Πώς η κλιματική κρίση απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα

Κάθε δολάριο που επενδύεται στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή μπορεί να εξοικονομήσει έως και 13 δολάρια από μελλοντικές ζημιές που αποφεύγονται

🎙️ Άκουσε το άρθρο

Την ώρα που ποταμοί στη Γερμανία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία στερεύουν, ενώ οι δασικές πυρκαγιές στην Ευρώπη έχουν προκαλέσει οικονομικές ζημιές ύψους 3,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε μόλις δύο μήνες, οι τραπεζικοί οργανισμοί εξετάζουν πλέον τον πιθανό οικονομικό αντίκτυπο από την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων.

Μέχρι πρόσφατα, οι προειδοποιήσεις για την οικολογική κατάρρευση προέρχονταν κυρίως από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ανεξάρτητους ερευνητές. Σήμερα, όμως, προέρχονται και από τις κεντρικές τράπεζες.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των σημαντικότερων θεσμών που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ο Φρανκ Έλντερσον, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, δήλωσε ότι η καταστροφή της φύσης και η εντεινόμενη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων συνιστούν έναν ολοένα αυξανόμενο κίνδυνο για τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η εκτίμηση αυτή συμβαδίζει με τα ευρήματα πολυετών αναλύσεων ανεξάρτητων ερευνητικών οργανισμών, όπως το Institute for Economics & Peace (IEP).

Ο Έλντερσον εξήγησε ότι η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης ενισχύει την παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που συνδέονται με την απώλεια των λεγόμενων «υπηρεσιών των οικοσυστημάτων» – των φυσικών διεργασιών, όπως η παροχή καθαρού νερού, η σταθερότητα των βροχοπτώσεων και η εύρυθμη λειτουργία των ποτάμιων συστημάτων, πάνω στις οποίες βασίζεται η οικονομική δραστηριότητα.


«Οι υπηρεσίες αυτές δεν είναι πλέον σταθερές· αντίθετα, βρίσκονται σε ταχεία υποβάθμιση», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Γι’ αυτό μιλάμε πλέον για την κρίση του κλίματος και της φύσης», συνέχισε.

Οι εκτεταμένες πυρκαγιές στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και τη Ρουμανία, σε συνδυασμό με τις πρωτοφανείς θερμοκρασίες που καταγράφονται φέτος, αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα του είδους των κινδύνων που η ΕΚΤ επιχειρεί πλέον να αποτιμήσει.

«Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη φύση μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας τον πιστωτικό κίνδυνο, την οικονομική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και, μακροπρόθεσμα, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», τόνισε.

Ως εποπτική αρχή των μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης, η ΕΚΤ σχεδιάζει να δημοσιεύσει εντός του 2026 ειδική μελέτη που θα εξετάζει πώς η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων μπορεί να μεταφραστεί σε αυξημένες πιστωτικές ζημιές για το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης.

Ο Έλντερσον υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος του Δικτύου για την Πράσινη Μετάβαση του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (Network for Greening the Financial System – NGFS), ενός διεθνούς δικτύου 114 κεντρικών τραπεζών και εποπτικών αρχών που δημιουργήθηκε το 2017 με στόχο την ανάπτυξη εργαλείων διαχείρισης των κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από το NGFS το 2025, με αποτέλεσμα η Ευρώπη να αναλάβει πλέον τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις σχετικές πρωτοβουλίες, σημειώνει άρθρο της ιστοσελίδας visionofhumanity.org.

Παρά την αποχώρηση των ΗΠΑ, ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο τραπεζικός κλάδος έχει πλέον αναγνωρίσει πως οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι είναι απολύτως πραγματικοί.

«Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί σήμερα μια ευρωπαϊκή τράπεζα που να ισχυριστεί ειλικρινά ότι το ζήτημα αυτό δεν την αφορά», δήλωσε. «Νομίζω ότι αυτή η εποχή έχει πλέον περάσει», κατέστησε σαφές.

Τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού στο βόρειο ημισφαίριο επιβεβαιώνουν τους προβληματισμούς του. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής Copernicus της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ιούνιος του 2026 ήταν ο θερμότερος που έχει ποτέ καταγραφεί στη Δυτική Ευρώπη, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο αποτέλεσε τον δεύτερο θερμότερο Ιούνιο στην ιστορία των μετρήσεων, με τη μέση θερμοκρασία να βρίσκεται κατά 1,39 βαθμούς Κελσίου υψηλότερα από τα προβιομηχανικά επίπεδα. Παράλληλα, η θερμοκρασία της επιφάνειας των ωκεανών, στις περιοχές που δεν καλύπτονται από πάγους, σημείωσε το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ για τον συγκεκριμένο μήνα, ξεπερνώντας οριακά το προηγούμενο ρεκόρ του 2024.

Οι επιπτώσεις αυτού του ακραίου κύματος ζέστης αποτυπώνονται ήδη στην ανθρώπινη ζωή. Το Ινστιτούτο Robert Koch της Γερμανίας έχει καταγράψει 5.120 θανάτους που σχετίζονται με τις υψηλές θερμοκρασίες από την αρχή του 2026, ενώ εκτιμάται ότι περίπου 1.300 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ολόκληρη την Ευρώπη εξαιτίας των διαδοχικών καυσώνων των τελευταίων μηνών.

Την ίδια στιγμή, οι δασικές πυρκαγιές στη Γαλλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και τη Ρουμανία έχουν αποτεφρώσει σχεδόν 300.000 στρέμματα γης και προκάλεσαν οικονομικές ζημιές που υπολογίζονται σε περίπου 3,6 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο κατά τους δύο πρώτους μήνες της αντιπυρικής περιόδου του 2026, σύμφωνα με στοιχεία των Financial Times, βασισμένα στη μεθοδολογία αποτίμησης της γαλλικής κυβέρνησης.

Ίσως όμως πουθενά αλλού η σύνδεση ανάμεσα στην κλιματική αλλαγή και την οικονομική αναστάτωση δεν γίνεται τόσο εμφανής όσο στους μεγάλους ποταμούς της Ευρώπης.

Η έντονη ξηρασία που πλήττει τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη έχει καταστήσει τον Άνω Ρήνο σχεδόν μη πλωτό. Σε ορισμένα τμήματα του ποταμού, οι φορτηγίδες μπορούν πλέον να μεταφέρουν μόλις το 10% του κανονικού τους φορτίου, γεγονός που έχει οδηγήσει τα ναύλα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στον Δούναβη. Στη Βουδαπέστη η στάθμη του νερού υποχώρησε περίπου στα 10 εκατοστά, πολύ χαμηλότερα από το προηγούμενο ιστορικό χαμηλό των 33 εκατοστών που είχε καταγραφεί το 2018. Η δραματική αυτή μείωση ανάγκασε την Ουγγαρία να προχωρήσει σε μερική αναστολή λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού του Paks, ακριβώς τη χρονική στιγμή που η καλοκαιρινή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται στο αποκορύφωμά της.

Στις 30 Ιουλίου, ο Ρήνος κατέγραψε τη χαμηλότερη στάθμη νερού που έχει ποτέ σημειωθεί στα ολλανδικά σύνορα: 6,47 μέτρα πάνω από το Κανονικό Επίπεδο του Άμστερνταμ (Normal Amsterdam Level), ξεπερνώντας το προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ του Αυγούστου του 2022.

Η παροχή του ποταμού περιορίστηκε στα 692 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο, δηλαδή σε λιγότερο από το 40% της συνηθισμένης εποχικής παροχής, η οποία κυμαίνεται γύρω στα 1.900 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο.


Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στον συνδυασμό δύο παραγόντων. Από τη μία πλευρά, το χιόνι και οι παγετώνες των Άλπεων, που φυσιολογικά τροφοδοτούν τον Ρήνο καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, έλιωσαν πολλούς μήνες νωρίτερα από το αναμενόμενο. Από την άλλη, η παρατεταμένη ξηρασία στις λεκάνες απορροής της Γερμανίας και της Γαλλίας εμπόδισε την αναπλήρωση των υδάτινων αποθεμάτων.

Οι οικονομικές συνέπειες έγιναν άμεσα αισθητές. Τα ναύλα μεταφοράς εμπορευμάτων από το Ρότερνταμ αυξήθηκαν από περίπου 52 δολάρια ανά τόνο τον Ιούνιο σε σχεδόν 173 δολάρια ανά τόνο, καθώς οι φορτηγίδες αναγκάζονταν να μεταφέρουν μόλις το 20% έως 30% της κανονικής χωρητικότητάς τους, κατανεμημένη πλέον σε περισσότερα πλοία.

Το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία προειδοποίησε ότι το συγκεκριμένο «σημείο συμφόρησης» ενδέχεται να μειώσει το γερμανικό ΑΕΠ κατά περίπου 0,2%.

Στον κρίσιμο υδρομετρικό σταθμό του Kaub, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τη ναυσιπλοΐα στον Ρήνο, η στάθμη έπεσε στα 27 εκατοστά, ενώ οι προβλέψεις έκαναν λόγο για νέα ιστορικά χαμηλά, έως και τα 24 εκατοστά, επισημαίνει το ίδιο κείμενο.

Παρόμοια πίεση δέχεται και ο Δούναβης. Στη Ρουμανία, η παροχή του ποταμού μειώθηκε στα 1.500 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο, αναγκάζοντας το Πολεμικό Ναυτικό της χώρας να πραγματοποιήσει ελεγχόμενες εκρήξεις κοντά στο κανάλι Bala, προκειμένου να απομακρυνθούν βραχώδεις σχηματισμοί και να διατηρηθεί ανοικτή η ναυσιπλοΐα.

Παράλληλα, η ρουμανική κυβέρνηση έθεσε τον ενεργειακό τομέα της χώρας σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής και προχώρησε στην προσωρινή παύση λειτουργίας μίας μονάδας του πυρηνικού σταθμού της Cernavodă, ενώ ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός κάλεσε τους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες αιχμής.

Στην Ουγγαρία, μία από τις δύο μονάδες παραγωγής του πυρηνικού σταθμού του Paks τέθηκε εκτός λειτουργίας λόγω της έλλειψης επαρκούς νερού για την ψύξη των εγκαταστάσεων. Ήταν η πρώτη φορά μέσα σε 44 χρόνια λειτουργίας του σταθμού που υπήρξε τόσο σοβαρός κίνδυνος πλήρους διακοπής της παραγωγής, πριν τελικά η στάθμη του ποταμού σταθεροποιηθεί αρκετά ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η τελευταία εναπομείνασα τουρμπίνα.

Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπισε και η Σερβία, η οποία υποχρεώθηκε να περιορίσει την παραγωγή των υδροηλεκτρικών σταθμών Djerdap I και II στο 20% έως 30% της δυναμικότητάς τους, παρότι οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις καλύπτουν υπό φυσιολογικές συνθήκες περίπου το 18% των συνολικών αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια.

Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται στις ναυτιλιακές εταιρείες ή στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η μείωση της ροής των ποταμών αυξάνει τη θερμοκρασία του νερού, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα ψύξης πυρηνικών και θερμικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της διαθέσιμης ηλεκτροπαραγωγής ακριβώς τη στιγμή που τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα εκτοξεύουν τη ζήτηση για κλιματισμό και ηλεκτρική ενέργεια.

Το Institute for Economics & Peace (IEP) παρακολουθεί συστηματικά αυτές τις πιέσεις μέσα από την ετήσια έκθεση Ecological Threat Report (ETR). Στην έκδοση του 2025 αξιολογήθηκαν 3.125 υποεθνικές περιοχές σε 172 χώρες.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το επίπεδο των οικολογικών απειλών σε παγκόσμιο επίπεδο αυξήθηκε κατά 0,8% μεταξύ 2019 και 2024. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε 96 χώρες, ενώ βελτιώθηκε σε μόλις 74.

Στο επίκεντρο αυτής της εξέλιξης βρίσκεται το νερό.

Η κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα γλυκού νερού έχει μειωθεί από περίπου 18.000 κυβικά μέτρα ετησίως το 1950 σε λίγο περισσότερο από 5.000 κυβικά μέτρα σήμερα. Παράλληλα, σχεδόν 1,9 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν πλέον σε περιοχές που αντιμετωπίζουν υψηλό ή πολύ υψηλό κίνδυνο λειψυδρίας.

Επιπλέον, 21 από τους 37 σημαντικότερους υπόγειους υδροφορείς του πλανήτη εξαντλούνται με ταχύτερο ρυθμό από εκείνον με τον οποίο μπορούν να αναπληρωθούν φυσικά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η έκθεση καταγράφει τη μεγαλύτερη βελτίωση στον δείκτη υδατικού κινδύνου στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη κατά την περίοδο αξιολόγησης, κυρίως ως αποτέλεσμα της ανάκαμψης μετά τη σοβαρή ξηρασία του 2019. Τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα που παρατηρούνται φέτος στον Ρήνο και τον Δούναβη δείχνουν ότι η φετινή κρίση αποτελεί μια δραματική ανατροπή αυτής της θετικής πορείας και όχι τη φυσική της συνέχεια.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον τομέα της επισιτιστικής ασφάλειας.

Ο αριθμός των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια αυξήθηκε κατά περισσότερα από 300 εκατομμύρια μεταξύ 2019 και 2021 και μέχρι το 2024 πλησίασε τα 2,3 δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως.

Από αυτούς, μεταξύ 638 και 720 εκατομμυρίων ανθρώπων βρέθηκαν αντιμέτωποι με πραγματικές συνθήκες πείνας.

Η έκθεση του IEP διαπιστώνει επίσης ότι ο διπλασιασμός των τιμών των τροφίμων συνδέεται, κατά μέσο όρο, με αύξηση των συγκρούσεων κατά 13% μέσα στο επόμενο έτος. Πρόκειται για μια σχέση που επηρεάζει άμεσα τον πληθωρισμό, την οικονομική ανάπτυξη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα — ακριβώς τους παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο Frank Elderson.

Την ίδια στιγμή, οι φυσικές καταστροφές επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Μόνο το 2024 προκάλεσαν περίπου 45 εκατομμύρια εσωτερικούς εκτοπισμούς πληθυσμών, τον υψηλότερο ετήσιο αριθμό που έχει καταγραφεί τουλάχιστον από το 2008.

Η έκθεση Ecological Threat Report διαπιστώνει επίσης μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των οικολογικών απειλών και της ειρήνης. Συγκεκριμένα, ο δείκτης οικολογικών απειλών παρουσιάζει συντελεστή συσχέτισης 0,58 με τον Global Peace Index, ο οποίος αυξάνεται στο 0,67 όταν συγκρίνεται με τον επιμέρους δείκτη που αφορά την ασφάλεια και την προστασία των πολιτών.

Με απλά λόγια, οι χώρες που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες οικολογικές πιέσεις είναι, κατά μέσο όρο, και οι λιγότερο ειρηνικές. Πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση: η περιβαλλοντική υποβάθμιση αυξάνει την πιθανότητα συγκρούσεων, ενώ οι συγκρούσεις αποδυναμώνουν τους θεσμούς, τις υποδομές και τους οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για την αποτελεσματική διαχείριση των περιβαλλοντικών προκλήσεων.

Ωστόσο, τα στοιχεία του Institute for Economics & Peace δείχνουν ότι αυτή η πορεία δεν είναι αναπόφευκτη. Το Λεσότο, η Ρουάντα, η Ερυθραία και το Εσουατίνι κατέγραψαν τις μεγαλύτερες μειώσεις στις οικολογικές απειλές μεταξύ όλων των χωρών που αξιολογήθηκαν, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο ευάλωτες περιοχές μπορούν να επιτύχουν ουσιαστική πρόοδο όταν εφαρμόζονται οι κατάλληλες πολιτικές.

Πίσω από όλα αυτά τα γεγονότα διαμορφώνεται μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σοβαρή πρόκληση: ολοένα μεγαλύτερο μέρος των ζημιών που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και την υποβάθμιση της φύσης παραμένει ανασφάλιστο.

Ανάλυση του Official Monetary and Financial Institutions Forum (OMFIF) εκτιμά ότι οι μέσες ετήσιες ανασφάλιστες ζημιές στις ΗΠΑ ανήλθαν σε περίπου 64 δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 2021–2024, ενώ στην ΕΕ ανήλθαν σε περίπου 68 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως την περίοδο 2021–2023.

Εάν ληφθούν υπόψη και οι έμμεσες οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και οι ζημιές στα οικοσυστήματα, οι συνολικές απώλειες από φυσικές καταστροφές σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι έφτασαν τα 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο το 2023.

Η απώλεια των οικοσυστημάτων επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση με τρόπους που συχνά υποτιμώνται.

Τα δάση, οι υγρότοποι και οι φυσικές πλημμυρικές πεδιάδες λειτουργούν ως φυσικές ασπίδες απέναντι στις πλημμύρες και τις καταιγίδες, απορροφώντας σημαντικό μέρος της ενέργειας των ακραίων καιρικών φαινομένων. Η καταστροφή τους μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πλημμυρών έως και κατά 700% στις πληγείσες περιοχές.

Καθώς οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες αποχωρούν σταδιακά από περιοχές υψηλού κινδύνου, τα κράτη αναγκάζονται ολοένα και περισσότερο να λειτουργούν ως «ασφαλιστής ύστατης καταφυγής», επωμιζόμενα τόσο το κόστος της άμεσης αντιμετώπισης των καταστροφών όσο και της αποκατάστασης των ζημιών, την ίδια στιγμή που οι φυσικές καταστροφές περιορίζουν και τα φορολογικά τους έσοδα.

Τα οφέλη της έγκαιρης δράσης είναι πλέον καλά τεκμηριωμένα, γράφει το ίδιο κείμενο της ιστοσελίδας visionofhumanity.org.

Κάθε δολάριο που επενδύεται στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή μπορεί να εξοικονομήσει έως και 13 δολάρια από μελλοντικές ζημιές που αποφεύγονται.

Παράλληλα, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση -όπως η αποκατάσταση υγροτόπων και φυσικών πλημμυρικών εκτάσεων- μπορούν να αποδειχθούν έως και 25 φορές πιο οικονομικά αποδοτικές από τα παραδοσιακά τεχνικά έργα, όπως τα θαλάσσια αναχώματα και τα αντιπλημμυρικά φράγματα.

Η προειδοποίηση του Έλντερσον διατυπώθηκε πριν ακόμη σημειωθούν οι φετινές καταστροφικές πυρκαγιές και τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα των ευρωπαϊκών ποταμών. Σήμερα, όμως, τα λόγια του δεν μοιάζουν πλέον με πρόβλεψη για το μέλλον, αλλά με ακριβή περιγραφή της πραγματικότητας.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Αν καταστρέψουμε τη φύση, καταστρέφουμε το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται οι οικονομίες μας. Αυτό δεν είναι μια ρομαντική ή ιδεολογική προσέγγιση υπέρ της φύσης. Είναι η ουσία της οικονομικής επιστήμης. Είναι ζήτημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και σταθερότητας των τιμών».

Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά περιβαλλοντικό ζήτημα. Εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους συστημικούς κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη μακροπρόθεσμη ευημερία των κοινωνιών. Η προστασία των οικοσυστημάτων δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή· αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας, της ενεργειακής ασφάλειας και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης