Θρίλερ με τον θάνατο του εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης: Η οικογένεια καταγγέλλει ότι αυτοκτόνησε έπειτα από μήνες αστυνομικής πίεσης

Ο 44χρονος πρώην αξιωματικός του βρετανικού στρατού και τραπεζίτης βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Λονδίνο, ενώ βρισκόταν υπό έρευνα για την υπόθεση του «Putney Pusher»

🎙️ Άκουσε το άρθρο

Ερωτήματα για τους χειρισμούς της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου εγείρει η οικογένεια του Νίκολας Μπράντραμ, εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, ο οποίος βρέθηκε νεκρός σε ηλικία 44 ετών στο σπίτι του στο δυτικό Λονδίνο.

Ο πρώην αξιωματικός του βρετανικού στρατού και στέλεχος του τραπεζικού τομέα είχε συλληφθεί τον περασμένο Ιούνιο ως ύποπτος για την πολύκροτη υπόθεση του «Putney Pusher», του άνδρα που το 2017 καταγράφηκε από κάμερα να σπρώχνει μια γυναίκα προς το οδόστρωμα, μπροστά από διερχόμενο λεωφορείο.

Η οικογένειά του υποστηρίζει ότι ο Μπράντραμ δεν ήταν ο άνδρας που εμφανιζόταν στο βίντεο και καταγγέλλει ότι η αστυνομική έρευνα, η σύλληψή του και η δημοσιοποίηση πληροφοριών για την υπόθεση του προκάλεσαν τεράστια πίεση τους τελευταίους μήνες.

Ο 44χρονος εντοπίστηκε νεκρός το βράδυ της Τρίτης, ενώ η Μητροπολιτική Αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως «απροσδόκητος, αλλά δεν θεωρείται ύποπτος».

Η οικογένεια καταγγέλλει τους χειρισμούς της αστυνομίας

Σύμφωνα με το BBC, οι συγγενείς του Νίκολας Μπράντραμ ανακοίνωσαν ότι ο 44χρονος «αυτοκτόνησε μετά από μήνες τεράστιας πίεσης που προκλήθηκε από την έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας».

Η οικογένεια επιμένει ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν τον Μπράντραμ με το περιστατικό στη γέφυρα του Πούτνι και αμφισβητεί ευθέως τη βάση πάνω στην οποία οι αστυνομικές αρχές προχώρησαν στη σύλληψή του.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην ανακοίνωσή της, «δεν υπάρχουν στοιχεία που να τον τοποθετούν στη γέφυρα του Πούτνι εκείνη την ώρα, ούτε αξιόπιστα στοιχεία ότι ήταν ο άνδρας που εμφανίζεται στο βίντεο. Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία απέδειξαν το αντίθετο».

Οι συγγενείς του εκφράζουν επίσης την αντίθεσή τους στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αστυνομική επιχείρηση, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές θα μπορούσαν να τον καλέσουν για ανάκριση αντί να προχωρήσουν στη σύλληψή του.

«Η αστυνομία επέλεξε να συλλάβει τον Νικ αντί να τον καλέσει για ανάκριση. Έκαναν έρευνα στο σπίτι του, και στη συνέχεια η ομάδα Τύπου της Αστυνομίας του Λονδίνου δημοσίευσε πληροφορίες που οδήγησαν αναπόφευκτα σε εικασίες και στην ταυτοποίηση του Νικ στις επακόλουθες αναφορές».

Με την ανακοίνωσή τους, οι συγγενείς συνδέουν την ψυχολογική πίεση που, όπως υποστηρίζουν, δέχθηκε ο 44χρονος με τις ενέργειες της αστυνομίας και τη δημοσιότητα που ακολούθησε. Οι συγκεκριμένες καταγγελίες αποτελούν τη θέση της οικογένειας και δεν συνιστούν διαπιστωμένο πόρισμα για τις αιτίες του θανάτου του.

Η σύλληψη τον Ιούνιο και η απελευθέρωσή του χωρίς απαγγελία κατηγοριών

Ο Νίκολας Μπράντραμ συνελήφθη τον Ιούνιο του 2026, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της υπόθεσης που είχε απασχολήσει έντονα τη βρετανική κοινή γνώμη το 2017.

Οι αστυνομικές αρχές τον αντιμετώπισαν ως ύποπτο για απόπειρα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, ωστόσο δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες.

Την περασμένη εβδομάδα, η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε ότι ο 44χρονος είχε αφεθεί ελεύθερος υπό έρευνα, γεγονός που σήμαινε ότι η αστυνομική διερεύνηση συνεχιζόταν χωρίς να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του.

Λίγες ημέρες αργότερα, το βράδυ της Τρίτης, εντοπίστηκε νεκρός στο σπίτι του στο δυτικό Λονδίνο.

Η αστυνομία χαρακτήρισε τον θάνατό του απροσδόκητο, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι δεν αντιμετωπίζεται ως ύποπτος.

Η υπόθεση του «Putney Pusher» που είχε προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον

Η υπόθεση με την οποία συνδέθηκε το όνομα του Μπράντραμ είχε απασχολήσει τα διεθνή μέσα ενημέρωσης τον Μάιο του 2017.

Τότε, κάμερα ασφαλείας στη γέφυρα Πούτνι του Λονδίνου κατέγραψε έναν άνδρα που έκανε τζόκινγκ να σπρώχνει μια γυναίκα προς το οδόστρωμα, τη στιγμή που πλησίαζε λεωφορείο.

Η γυναίκα βρέθηκε μπροστά στο διερχόμενο όχημα, ωστόσο ο οδηγός κατάφερε να την αποφύγει την τελευταία στιγμή, αποτρέποντας μια ενδεχόμενη τραγωδία.

Το βίντεο διαδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, ενώ ο άγνωστος άνδρας απέκτησε από τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης το προσωνύμιο «Putney Pusher».

Ακολούθησε εκτεταμένη αστυνομική έρευνα για τον εντοπισμό του δράστη, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η ταυτοποίησή του και η απαγγελία κατηγοριών σε κάποιο πρόσωπο.

Η υπόθεση έκλεισε το 2018, καθώς οι έρευνες δεν είχαν οδηγήσει σε αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2026, νέες πληροφορίες οδήγησαν τις αρχές στην επανεξέτασή της και τελικά στη σύλληψη του Νίκολας Μπράντραμ.

Παρά τη σύλληψή του, ο 44χρονος δεν κατηγορήθηκε επισήμως για το περιστατικό και αφέθηκε ελεύθερος υπό έρευνα. Η οικογένειά του εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε αξιόπιστο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ήταν ο άνδρας του βίντεο.

Η συγγένεια με την ελληνική βασιλική οικογένεια

Ο Νίκολας Μπράντραμ ήταν εγγονός της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, η οποία μετά τον γάμο της με τον Βρετανό αξιωματικό Ρίτσαρντ Κάμπελ Άντριου Μπράντραμ έγινε γνωστή στη Βρετανία ως Lady Katherine Brandram.

Μέσω της γιαγιάς του, ο Νίκολας ήταν δισέγγονος του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ της Ελλάδας και της Σοφίας της Πρωσίας.

Η πριγκίπισσα Αικατερίνη συνδεόταν επίσης με σημαντικές προσωπικότητες των ευρωπαϊκών βασιλικών οικογενειών, καθώς ήταν δισέγγονη της βασίλισσας Βικτωρίας και πρώτη εξαδέλφη του πρίγκιπα Φιλίππου, συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄.

Γεννημένη στις 4 Μαΐου 1913, η Αικατερίνη ήταν το έκτο παιδί και η τρίτη κόρη του Κωνσταντίνου Α΄ και της Σοφίας της Πρωσίας.

Τρία από τα αδέλφια της ανέβηκαν στον ελληνικό θρόνο, ενώ η αδελφή της, Ελένη, έγινε βασίλισσα της Ρουμανίας.

Η ζωή της συνδέθηκε με τις μεγάλες πολιτικές και ιστορικές αναταράξεις που γνώρισε η ελληνική βασιλική οικογένεια κατά τον 20ό αιώνα.

Η φυγή από την Ελλάδα και η ζωή της πριγκίπισσας Αικατερίνης στη Βρετανία

Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα το 1941, η πριγκίπισσα Αικατερίνη εγκατέλειψε τη χώρα μαζί με τον αδελφό της Παύλο και τη σύζυγό του Φρειδερίκη.

Αρχικά κατέφυγαν στην Κρήτη και στη συνέχεια μετακινήθηκαν στην Αίγυπτο και τη Νότια Αφρική.

Κατά την παραμονή της στο Κέιπ Τάουν, η Αικατερίνη εργάστηκε ως νοσοκόμα σε νοσοκομείο, ενώ για τέσσερα χρόνια δεν είχε νέα από την αδελφή της Ελένη, η οποία βρισκόταν στη Ρουμανία.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψε στην Αγγλία.

Το 1947 παντρεύτηκε τον Βρετανό ταγματάρχη Ρίτσαρντ Κάμπελ Άντριου Μπράντραμ, ο οποίος ήταν αξιωματικός του βρετανικού στρατού και παίκτης του ράγκμπι.

Οι δυο τους είχαν γνωριστεί στο πλοίο «Ασκάνια», κατά τη διάρκεια ταξιδιού από την Αλεξάνδρεια προς την Αγγλία. Εκείνη την περίοδο, ο Ρίτσαρντ Μπράντραμ υπηρετούσε στη Βαγδάτη.

Από τον γάμο τους απέκτησαν έναν γιο, τον Πολ Μπράντραμ, πατέρα του Νίκολας.

Η πριγκίπισσα Αικατερίνη πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής της στη Βρετανία και πέθανε στις 2 Οκτωβρίου 2007, σε ηλικία 94 ετών.

Από τις στρατιωτικές αποστολές στο Ιράκ και το Αφγανιστάν στον τραπεζικό τομέα

Ο Νίκολας Μπράντραμ είχε ακολουθήσει αρχικά στρατιωτική σταδιοδρομία, υπηρετώντας ως λοχαγός στον βρετανικό στρατό.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του συμμετείχε σε στρατιωτικές αποστολές στο Ιράκ, στη Βοσνία και στο Αφγανιστάν, αποκτώντας εμπειρία σε διαφορετικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα.

Μετά την αποχώρησή του από τις Ένοπλες Δυνάμεις, στράφηκε στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ακολούθησε επαγγελματική πορεία στο City του Λονδίνου.

Εργάστηκε αρχικά στη χρηματιστηριακή εταιρεία Killik & Co και στη συνέχεια στην ισραηλινή Bank Leumi, προτού ενταχθεί στην HSBC.

Στην τελευταία δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ιδιωτικής τραπεζικής, με αντικείμενο τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων εύπορων πελατών.

Η σύλληψή του το καλοκαίρι του 2026 είχε άμεσες επιπτώσεις και στην επαγγελματική του ζωή, καθώς μετά τη δημοσιοποίηση της εμπλοκής του στην αστυνομική έρευνα τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την HSBC.

Η οικογένειά του υποστηρίζει ότι η σύλληψη, η έρευνα στο σπίτι του και η δημοσιότητα που ακολούθησε επιβάρυναν σημαντικά την κατάστασή του.

Ο θάνατος του 44χρονου επαναφέρει πλέον στο προσκήνιο την υπόθεση του «Putney Pusher», η οποία παραμένει χωρίς απαγγελία κατηγοριών, αλλά και τις καταγγελίες των συγγενών του για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η Μητροπολιτική Αστυνομία την έρευνα που οδήγησε στη σύλληψή του.

 

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης