την επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας, αμφότερες έχουν δείξει ότι είναι έτοιμες να απαντήσουν στρατιωτικά όταν θεωρούν ότι απειλούνται τα συμφέροντά τους.
Τη Δευτέρα, το Axios μετέδωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να επιτίθεται περιοδικά στο Ιράν, με στόχο να συνεχίσει να διασφαλίζει την ασφαλή απομάκρυνση πετρελαιοφόρων από την περιοχή του Κόλπου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το σχέδιο για σποραδική επανέναρξη των στρατιωτικών πληγμάτων εναντίον του Ιράν δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τον Τραμπ.
Το Ιράν ουσιαστικά έκλεισε τα κρίσιμης σημασίας Στενά του Ορμούζ στις αρχές Μαρτίου, μετά την έναρξη του πολέμου, και έκτοτε δεν έχει επιτρέψει την πλήρη λειτουργία τους, αφήνοντας κατά διαστήματα τη διέλευση μόνο σε ορισμένα πλοία που θεωρεί «φιλικά».
Πλέον, και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν ότι ελέγχουν τον θαλάσσιο δίαυλο: Το Ιράν εξαπολύει κατά διαστήματα πυραυλικές επιθέσεις εναντίον πλοίων που επιχειρούν να περάσουν χωρίς την έγκρισή του, ενώ ο Τραμπ υποστηρίζει ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό συνοδεύει με επιτυχία τα πλοία, γράφει το Al Jazeera.
Μετά την κατάρρευση του μνημονίου και την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν τον Ιούλιο, η Τεχεράνη δηλώνει ότι αρνείται να συμμετάσχει σε διπλωματικές συνομιλίες με την Ουάσινγκτον. Αντίθετα, έχει διεξαγάγει συνομιλίες μόνο με το Ομάν σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ.
Ο Τρίτα Πάρσι, διευθυντής και συνιδρυτής του αμερικανικού Quincy Institute, δήλωσε:
«Το να βομβαρδίζεις περιοδικά μια χώρα σημαίνει ότι διεξάγεις έναν πόλεμο χωρίς τέλος… δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγεις».
«Η κυβέρνηση (Τραμπ) φαίνεται να εγκαταλείπει την προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος στρατιωτικά, οικονομικά ή διπλωματικά και, αντί γι’ αυτό, να καταφεύγει σε έναν μόνιμο πόλεμο ως τρόπο διαχείρισης του προβλήματος», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Πρόκειται για μια πλήρη αποτυχία σε σχέση με την αρχική εκτίμηση των ΗΠΑ ότι ο πόλεμος δεν θα διαρκούσε περισσότερο από τέσσερις ημέρες».
Είναι βιώσιμη η νέα στρατηγική του Τραμπ για έναν σποραδικό πόλεμο;
Οι αναλυτές επισημαίνουν αρκετούς λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ ενδέχεται να μην είναι σε θέση να διατηρήσουν επ’ αόριστον την πίεση προς το Ιράν.
Ο Μοχάμαντ Εσλαμί, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, εξήγησε ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί τελικά να επιδιώξει μια «υπολογισμένη» σύγκρουση με το Ιράν με στόχο τον έλεγχο των Στενών, τα οποία πριν από την έναρξη του πολέμου ήταν πλήρως και ελεύθερα ανοιχτά στη διεθνή ναυσιπλοΐα.
«Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι αυτός ο πόλεμος βασίστηκε σε λανθασμένους υπολογισμούς στην Ουάσινγκτον και, αυτή τη στιγμή, φαίνεται ότι είναι πολύ βέβαιοι για τις αποφάσεις τους» σχετικά με την πορεία του πολέμου κατά του Ιράν, εκτίμησε ο Εσλαμί στο Al Jazeera. Ωστόσο, όπως τόνισε, ο κίνδυνος είναι οι σποραδικές επιθέσεις, όπως αυτές που σημειώθηκαν αυτή την εβδομάδα, να οδηγήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή.
Η Νεγκάρ Μορταζαβί, ανώτερη ερευνήτρια στο Center for International Policy με έδρα την Ουάσινγκτον, υποστηρίζει ότι η νέα κλιμάκωση κατέστη αναπόφευκτη μετά την κατάρρευση του μνημονίου. «Το Ιράν έχει καταστήσει σαφή τη θέση του: εάν η Ουάσινγκτον επιστρέψει στο μνημόνιο, η Τεχεράνη θα επιστρέψει επίσης· εάν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να δίνουν προτεραιότητα στη στρατιωτική πίεση, το Ιράν θα κλιμακώσει την αντίδρασή του», εξήγησε η Μορταζαβί στο Al Jazeera.
«Η αμοιβαία επιστροφή στο μνημόνιο παραμένει ο σαφέστερος δρόμος προς την αποκλιμάκωση».
Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησε, και οι δύο πλευρές κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης.
Από την πλευρά του ο Εσλαμί πρόσθεσε ότι, ενώ το Ιράν υποστηρίζει πως έχει καταλήξει με το Ομάν σε ένα πλαίσιο συμφωνίας για τη μελλοντική διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, «οι Αμερικανοί θεωρούν ότι αυτή τη στιγμή δεν χρειάζονται κανενός είδους διπλωματική διευθέτηση». «(Αντίθετα) θέλουν να περιμένουν μέχρι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο» και να συνεχίσουν να ασκούν οικονομική πίεση στο Ιράν, ανέφερε ο ίδιος.
Ωστόσο, η κίνηση μέσω των Στενών παραμένει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, έχοντας μειωθεί από περίπου 100 πλοία ημερησίως σε μέσο όρο μόλις επτά πλοίων την ημέρα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Επιπλέον, η Μορταζαβί δήλωσε ότι «η Τεχεράνη δεν πρόκειται να υποκύψει στην (οικονομική) πίεση. Και οι δύο πλευρές μπορεί να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν την κλιμάκωση, όμως κάθε νέα ανταλλαγή πυρών αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης».
Ασαφές παραμένει επίσης για πόσο ακόμη οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν -ανεξάρτητα από το πόσο αραιά πραγματοποιούνται- λόγω των εκτιμήσεων ότι τα αποθέματα πυρομαχικών τους μειώνονται.
Υπάρχει, τέλος, και το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ από τη συνέχιση του πολέμου. Η δημοτικότητά του στο εσωτερικό έχει ήδη υποχωρήσει στο 33%, καθώς οι υψηλότερες τιμές της βενζίνης και η παρατεταμένη διάρκεια του πολέμου εντείνουν την εγχώρια πίεση προς την κυβέρνησή του.
Ποια είναι η θέση του Ισραήλ σε όλα αυτά;
Ο πόλεμος κατά του Ιράν ξεκίνησε ως κοινή στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όμως πλέον οι δύο χώρες φαίνεται να έχουν διαφορετικές προτεραιότητες.
Τον περασμένο μήνα, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε ότι είναι αποφασισμένος να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, παρά την έλλειψη στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η Τεχεράνη επιδιώκει σήμερα την απόκτηση τέτοιων όπλων.
Το Ισραήλ έχει πραγματοποιήσει επισήμως μόνο μία επίθεση εναντίον του Ιράν από τότε που τέθηκε σε ισχύ η αρχική κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο.
Ωστόσο, έχει τηρήσει παρεμποδιστική στάση απέναντι στο μνημόνιο του Ιουνίου, αρνούμενο να αποσυρθεί από τον νότιο Λίβανο, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία προέβλεπε κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα.
Η προτεραιότητα των ΗΠΑ, ωστόσο, είναι η εξεύρεση μιας διεξόδου από τον πόλεμο. Αυτό περιλαμβάνει το άνοιγμα εκ νέου των Στενών του Ορμούζ και τον περιορισμό του οικονομικού και πολιτικού κόστους της σύγκρουσης, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Πάρσι, από το Quincy Institute, υπογράμμισε ότι τα συμφέροντα των δύο συμμάχων δεν συγκλίνουν πλέον.
Με απλά λόγια οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέρον από έναν αιώνιο πόλεμο με το Ιράν, κατέληξε το ίδιο άρθρο του Al Jazeera.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.