Οικονομικός εφιάλτης στη Γερμανία: Ρεκόρ πτωχεύσεων και μαζικές απολύσεις
Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η αδύναμη ανάπτυξη και ο ανταγωνισμός από την Κίνα οδηγούν τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης στη δυσκολότερη δοκιμασία των τελευταίων ετών
Η γερμανική οικονομία, η οποία για δεκαετίες αποτελούσε την «ατμομηχανή» της Ευρώπης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες περιόδους της μεταπολεμικής ιστορίας της.
Οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, οι απολύσεις επεκτείνονται σχεδόν σε όλους τους βασικούς κλάδους της οικονομίας και ολοένα περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση δεν είναι πλέον συγκυριακή, αλλά αποκαλύπτει βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα που απειλούν την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Τα τελευταία στοιχεία του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών του Χάλε (IWH) δείχνουν ότι μόνο το δεύτερο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 4.996 εταιρικές πτωχεύσεις, ο υψηλότερος αριθμός για αντίστοιχη περίοδο από το 2005. Περισσότερες από 45.500 θέσεις εργασίας επηρεάστηκαν άμεσα, ενώ οι ερευνητές εκτιμούν ότι το τρίτο τρίμηνο θα κινηθεί επίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, χωρίς να διαφαίνεται ακόμη ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Tον Ιούνιο, το ποσοστό των πτωχεύσεων για τις προσωπικές εταιρείες και τις ανώνυμες εταιρείες στη Γερμανία ήταν κατά 80% υψηλότερο σε σύγκριση με τον Ιούνιο των ετών 2016 έως 2019, δηλαδή της περιόδου πριν από την πανδημία του κορωνοϊού.
Η εικόνα αυτή αποτελεί συνέχεια μιας αρνητικής πορείας που ξεκίνησε τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα με την Creditreform, το 2025 περισσότερες από 23.900 επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε πτώχευση, αριθμός που αποτελεί τον υψηλότερο από το 2014. Για το πρώτο εξάμηνο του 2026 έχουν ήδη καταγραφεί περίπου 12.900 εταιρικές αφερεγγυότητες, γεγονός που ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι και η φετινή χρονιά θα κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Σε αντίθεση με προηγούμενες οικονομικές κρίσεις, αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε έναν μόνο κλάδο. Οι πτωχεύσεις αυξάνονται στη μεταποίηση, στις κατασκευές, στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες, στην εστίαση, στον τουρισμό και στην αγορά ακινήτων, δείχνοντας ότι η επιβράδυνση έχει επεκταθεί σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία. Ο επικεφαλής των ερευνών αφερεγγυότητας του IWH, Στέφεν Μίλερ, σημειώνει ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια οι επιχειρηματικές αποτυχίες καταγράφουν ιστορικά υψηλά σε τόσους πολλούς κλάδους και περιοχές ταυτόχρονα.
Χιλιάδες απολύσεις
Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις προχωρούν σε προγράμματα αναδιάρθρωσης που συνοδεύονται από σημαντικές περικοπές προσωπικού. Η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται στο επίκεντρο, με τη Volkswagen να υλοποιεί σχέδιο κατάργησης δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ Bosch, Continental, Thyssenkrupp, BASF και άλλοι μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι περιορίζουν δραστηριότητες ή μεταφέρουν παραγωγικές μονάδες εκτός Γερμανίας αναζητώντας χαμηλότερο κόστος λειτουργίας.
Σύμφωνα με την VW, 100.000 θέσεις εργασίας ενδέχεται να χαθούν τα επόμενα χρόνια. Ο προμηθευτής εξαρτημάτων αυτοκινήτων ZF σκοπεύει να καταργήσει 14.000 θέσεις εργασίας έως το 2028. Και στην Bosch, μόνο στη Γερμανία, αναμένεται να καταργηθούν περισσότερες από 20.000 θέσεις εργασίας έως το 2030.
Ωστόσο δεν φαίνεται να πλήττεται μόνο ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας. Φέτος αναμένεται να χαθούν και πάλι έως και 100.000 θέσεις εργασίας στον βιομηχανικό τομέα, στις αυτοκινητοβιομηχανίες, αλλά και στον τομέα της μηχανολογίας και των κατασκευών, σύμφωνα με μελέτη της εταιρείας συμβούλων Horváth.
Η Deutsche Welle επισημαίνει ότι ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας. Οι περισσότερες επιχειρήσεις που οδηγούνται σε αφερεγγυότητα απασχολούν κατά μέσο όρο περίπου δέκα εργαζόμενους και δεν διαθέτουν τα οικονομικά αποθέματα ή την πρόσβαση σε χρηματοδότηση που έχουν οι μεγάλοι όμιλοι. Η συνεχής αύξηση του κόστους ενέργειας, των μισθολογικών επιβαρύνσεων και των επιτοκίων έχει εξαντλήσει τις αντοχές τους, οδηγώντας πολλές στο κλείσιμο.
Οι αιτίες της κρίσης είναι πολλές και αλληλένδετες. Η απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία εκτόξευσε το ενεργειακό κόστος της γερμανικής βιομηχανίας, ενώ η υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από την Κίνα, ιδιαίτερα στην αυτοκινητοβιομηχανία και τις πράσινες τεχνολογίες, περιόρισαν σημαντικά τις εξαγωγές. Παράλληλα, τα υψηλά επιτόκια δυσχέραναν τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων, ενώ η έντονη γραφειοκρατία, η υψηλή φορολογία και οι αυξημένες εργοδοτικές εισφορές συνεχίζουν να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στον κατασκευαστικό κλάδο. Η αύξηση του κόστους δανεισμού έχει περιορίσει σημαντικά τη ζήτηση για νέες κατοικίες και επενδύσεις σε ακίνητα, οδηγώντας πολλές τεχνικές εταιρείες σε οικονομικό αδιέξοδο. Παράλληλα, το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να πιέζονται από την υποτονική κατανάλωση και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η Γερμανία αντιμετωπίζει πλέον τον κίνδυνο μιας σταδιακής αποβιομηχάνισης. Η μεταφορά παραγωγής σε χώρες με χαμηλότερο ενεργειακό και εργασιακό κόστος, η υποχώρηση των επενδύσεων και η αδυναμία ταχείας προσαρμογής στις νέες τεχνολογικές απαιτήσεις δημιουργούν φόβους ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης μπορεί να χάσει μέρος του βιομηχανικού της πλεονεκτήματος, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η ανάπτυξή της επί δεκαετίες.
Παρά τα μέτρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση για την τόνωση των επενδύσεων και τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η ανάκαμψη δεν θα είναι άμεση. Η Creditreform προβλέπει ότι οι πτωχεύσεις θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και τα επόμενα χρόνια, καθώς η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με βραχυπρόθεσμα μέτρα στήριξης.
Το ερώτημα είναι το εξής: Βιώνουμε αυτή τη στιγμή μια αναγκαία αναδιάρθρωση της αγοράς ή μάλλον μια διαρθρωτική αδυναμία ανάπτυξης της οικονομίας; Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις οι πτωχεύσεις μπορούν να έχουν και θετικές επιπτώσεις. Όταν οι μη παραγωγικές επιχειρήσεις αποχωρούν από την αγορά, το εργατικό δυναμικό, το κεφάλαιο και η τεχνογνωσία απελευθερώνονται και μπορούν να κατευθυνθούν προς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Έτσι δημιουργείται η ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της «δημιουργικής καταστροφής» του Τζόζεφ Σουμπέτερ.
Παράλληλα, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ιδρύθηκαν πάνω από 10% περισσότερες επιχειρήσεις σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. «Πράγματι, εδώ και πολλά χρόνια παρατηρούμε αύξηση στον αριθμό των νεοφυών επιχειρήσεων που στοχεύουν στην ανάπτυξη», λέει ο Στέφεν Μύλερ.
«Αυτό είναι καλό νέο. Πολλοί δραστηριοποιούνται στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και αυτό αποτελεί σίγουρα μια αχτίδα ελπίδας», συμπληρώνει. Και αυτό υποδηλώνει ότι βρισκόμαστε ακριβώς σε μια φάση δομικής αλλαγής.
Γιατί επηρεάζονται ορισμένοι κλάδοι
Οι λόγοι για τις πτωχεύσεις είναι ποικίλοι. «Πριν από ενάμιση χρόνο, σημειώθηκαν σχετικά πολλές περιπτώσεις πτώχευσης μεγάλων επιχειρήσεων στον βιομηχανικό τομέα», υπογραμμίζει ο Στέφεν Μύλερ.
Ο κατασκευαστικός τομέας και ο τομέας της οικιστικής δόμησης έχουν πληγεί ιδιαίτερα, αποκλειστικά λόγω της αλλαγής στην πορεία των επιτοκίων. Ο τομέας της εστίασης αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού, ενώ οι επιχειρήσεις με υψηλή κατανάλωση ενέργειας αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της αύξησης των τιμών της ενέργειας. Και ο εμπορικός τομέας πλήττεται από την αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες των καταναλωτών.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.