Ο Πούτιν κινδυνεύει να πνιγεί και γίνεται πιο επικίνδυνος
Ακριβώς όπως ένας κολυμβητής που παλεύει να μην βυθιστεί, ο Ρώσος πρόεδρος υπάρχει ο κίνδυνος να καταφύγει σε κινήσεις απελπισίας για να κρατηθεί στην επιφάνεια
Οι καιροί είναι ιδιαίτερα δύσκολοι για τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» που εξαπέλυσε κατά της Ουκρανίας το 2022, με την προσδοκία ότι θα ολοκληρωνόταν μέσα σε λίγες ημέρες και θα οδηγούσε στην εγκατάσταση μιας φιλορωσικής κυβέρνησης μαριονέτας στο Κίεβο, διαρκεί πλέον περισσότερο από τον αγώνα της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, αλλά και από ολόκληρο τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η αιμορραγία στο μέτωπο και η «κρεατομηχανή» των νεοσύλλεκτων
Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν προ πολλού πάψει να σημειώνουν ουσιαστικά κέρδη στο πεδίο των μαχών.
Μάλιστα, ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι τον Απρίλιο και τον Μάιο έχασαν ακόμη και εδάφη. Όσα περιορισμένα εδαφικά οφέλη πέτυχε η Μόσχα αποκτήθηκαν με δυσανάλογα βαρύ τίμημα.
Τον περασμένο μήνα, η επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών GCHQ, ΆναΚιστ-Μπάτλερ, αποκάλυψε ότι νέες εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών Ρώσων στρατιωτών σχεδόν στις 500.000, ενώ διάφορες δυτικές πηγές εκτιμούν ότι οι συνολικές ρωσικές απώλειες, νεκροί και τραυματίες, ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο, σημειώνει ο Πέτερ Φρανκοπάν σε άρθρο του στο ForeignPolicy.
Αναλογικά, οι απώλειες φθοράς είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η Ρωσία χάνει σήμερα οκτώ νεκρούς ή βαριά τραυματίες στρατιώτες για κάθε έναν που χάνει η Ουκρανία.
Με τις μηνιαίες απώλειες να ξεπερνούν κατά μέσο όρο τις 30.000 μέσα στη φετινή χρονιά, ο ρωσικός στρατός δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να αναπληρώσει το ανθρώπινο δυναμικό του.
Για να προσελκύσει νέους εθελοντές, προσφέρει πλέον μπόνους κατάταξης που φθάνουν τα 80.000 δολάρια, καθώς και διαγραφή χρεών ύψους 140.000 δολαρίων.
Όσοι, ωστόσο, αποφασίζουν να καταταγούν έχουν ελάχιστους λόγους αισιοδοξίας. Σύμφωνα με Ρώσους στρατιωτικούς μπλόγκερ, το προσδόκιμο ζωής ενός νεοσύλλεκτου, από τη στιγμή που φτάνει στο κέντρο εκπαίδευσης μέχρι να σκοτωθεί στη ζώνη των συγκρούσεων, κυμαίνεται μεταξύ δέκα ημερών και τριών εβδομάδων.
Από τη στιγμή που αποστέλλονται στην πρώτη γραμμή, οι Ρώσοι στρατιώτες επιβιώνουν κατά μέσο όρο μόλις 20 έως 35 λεπτά.
Τα ουκρανικά drones «στραγγαλίζουν» τη ρωσική ενέργεια
Ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της τραγικής πραγματικότητας είναι η ριζική μεταβολή της τεχνολογίας και της τακτικής στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Ιδιαίτερα, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) έχουν εξελιχθεί στο κυρίαρχο μέσο εξόντωσης του αντιπάλου, μεταμορφώνοντας τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου και προδιαγράφοντας το μέλλον των στρατιωτικών συγκρούσεων και σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Ακόμη πιο ανησυχητική για τον Πούτιν είναι η μεταβολή της κοινής γνώμης στο εσωτερικό της Ρωσίας. Για χρόνια, η πλειονότητα των Ρώσων στήριζε την εισβολή στην Ουκρανία, επηρεασμένη από τη συνεχή πατριωτική προπαγάνδα των ελεγχόμενων από το Κρεμλίνο μέσων ενημέρωσης και επειδή ο πόλεμος επηρέαζε ελάχιστα την καθημερινότητά τους.
Πλέον, όμως, η Ουκρανία έχει μεταφέρει τον πόλεμο μέσα στη ρωσική επικράτεια. Τα νέα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς, εγχώριας κατασκευής, όπως τα FP-1, FP-2 και Hornet, αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικά, προκαλώντας σοβαρά πλήγματα στη ρωσική οικονομία, στη στρατηγική της θέση αλλά και στο ηθικό του πληθυσμού.
Οι ουκρανικές δυνάμεις πραγματοποιούν πλέον τακτικά επιθέσεις βαθιά μέσα στη ρωσική ενδοχώρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μεγάλης κλίμακας επίθεση στη Μόσχα στα μέσα Ιουνίου, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, έθεσε εκτός λειτουργίας το μεγαλύτερο διυλιστήριο πετρελαίου της ρωσικής πρωτεύουσας, πιθανότατα έως το 2027.
Πέρα από στρατιωτικούς στόχους, όπως αεροπορικές βάσεις και εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων, βασικό αντικείμενο της ουκρανικής εκστρατείας βαθιών πληγμάτων αποτελούν τα διυλιστήρια πετρελαίου, οι αγωγοί μεταφοράς ενέργειας, οι ενεργειακές εξαγωγικές υποδομές και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων της Ρωσίας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Reuters, οι επιθέσεις των ουκρανικών drones έχουν μειώσει τη δυναμικότητα διύλισης της Ρωσίας κατά περίπου 700.000 βαρέλια ημερησίως.
Την ίδια στιγμή, οι Ρώσοι στρατιωτικοί μπλόγκερ, που αποτελούν ίσως το τελευταίο καταφύγιο σχετικά ελεύθερης δημόσιας έκφρασης στη χώρα, εκφράζουν ολοένα εντονότερη οργή, καθώς συνειδητοποιούν ότι η Ρωσία είναι πολύ πιο ευάλωτη απ’ ό,τι τους διαβεβαίωνε επί χρόνια το Κρεμλίνο, υπογραμμίζει ο διακεκριμένος Βρετανός ιστορικός στο ίδιο άρθρο στο αμερικανικό περιοδικό.
Παρόμοιες θεαματικές επιθέσεις συνεχίζουν να σημειώνονται. Μόλις το πρωί της έναρξης του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, στις αρχές Ιουνίου, ουκρανικά drones έπληξαν πετρελαϊκό τερματικό σταθμό της πόλης.
Τεράστιες στήλες μαύρου καπνού ήταν ορατές στους συνέδρους που κατέφθαναν στην εκδήλωση.
Τρεις ημέρες αργότερα και ξανά στις 20 Ιουνίου μη επανδρωμένα αεροσκάφη έπληξαν το διυλιστήριο Αντιπίνσκι στην πόλη Τιουμέν της δυτικής Σιβηρίας, εγκατάσταση που επεξεργάζεται περίπου 160.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως.
Το διυλιστήριο βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 1.600 χιλιομέτρων από τη γραμμή του μετώπου.
Ακόμη και εγκαταστάσεις σε τόσο απομακρυσμένες περιοχές όσο το Βλαδιβοστόκ και η Σαχαλίνη έχουν αρχίσει πλέον να επενδύουν σε συστήματα αντι-drone άμυνας.
Όπως φαίνεται, κανένα σημείο της Ρωσίας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ασφαλές.
Οικονομικό κραχ, πληθωρισμός και το «κυνήγι» των ολιγαρχών
Παράλληλα, οι Ρώσοι πολίτες βιώνουν ολοένα μεγαλύτερη οικονομική πίεση. Αναφορές για δελτίο στα καύσιμα και ελλείψεις βασικών αγαθών εμφανίζονται πλέον με αυξανόμενη συχνότητα.
Στην κατεχόμενη από τη Ρωσία Κριμαία, τα αποθέματα καυσίμων έχουν μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε οι αρχές ανέστειλαν τις πωλήσεις προς το κοινό, ενώ στη ρωσική επικράτεια περισσότερες από τις μισές περιφέρειες της χώρας έχουν ήδη εφαρμόσει περιορισμούς στη διάθεση καυσίμων.
Η παραγωγή ντίζελ μειώθηκε κατά ακόμη 10% τον Μάιο, ενώ η Μόσχα προχώρησε προσωρινά στην απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις επιθέσεις κατά των διυλιστηρίων, οι οποίες περιορίζουν τη δυνατότητα της Ρωσίας να εκμεταλλευθεί τις υψηλές διεθνείς τιμές του πετρελαίου που προκάλεσε ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος κατά του Ιράν.
Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο μια οικονομία που ήδη βρίσκεται υπό τεράστια πίεση εξαιτίας του πολέμου.
Νωρίτερα φέτος, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Γερμανίας ανέφερε ότι οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούν πλέον περίπου το ήμισυ του συνολικού κρατικού προϋπολογισμού της Ρωσίας, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο που παραδέχεται επισήμως το Κρεμλίνο.
Ο επικεφαλής της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφαλείας της Σουηδίας, Τόμας Νίλσον, εκτίμησε ότι η ρωσική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε δύο μόνο πιθανά σενάρια: Είτε μια μακροχρόνια πορεία παρακμής είτε μια απότομη οικονομική κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις, προειδοποίησε, το αποτέλεσμα θα είναι μια «χρηματοοικονομική καταστροφή».
Τον Απρίλιο, η διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, προειδοποίησε για τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό και τη σχεδόν μόνιμη επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της τόσο σοβαρή έλλειψη εργατικού δυναμικού, κυρίως επειδή εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες έχουν σκοτωθεί, τραυματιστεί σοβαρά ή εξακολουθούν να πολεμούν στην Ουκρανία.
Ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν ήδη παραδεχθεί ότι οι βαθιές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες είναι πλέον αναπόφευκτες.
Ούτε οι υπόλοιποι τομείς της ρωσικής οικονομίας παρουσιάζουν πιο αισιόδοξη εικόνα. Η κατασκευή νέων κατοικιών μειώθηκε σχεδόν κατά 40% το πρώτο τρίμηνο του έτους σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ παρόμοια πτώση καταγράφηκε και στη ζήτηση για εμπορικούς αποθηκευτικούς χώρους. Ο αριθμός των ακυρωμένων πτήσεων πολιτικής αεροπορίας έχει τετραπλασιαστεί από τις αρχές του έτους, ενώ η αυξανόμενη απόσυρση καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ανησυχίας για τη σταθερότητα της οικονομίας.
Στις αρχές του μήνα, στη Μόσχα κυκλοφόρησαν έντονες φήμες ότι η διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, ενδέχεται να απομακρυνθεί από τη θέση της, καθώς οι συνεχείς προειδοποιήσεις της για την κατάσταση της οικονομίας θεωρούνται πολιτικά ανεπιθύμητες από τον Πούτιν.
Στην προσπάθειά του να ενισχύσει τα κρατικά ταμεία, το Κρεμλίνο έχει ζητήσει από τους Ρώσους ολιγάρχες να προχωρήσουν σε «εθελοντικές εισφορές» για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας, από τις οποίες οι αρχές εκτιμούν ότι θα συγκεντρωθούν περίπου 4 δισεκατομμύρια δολάρια έως τα τέλη του 2026.
Παράλληλα, μέσα στον ίδιο μήνα, το ρωσικό κράτος προχώρησε στη δήμευση της περιουσίας του ιδρυτή της Rusagro, Βαντίμ Μόσκοβιτς, αξίας άνω των 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πρόκειται για εξελίξεις που δύσκολα μπορούν να περάσουν απαρατήρητες από τον στενό κύκλο εξουσίας του Ρώσου προέδρου.
Άλλο πράγμα είναι οι συμβολικές εκδηλώσεις πίστης προς το καθεστώς και άλλο η άμεση οικονομική ζημία των ίδιων των οικονομικών ελίτ.
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι η δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο ο Πούτιν διαχειρίζεται τον πόλεμο αρχίζει να γίνεται ολοένα πιο εμφανής.
«Όλοι είναι εξοργισμένοι», δήλωσε ανώνυμα στους Financial Times ανώτερο στέλεχος του ρωσικού επιχειρηματικού κόσμου τον περασμένο μήνα.
Όπως ανέφερε, υπάρχει «καθολική συμφωνία ότι πρόκειται για καταστροφή».
«Καθολική καταστροφή»: Η βουβή οργή των ελίτ και το φάντασμα του 1917
Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε και άλλη ανώνυμη επιχειρηματική πηγή, την οποία επικαλείται ο Guardian:
«Επικρατεί η ολοένα εντονότερη συνειδητοποίηση ότι λαμβάνονται εντελώς παράλογες και αυτοκαταστροφικές αποφάσεις. Άνθρωποι που μέχρι πρόσφατα υπερασπίζονταν τον Πούτιν, πλέον δεν το κάνουν. Κάθε αίσθηση ότι υπάρχει κάποιο μέλλον έχει εξαφανιστεί».
Η μοναδική παρηγοριά που εξέφρασε η ίδια πηγή ήταν ότι «κανείς δεν πιστεύει πως όλα θα καταρρεύσουν ξαφνικά από τη μία μέρα στην άλλη».
Η τελευταία αυτή εκτίμηση είναι πιθανότατα ορθή. Ωστόσο, αρκετοί Ρώσοι στρατιωτικοί μπλόγκερ εμφανίζονται πολύ πιο απαισιόδοξοι.
«Βρισκόμαστε στο κατώφλι δραματικών εξελίξεων», έγραψε νωρίτερα φέτος ο Μαξίμ Καλάσνικοφ, διερωτώμενος: «Οδεύουμε προς κάτι αντίστοιχο με το 1917;» σε μια σαφή αναφορά στη χρονιά κατά την οποία κατέρρευσε η Ρωσική Αυτοκρατορία, διαλύθηκε ο ρωσικός στρατός μέσα στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και άνοιξε ο δρόμος για την επικράτηση των Μπολσεβίκων.
Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν επιχειρηματίες, στρατιωτικοί μπλόγκερ αλλά και απλοί πολίτες εξαπλώνεται πλέον σε ολοένα ευρύτερα στρώματα της ρωσικής κοινωνίας.
Αυτό που φαίνεται πιθανότερο δεν είναι μια νέα επανάσταση, αλλά η σταδιακή διαμόρφωση της πεποίθησης, μέσα σε κύκλους της εξουσίας στη Μόσχα, ότι το αυξανόμενο οικονομικό κόστος και η απογοήτευση για έναν πόλεμο που εξελίσσεται ολοένα πιο άσχημα καθιστούν αναγκαία μια νέα πολιτική αρχή.
Οι σημερινές ρωγμές ενδέχεται να εξελιχθούν στις βαθιές διασπάσεις του αύριο.
Καθώς η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, οι συνέπειες του πολέμου γίνονται πλέον αισθητές ακόμη και στην εσωτερική ζωή της χώρας.
Τον Μάιο, για παράδειγμα, στις ρωσικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες παραχωρήθηκαν εξουσίες παραστρατιωτικού χαρακτήρα.
Μεταξύ άλλων, τους δόθηκε η δυνατότητα να εγκαθιστούν συστήματα ηλεκτρονικών παρεμβολών και αντιαεροπορικά μέσα στις στέγες των τραπεζικών κτιρίων, ενώ το προσωπικό τους απέκτησε το δικαίωμα να οπλοφορεί προκειμένου να καταρρίπτει μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ένας τσάρος αποκομμένος από την πραγματικότητα που συζητά για ξινολάχανο
Ο Πούτιν, ο οποίος συχνά επικαλείται τον Μέγα Πέτρο και άλλους Ρώσους τσάρους, δεν έχει επιδείξει ούτε αποφασιστικότητα ούτε στρατηγικό όραμα ούτε σαφή κατεύθυνση.
Αντίθετα, μοιάζει να αναπαράγει τον ρόλο του τσάρου Νικολάου Β΄ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή παρεμβαίνει προσωπικά ακόμη και στις πιο μικρές στρατιωτικές αποφάσεις, εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τη δημόσια ζωή και στη συνέχεια επανεμφανίζεται με κινήσεις που προκαλούν απορία.
Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις έντονες ανησυχίες του για την προσωπική του ασφάλεια, επισημαίνοντας ότι περνά μεγάλο μέρος του χρόνου μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και επιβάλλει στους επισκέπτες του απίστευτα αυστηρούς ελέγχους, αποκαλύπτει ο Φρανκοπάν στο ίδιο άρθρο στο ForeignPolicy.
Όταν εμφανίστηκε πρόσφατα σε ξενοδοχείο της Μόσχας για να παραλάβει έναν παλιό του δάσκαλο και να δειπνήσουν μαζί, πιθανότατα επιδίωκε να παρουσιάσει μια πιο ανθρώπινη εικόνα του εαυτού του και να δείξει ότι δεν παραμένει διαρκώς απομονωμένος σε καταφύγια. Ωστόσο, η κίνηση αυτή έδωσε περισσότερο την εντύπωση ενός ηγέτη αποκομμένου από την πραγματικότητα. Το ίδιο συνέβη όταν, λίγες ώρες αφότου ουκρανικά drones είχαν πλήξει διυλιστήριο της Lukoil στην πόλη Περμ, εκείνος επέλεξε να συζητήσει δημοσίως… συνταγές για ξινολάχανο.
Άλλο πράγμα είναι να παραμένει κανείς εκτός δημόσιας θέας και άλλο να έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, κάτι που ο Νικόλαος Β΄ έμαθε με τον πιο οδυνηρό τρόπο το 1917.
Είναι εύκολο να παρασυρθεί κανείς και να υπερεκτιμήσει τις πρόσφατες επιτυχίες της Ουκρανίας και τη νέα αυτοπεποίθηση που αυτές δημιουργούν. Παρότι το Κίεβο φαίνεται σήμερα να έχει αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, οι πιθανότητες να ανακτήσει μεγάλα τμήματα των κατεχόμενων εδαφών ή να επιφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα στη Ρωσία παραμένουν περιορισμένες.
Το «σύνδρομο του ανθρώπου που πνίγεται» και ο πυρηνικός εκβιασμός
Ωστόσο, όσο επιδεινώνεται η κατάσταση για τη Μόσχα, στο πεδίο των μαχών, στην οικονομία αλλά και για τον ίδιο τον Πούτιν, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ο Ρώσος πρόεδρος, στην προσπάθειά του να διατηρηθεί στην εξουσία, να εκδηλώσει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «σύνδρομο του ανθρώπου που πνίγεται»: όπως ένας κολυμβητής που, μέσα στον πανικό του, σπρώχνει τους άλλους κάτω από το νερό για να σωθεί ο ίδιος.
Κάθε φορά που ο Πούτιν έχει αισθανθεί ότι βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο στη διάρκεια αυτού του πολέμου, η αντίδρασή του ήταν να απειλεί με νέα κλιμάκωση απέναντι τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Δύση. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι η ρητορική της Μόσχας έχει γίνει ξανά αισθητά πιο επιθετική και περισσότερο επείγουσα.
Στα τέλη Μαΐου, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, ΣεργκέιΛαβρόφ, προειδοποίησε τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ότι η Ρωσία θα εξαπολύσει «συστηματικά και παρατεταμένα πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στο Κίεβο, καθώς και εναντίον των σχετικών κέντρων λήψης αποφάσεων». Παράλληλα, κάλεσε τις δυτικές χώρες να απομακρύνουν το διπλωματικό προσωπικό τους από την ουκρανική πρωτεύουσαν. Τα κέντρα εξουσίας τους, ωστόσο, γνωρίζοντας πλέον καλά τον τρόπο με τον οποίο το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί τις απειλές του, αγνόησαν την προειδοποίηση και διατήρησαν κανονικά τις διπλωματικές τους αποστολές.
Μετά από πλήγμα ρωσικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους σε πολυκατοικία στη Ρουμανία, ο ΝτμίτριΜεντβέντεφ, αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, προειδοποίησε τους Ευρωπαίους ότι θα πρέπει να συνηθίσουν τέτοια περιστατικά. «Οι πολίτες των κρατών της ΕΕ, ως πληθυσμός χωρών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν θα μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Οι επιδείξεις ισχύος και οι πολεμικές ιαχές συχνά υποδηλώνουν περιορισμένα περιθώρια πραγματικής επιρροής. Ωστόσο, παρότι λίγοι αναλυτές της Ρωσίας λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις απειλές πυρηνικής κλιμάκωσης του Κρεμλίνου, το γεγονός ότι ο Πούτιν αναθεώρησε επίσημα το πυρηνικό δόγμα της χώρας στα τέλη του 2024 μειώνοντας σημαντικά το όριο χρήσης πυρηνικών όπλων και δηλώνοντας ότι επίθεση από μη πυρηνικό κράτος κατά της Ρωσίας θα μπορούσε να προκαλέσει πυρηνικά αντίποινα εφόσον το εν λόγω κράτος υποστηρίζεται από πυρηνική δύναμη, θεωρήθηκε σαφές μήνυμα αποτροπής.
Η Ρωσία έχει επίσης αφήσει επανειλημμένα να εννοηθεί ότι πυρηνικά όπλα έχουν αναπτυχθεί στη Λευκορωσία, αν και ορισμένοι αναλυτές αντιμετωπίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς με σκεπτικισμό.Τον Μάιο, το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι ρωσικές και λευκορωσικές στρατιωτικές μονάδες ξεκίνησαν κοινές ασκήσεις που περιλάμβαναν προετοιμασίες για τη χρήση πυρηνικών όπλων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, στόχος των ασκήσεων ήταν η αποτροπή μιας υποτιθέμενης δυτικής επιθετικότητας ως απάντηση σε «προκλητικές δηλώσεις και απειλές ορισμένων δυτικών αξιωματούχων κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας».
Η δραματοποίηση του φόβου μιας υποτιθέμενης ΝΑΤΟϊκής επίθεσης κατά της Ρωσίας αποτελεί πάγιο στοιχείο της ρητορικής του Κρεμλίνου από τότε που ο Πούτιν ανέλαβε την εξουσία πριν από περισσότερο από 25 χρόνια. Ωστόσο, η ρητορική αυτή γίνεται ολοένα και πιο έντονη καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εξελίσσεται δυσμενώς για τη Μόσχα.
Στα τέλη Μαΐου, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας, ΣεργκέιΝαρίσκιν, υποστήριξε ότι η «υποκριτική και προδοτική Αλβιώνα» βρισκόταν πίσω από σχέδιο του ΝΑΤΟ για επίθεση κατά της Ρωσίας, ένας ισχυρισμός που απέχει σημαντικά από τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες του Ηνωμένου Βασιλείου.
Αντίστοιχα δραματικές προειδοποιήσεις χαρακτήρισαν και το φετινό Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, όπου διαδοχικοί ομιλητές μίλησαν για αποκαλυπτικές αναμετρήσεις με τη Δύση, για δεκαετίες πολέμου που έρχονται, και για την εκτίμηση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία «θα τελειώσει είτε με νίκη της Ρωσίας είτε δεν θα τελειώσει ποτέ».
Η παγίδα της πολεμικής οικονομίας και ο κίνδυνος των υβριδικών σαμποτάζ
Ο Πούτιν δεν διαθέτει πλέον εύκολη διέξοδο. Ο πόλεμος είναι οικονομικά, δημογραφικά και πολιτικά δυσβάσταχτος, όπως αποτυπώνεται και στην αυξανόμενη εωτερική δυσαρέσκεια. Ταυτόχρονα, η μετατροπή της οικονομίας σε μηχανή πολέμου σημαίνει ότι η μείωση των στρατιωτικών δαπανών, πόσο μάλλον μια συμφωνία ειρήνης με την Ουκρανία, θα προκαλούσε από μόνη της σοβαρό πρόβλημα: καθώς οι στρατιωτικές δαπάνες αποτελούν σχεδόν τη μοναδική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, η μείωσή τους θα οδηγούσε σε απότομη οικονομική συρρίκνωση, πλήττοντας παράλληλα και τους κύκλους ολιγαρχών που πλουτίζουν μέσω των κρατικών προμηθειών.
Παρότι ο Πούτιν δηλώνει τακτικά ότι είναι διατεθειμένος να διαπραγματευτεί, δεν δείχνει καμία πραγματική πρόθεση συμβιβασμού. Έχει απορρίψει επανειλημμένα προτάσεις ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ, ακόμη και όταν αυτές θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ευνοϊκές για τη Ρωσία σε σχέση με την Ουκρανία. Ο στόχος του παραμένει η υποταγή της Ουκρανίας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στερώντας της τη δυνατότητα να λειτουργεί ως κυρίαρχο κράτος.
Ο Πούτιν θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να παραμείνει στην εξουσία, όχι μόνο επειδή οι συνέπειες μιας αποχώρησής του είναι απρόβλεπτες, αλλά και επειδή θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν φυλάκιση ή ακόμη και θάνατο. Καθώς οι συνθήκες επιδεινώνονται, είναι πιθανό να επιχειρήσει να «σπρώξει κάτω από το νερό» και άλλους, στην προσπάθειά του να παραμείνει στην επιφάνεια. Ο πρώην επικεφαλής της MI6, Ρίτσαρντ Μουρ, σημείωσε πρόσφατα ότι ο Πούτιν είναι «πρόθυμος να επεκτείνει το πεδίο μάχης», εγκρίνοντας σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις και εμπρησμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο ως απάντηση στην επιδείνωση της ρωσικής στρατιωτικής και οικονομικής θέσης.
Οι προσπάθειες διεύρυνσης της σύγκρουσης της Ρωσίας με τη Δύση δεν είναι χωρίς κινδύνους. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οι ρωσικές κυβερνοεπιχειρήσεις στην Ευρώπη -συμπεριλαμβανομένων παρεμβολών σε συστήματα ύδρευσης, ενεργειακά δίκτυα και υπηρεσίες υγείας- έχουν πολλαπλασιαστεί. Μέχρι στιγμής, έχουν αντιμετωπιστεί με περιορισμένες άμεσες αντιδράσεις. Ορισμένοι Ρώσοι αξιωματούχοι εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι η Δύση δεν διαθέτει αποτελεσματική άμυνα: ο πρέσβης της Ρωσίας στον ΟΗΕ, Βασίλι Νεμπένζια, προειδοποίησε τη Λετονία ότι «η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν θα σας προστατεύσει».
Το φετινό καλοκαίρι προμηνύεται δύσκολο για τη Ρωσία: οι επιθέσεις με drones μεγάλου βεληνεκούς πλήττουν την οικονομία, οι επιχειρήσεις μεσαίου βεληνεκούς διακόπτουν τον κρίσιμο χερσαίο διάδρομο από τη νότια Ρωσία προς την Κριμαία, και η κοινή γνώμη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος όχι μόνο εξελίσσεται άσχημα, αλλά ίσως εξαρχής αποτελούσε στρατηγικό λάθος. Καθώς αυτή η πραγματικότητα γίνεται πιο έντονη, ο Πούτιν θα μπει στον πειρασμό και πιθανόν θα υποκύψει να αυξήσει τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση των υβριδικών επιθέσεων κατά της Δύσης, μετατρέποντας τις απειλές του σε πράξη.
Αν κάτι έχει αποδείξει το τελευταίο τέταρτο του αιώνα για τον Πούτιν, είναι ότι πρόκειται για έναν φτωχό στρατηγικό σχεδιαστή και λήπτη αποφάσεων. Είναι συνηθισμένος στο να θέλει τα πάντα χωρίς κόστος. Είχε πολλές ευκαιρίες να επιλέξει διαφορετική πορεία, αλλά παραμένει εγκλωβισμένος σε μια νοοτροπία καχυποψίας, φόβου και ελέγχου, διαμορφωμένη από τη θητεία στην τρομερή και φοβερή KGB. Αυτό πιθανότατα θα οδηγήσει σε αποφάσεις που δεν θα έχουν λογική για κανέναν εκτός του Κρεμλίνου.
Καθώς τα προβλήματα της Ρωσίας επιδεινώνονται αυτό το καλοκαίρι και οι επιλογές του Πούτιν λιγοστεύουν, ο πειρασμός του να κλιμακώσει την κατάσταση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό θα ενισχύεται. Δεν θα βρισκόμασταν σε αυτό το σημείο αν ο Πούτιν δεν είχε αποφασίσει να εισβάλει στην Ουκρανία το 2014 και ξανά το 2022, γράφει ο Βρετανός ιστορικός και καθηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Και όμως, εδώ βρισκόμαστε, καταλήγει προειδοποιώντας άπαντες ότι πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή στον άνθρωπο που πνίγεται και θα κάνει ότι περνά από τα χέρια του για να παραμείνει στην επιφάνεια.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.