Ο Λίβανος, οι Παλαιστίνιοι και ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράν
Τα όπλα, οι πρωταγωνιστές και τα διακυβεύματα μπορεί να έχουν μεταμορφωθεί, όμως το άλυτο παλαιστινιακό ζήτημα εξακολουθεί να οδηγεί την περιοχή στον πόλεμο.
Πριν από είκοσι έξι χρόνια, το Ισραήλ αναγκάστηκε να τερματίσει την 18χρονη κατοχή του νότιου Λιβάνου.
Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, ωστόσο ο Λίβανος και το Ισραήλ εξακολουθούν να προσκολλώνται στις ίδιες πολιτικές που τους οδήγησαν στον σημερινό πόλεμο, έναν πόλεμο που έχει παρασύρει το Ιράν, έχει εμπλέξει τις ΗΠΑ και πλέον απειλεί μέχρι και την παγκόσμια οικονομία.
Το παλαιστινιακό ζήτημα εξακολουθεί να αντηχεί σε κάθε χώρα της περιοχής και όλο τον κόσμο. Είναι ο λόγος για τον οποίο το Ισραήλ άρχισε να επιτίθεται σε φιλοπαλαιστινιακές δυνάμεις στον Λίβανο ήδη από τη δεκαετία του 1970, χρόνια πριν από τη δημιουργία της Χεζμπολάχ, και η αιτία που εκείνη η τοπική σύγκρουση διευρύνθηκε έκτοτε σταδιακά.
Η στήριξη του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ μετά το 1982 μετέτρεψε τον Λίβανο σε γραμμή αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ, ενώ σήμερα, με τις ΗΠΑ να μάχονται στο πλευρό του Ισραήλ, αυτό το μέτωπο έχει εξελιχθεί σε περιφερειακό πόλεμο.
Στην καρδιά του βρίσκεται η Χεζμπολάχ, ο βασικός πυλώνας του «Άξονα της Αντίστασης» που στηρίζεται από το Ιράν και αντιτίθεται στην ισραηλινοαμερικανική ηγεμονία.
Ο Λίβανος μπορεί να μοιάζει με δευτερεύον πεδίο μέσα σε αυτό το περιφερειακό και παγκόσμιο πλαίσιο, ωστόσο, αξίζει μεγαλύτερη προσοχή ακριβώς επειδή υπήρξε -και παραμένει-o η σπίθα που μετέτρεψε 78 χρόνια τριβών μεταξύ Ισραήλ, Λιβάνου και Παλαιστίνης στον σημερινό περιφερειακό πόλεμο, γράφει στο Al Jazeera o Ράμι Γ. Χούρι, πολιτικός αναλυτής και διακεκριμένος ερευνητής Δημόσιας Πολιτικής στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Βηρυτού.
Πολλά έχουν αλλάξει στον Λίβανο από το 2000. Η προηγμένη τεχνολογία πυραύλων, drones και ραντάρ καθορίζει πλέον την ισορροπία ισχύος, κυρίως μέσω της αυξανόμενης ικανότητας του Ιράν και της Χεζμπολάχ να παρακάμπτουν συχνά τις αμερικανοϊσραηλινές αεράμυνες.
Η οικονομία του Λιβάνου έχει καταρρεύσει, οι πολίτες του έχουν εκτοπιστεί επανειλημμένα από τα σπίτια τους και το Ισραήλ έχει καταστρέψει πόλεις και χωριά στον νότο, εφαρμόζοντας το δόγμα της αστικής ισοπέδωσης που διαμόρφωσε στη συνοικία Νταχίγια της Βηρυτού το 2006 και αργότερα εφάρμοσε στη Γάζα.
Η Χεζμπολάχ δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, αλλά αναγεννήθηκε ως μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική δύναμη, η οποία για ακόμη μία φορά εμποδίζει την προσπάθεια του Ισραήλ να υποτάξει τον Λίβανο ή να δημιουργήσει μια νέα μόνιμη «ζώνη ασφαλείας» στο έδαφός του.
Η περιφερειακή εικόνα έχει επίσης αλλάξει. Ο ρόλος της Συρίας ως συνδετικού κρίκου της Χεζμπολάχ με το Ιράν έχει καταρρεύσει, ενώ και το ίδιο το Ιράν υπέστη σοβαρές ζημιές από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση.
Παρ’ όλα αυτά, η Τεχεράνη φαίνεται αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι ο Λίβανος θα συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε περιφερειακή συμφωνία τερματισμού του πολέμου.
Οι ΗΠΑ έχουν ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Ισραήλ, ασκώντας πιέσεις στον πρόεδρο Ζοζέφ Αούν και στον πρωθυπουργό Ναουάφ Σαλάμ να «αφοπλίσουν» τη Χεζμπολάχ και να εξαλείψουν κάθε διαρκή απειλή προς το Ισραήλ, διαφορετικά, ο Λίβανος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή τύπου Γάζας.
Άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Πακιστάν και η Ρωσία, έχουν κινηθεί με διαφορετικούς τρόπους υπέρ του τερματισμού του πολέμου με το Ιράν και της αποκατάστασης της ηρεμίας και της λιβανικής κυριαρχίας.
Μέσα σε αυτή τη δίνη πολιτικών εξελίξεων, αρκετές συνθήκες της περιόδου πριν από το 2000 εξακολουθούν να επικρατούν στον Λίβανο. Ο πληθυσμός παραμένει διχασμένος σχετικά με τον ρόλο της Χεζμπολάχ ως ένοπλου κινήματος που προσφέρει τη μοναδική ουσιαστική αντίσταση απέναντι στο Ισραήλ.
Η κυβέρνηση δείχνει ανίκανη να δράσει -πολιτικά ή στρατιωτικά- λόγω έλλειψης πόρων, εσωτερικής συναίνεσης και στρατιωτικής ισχύος. Κατά καιρούς υποκύπτει στις ισραηλινές ή αμερικανικές πιέσεις: «αφοπλίζοντας» ήδη περιθωριοποιημένους παλαιστινιακούς καταυλισμούς ή συμμετέχοντας σε επαφές με Ισραηλινούς αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον υπό την αιγίδα της φιλοϊσραηλινής πολιτικής των ΗΠΑ.
Η Ουάσιγκτον έχει επίσης συνδέσει την οικονομική στήριξη για την ανοικοδόμηση του Λιβάνου με τη συμμόρφωση της Βηρυτού στους αμερικανοϊσραηλινούς όρους. Η φιλοϊσραηλινή της στάση γίνεται εμφανής από την προθυμία της να αγνοεί τις ισραηλινές παραβιάσεις των δύο τελευταίων συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός, καθώς και από την επίσημη στήριξή της στο «δικαίωμα» του Ισραήλ να επιτίθεται σε οποιονδήποτε Λιβανέζο θεωρεί απειλή, ενώ αρνείται στους Λιβανέζους που απειλούνται από το Ισραήλ το ίδιο δικαίωμα αυτοάμυνας.
Η λιβανική κυβέρνηση βρίσκεται επίσης υπό την πίεση ενός δυσαρεστημένου και βαθιά φτωχοποιημένου πληθυσμού, εξαντλημένου από τις αδιάκοπες ισραηλινές επιθέσεις που μόνο το 2026 έχουν προκαλέσει πάνω από 3.000 θανάτους, τον αναγκαστικό εκτοπισμό 1,2 εκατομμυρίων ανθρώπων και την καταστροφή δεκάδων χωριών και μικρών πόλεων.
Η κυβέρνηση δικαιολογεί τις συνομιλίες της με το Ισραήλ ως προσπάθεια αντιστάθμισης της στρατιωτικής ανισορροπίας, αξιοποιώντας την αμερικανική πίεση για να σταματήσουν οι επιθέσεις και να μπορέσει η Βηρυτός να αποκαταστήσει τον κυρίαρχο έλεγχό της σε ολόκληρη την επικράτεια.
Πάνω από όλες αυτές τις παλιές και νέες δυναμικές αιωρείται μια ιστορική πραγματικότητα: το Ιράν και η Χεζμπολάχ, με τη στήριξη συμμάχων τους στο εξωτερικό, απορρόφησαν τη σφοδρή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση και ανάγκασαν δύο φορές τους πολύ ισχυρότερους και πυρηνικά εξοπλισμένους αντιπάλους τους να αποδεχθούν κατάπαυση του πυρός και να επιστρέψουν στις διαπραγματεύσεις πρώτα για το Ιράν στις αρχές Απριλίου και λίγες ημέρες αργότερα για τον Λίβανο.
Η εκεχειρία στον Λίβανο προορίζεται πλέον να ενταχθεί σε μια ευρύτερη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν.
Και οι δύο συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός φαίνεται να προμηνύουν αποδυνάμωση των αμερικανοϊσραηλινών θέσεων στην περιοχή, σοβαρά πολιτικά πλήγματα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και νέα διπλωματικά πλεονεκτήματα για το Ιράν, τη Χεζμπολάχ και τους συμμάχους τους.
Ποιο δίδαγμα θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από όλα αυτά; Ίσως ότι η στρατιωτική ισχύς – όσο βίαιη κι αν είναι — δεν μπορεί επ’ αόριστον να επιβάλλει πραγματικότητες στη Μέση Ανατολή. Ζώνες ασφαλείας και ουδέτερες περιοχές, νέοι ισραηλινοί εποικισμοί, τοπικοί συνεργάτες του Ισραήλ, στρατιωτικά φυλάκια, αδιάκοποι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, ολόκληρο το αμερικανοστηριζόμενο ισραηλινό μοντέλο, ίσως περάσουν στο παρελθόν, αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις.
Το πώς θα διαμορφωθεί μια νέα διπλωματική ισορροπία στον Λίβανο μένει να φανεί.
Όμως το Ιράν και η Χεζμπολάχ, έχοντας επιβιώσει από τις «υπαρξιακές» τους μάχες και πιέζοντας πλέον για μόνιμες εκεχειρίες, ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη στάση του Ισραήλ και να συμβάλουν στην αναδιαμόρφωση των εσωτερικών ισορροπιών του Λιβάνου.
Στην ιδανική περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να ωθήσει τη Χεζμπολάχ, την κυβέρνηση της Βηρυτού και συνολικά τον λιβανικό λαό να συμφωνήσουν επιτέλους σε μια σοβαρή μακροπρόθεσμη προσέγγιση για αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με ένα Ισραήλ που θα σέβεται πλήρως τη λιβανική κυριαρχία.
Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ασκούσε πίεση σε όλες τις πλευρές να επιλύσουν δίκαια το κεντρικό ζήτημα που αγνοούν εδώ και 78 χρόνια και που τροφοδοτεί τον αδιάκοπο πόλεμο: τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Μόνο μια ώριμη και αποφασιστική διπλωματία, σε συνδυασμό με νόμιμες στρατηγικές άμυνας, θα καθορίσει αν οι σημερινές εξελίξεις θα οδηγήσουν τελικά σε αυτό το επιθυμητό αποτέλεσμα, καταλήγει ο Ιορδανο-Αμερικανός δημοσιογράφος στο Al Jazeera.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.