«Τρεις και να καίνε» οι εκλογές του Σεπτέμβρη για τον Μερτς

Ο Γερμανός καγκελάριος και ο κυβερνητικός του συνασπισμός προβλέπεται να παραμείνουν στη θέση τους τουλάχιστον έως τα μέσα του 2027. Η σταθερότητα, όμως, θα έχει κόστος

Μερτς
🎙️ Άκουσε το άρθρο

Οι περιφερειακές εκλογές που διεξάγονται αυτόν τον μήνα στη Γερμανία θεωρείται βέβαιο ότι θα αποδυναμώσουν τον κυβερνητικό συνασπισμό του Φρίντριχ Μερτς σε ομοσπονδιακό επίπεδο και θα δημιουργήσουν νέα εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις που έχει υποσχεθεί.

Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) του Γερμανού καγκελάριου και ο κυβερνητικός της εταίρος, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), αντιμετωπίζουν σημαντικές απώλειες και στις τρεις περιφερειακές εκλογές. Ωστόσο, η πιο κρίσιμη αναμέτρηση έρχεται πρώτη αυτήν την Κυριακή στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου και η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας.

Οι Γερμανοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα ακολουθούν οι εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, επίσης στην ανατολική Γερμανία. Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ το δίχως άλλο θα μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της γερμανικής πολιτικής για τους επόμενους μήνες και θα ενίσχυε τις ήδη υπάρχουσες εκτιμήσεις ότι η καγκελαρία του Μερτς βρίσκεται σε κίνδυνο, γράφει η Φίλις Μπέρι στο Atlantic Council.

Ακόμη όμως και αν το AfD καταγράψει τελικά ισχυρή επίδοση στις εκλογές, μια τέτοια εκτίμηση πιθανότατα είναι πρόωρη. Ο Μερτς και ο κυβερνητικός του συνασπισμός προβλέπεται να παραμείνουν στη θέση τους τουλάχιστον έως τα μέσα του 2027. Η σταθερότητα, όμως, θα έχει κόστος. Οι αναγκαίες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί ο Γερμανός καγκελάριος είναι πιθανό να περιοριστούν ή να αποδυναμωθούν, ενώ μια αδύναμη κυβέρνηση θα ενισχύσει τη βαθιά δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.

Από το κακό στο χειρότερο

Η κυβέρνηση του Μερτς ξεκίνησε τη χρονιά αντιμετωπίζοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τη συνεχιζόμενη οικονομική στασιμότητα, ένα ολοένα πιο απειλητικό διεθνές περιβάλλον και την αδυναμία του κυβερνητικού συνασπισμού να παρουσιάσει μια αξιόπιστη απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις.

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει συμβάλει στην αύξηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων και έχει εντείνει τις οικονομικές ανησυχίες. Παράλληλα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις περικόπτουν περισσότερες από δέκα χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε μήνα. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μερτς διαχειρίστηκε τον ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου τον Ιούλιο ενίσχυσε τις ήδη εκτεταμένες αμφιβολίες για την ηγετική του ικανότητα, ενώ η δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Η CDU και το βαυαρικό αδελφό κόμμα της, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU), συγκεντρώνουν περίπου 22% σε μια υποθετική ομοσπονδιακή εκλογική αναμέτρηση, έναντι 28,5% που είχαν λάβει στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025. Το SPD βρίσκεται σε ακόμη χειρότερη κατάσταση, με πρόσφατες εθνικές δημοσκοπήσεις να το τοποθετούν περίπου στο 12%, δηλαδή τέσσερις μονάδες χαμηλότερα από το ήδη ιστορικά χαμηλό ποσοστό που κατέγραψε το 2025.

Αντίθετα, το AfD συνεχίζει να ενισχύεται στις εθνικές δημοσκοπήσεις. Βρίσκεται πλέον κοντά στο 30% σε πανεθνικό επίπεδο και αναμένεται να καταγράψει σημαντικά κέρδη και στις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις του Σεπτεμβρίου.

Η υποστήριξή του αυξάνεται συνεχώς, καθώς το κόμμα γίνεται ολοένα πιο ακραίο. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι έχει διευρύνει την ατζέντα του, περνώντας από την απαίτηση για τερματισμό της μετανάστευσης σε έκκληση για μαζικές απελάσεις. Παράλληλα, υπόσχεται έναν «πόλεμο» κατά της «wokeness» και επιστροφή σε μια «γερμανική εθνική κουλτούρα» που δεν απολογείται για το παρελθόν της.

Μέχρι σήμερα, η πολιτική των κατεστημένων κομμάτων ήταν η δημιουργία ενός πολιτικού «τείχους προστασίας» -της λεγόμενης Brandmauer- μέσω του οποίου απομονώνουν το AfD και του στερούν τα περισσότερα από τα προνόμια που παρέχονται στα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα. Η προσέγγιση αυτή έχει κρατήσει το AfD εκτός σχεδόν όλων των κυβερνητικών πόστων, με εξαίρεση μια χούφτα θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση. Το τίμημα, ωστόσο, είναι ολοένα πιο δυσκίνητοι κυβερνητικοί συνασπισμοί, στους οποίους τα υπόλοιπα κόμματα συχνά δεν έχουν έναν κοινό πολιτικό στόχο, επισημαίνει το ίδιο δημοσίευμα στο Atlantic Council.

Σαξονία-Άνχαλτ: Η πρώτη και σημαντικότερη από τις περιφερειακές εκλογές

Η πιθανότητα το AfD να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία στη Σαξονία-Άνχαλτ καθιστά την πρώτη από τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και την πιο κρίσιμη.

Το AfD προηγείται της κυβερνώσας CDU κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες, συγκεντρώνοντας 40% έναντι 23%, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Αυγούστου. Το ερώτημα είναι αν η CDU και τα μικρότερα κόμματα μπορούν να εμποδίσουν το AfD να εξασφαλίσει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με σχεδόν το ένα τρίτο των ψηφοφόρων να παραμένει αναποφάσιστο, το αποτέλεσμα εξακολουθεί να είναι αβέβαιο.

Το AfD έχει δηλώσει ότι θα συμμετάσχει στην κυβέρνηση μόνο εφόσον ηγηθεί μιας αυτοδύναμης μονοκομματικής κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί από τον αριθμό των κομμάτων που θα καταφέρουν να εισέλθουν στο περιφερειακό κοινοβούλιο. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των «χαμένων ψήφων» που κατευθύνεται σε κόμματα τα οποία δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το όριο εισόδου στο κοινοβούλιο, τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό του συνολικού εκλογικού σώματος που απαιτείται για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Στη δημοσκόπηση του Αυγούστου, το μετακομμουνιστικό Κόμμα της Αριστεράς βρισκόταν στο 13%, το SPD στο 9% και οι Πράσινοι στο 6%, ενώ 9% συγκέντρωναν κόμματα που βρίσκονταν κάτω από το όριο του 5% για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Ακόμη και αν το AfD δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την πλειοψηφία, ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό την ηγεσία της CDU δεν θα είναι εύκολος. Η CDU έχει επίσημη πολιτική που απαγορεύει τη συνεργασία τόσο με το AfD όσο και με το Κόμμα της Αριστεράς, αν και ο επικεφαλής υποψήφιός της στις περιφερειακές εκλογές, ο Σβεν Σούλτσε, έχει δείξει ότι είναι ανοιχτός σε συνομιλίες με την Αριστερά.

Στη Σαξονία και τη Θουριγγία, δύο ακόμη ανατολικογερμανικά κρατίδια, κυβερνήσεις υπό την ηγεσία της CDU έχουν βασιστεί στη σιωπηρή υποστήριξη του Κόμματος της Αριστεράς για την ψήφιση νομοθεσίας, και οι κυβερνήσεις αυτές έχουν λειτουργήσει σχετικά αποτελεσματικά.

Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία: Κρίσιμη δοκιμασία για το SPD

Το μεγαλύτερο διακύβευμα για το SPD βρίσκεται στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου το κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση από το 1998. Η νυν πρωθυπουργός του κρατιδίου, Μανουέλα Σβέσιγκ, είναι η πιο γνωστή και δημοφιλής πολιτικός της περιοχής.

Αν και οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις φέρνουν το AfD στην πρώτη θέση με περίπου 36% των ψήφων και το SPD στη δεύτερη με περίπου 29%, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ιουλίου η Σβέσιγκ προηγείται του υποψηφίου του AfD στην ερώτηση για την καταλληλότερη πρωθυπουργό με 49% έναντι 29%.

Η ίδια έχει ασκήσει έντονη κριτική στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, λέγοντας ότι δεν έχει καταφέρει να καταστήσει σαφές ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές ανησυχίες των πολιτών. Όπως και ο Σούλτσε, αντιτίθεται στην αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και τάσσεται επίσης υπέρ της επιβολής ανώτατων ορίων στις τιμές της βενζίνης.

Αυτή τη στιγμή ηγείται ενός κυβερνητικού συνασπισμού με το Κόμμα της Αριστεράς, το οποίο συγκεντρώνει περίπου 10% στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, τα δύο κόμματα είναι απίθανο να καταφέρουν να εξασφαλίσουν εκ νέου κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Για ακόμη μία φορά, η τύχη των μικρότερων κομμάτων θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι Πράσινοι και η αριστερή Συμμαχία της Σάρα Βάγκενκνεχτ κινούνται αμφότεροι γύρω από το 5%, ενώ η CDU βρίσκεται περίπου στο 10%, ποσοστό που θα αποτελούσε ιστορικό χαμηλό.

Η Σβέσιγκ έχει μειώσει τη διαφορά από το AfD από τις αρχές του έτους. Αν δεν καταφέρει να την εξαλείψει, η ευθύνη είναι πιθανότερο να αποδοθεί στην ομοσπονδιακή ηγεσία του SPD παρά στην ίδια την πρωθυπουργό του κρατιδίου, εξηγεί το άρθρο του Atlantic Council.

Βερολίνο: Η κατάσταση είναι περίπλοκη

Σε αντίθεση με τις δύο άλλες εκλογικές αναμετρήσεις, η προεκλογική εκστρατεία στο Βερολίνο έχει επικεντρωθεί περισσότερο στα ζητήματα παρά στα πρόσωπα.

Οι ψηφοφόροι ανησυχούν για την άνοδο του κόστους στέγασης, την αύξηση της βίαιης εγκληματικότητας και τα διαχρονικά παράπονα ότι η πόλη είναι βρώμικη και γεμάτη σκουπίδια.

Η CDU, το AfD, η Αριστερά και οι Πράσινοι βρίσκονται σε απόσταση μόλις πέντε ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ τους, κινούμενοι στην περιοχή του 15%-20%, ενώ το SPD ακολουθεί με ποσοστό μεταξύ 12% και 15%.

Ο νυν δήμαρχος του Βερολίνου, του οποίου το κόμμα κυβερνά σε συνασπισμό με το SPD και το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, δεν διεκδικεί την επανεκλογή του, λόγω του τρόπου με τον οποίο διαχειρίστηκε ένα μπλακάουτ τον Δεκέμβριο και των αποκαλύψεων που ακολούθησαν ότι είχε παραπλανήσει την κοινή γνώμη σχετικά με την καθυστερημένη αντίδρασή του.

Ένας συνασπισμός υπό την ηγεσία του Κόμματος της Αριστεράς, με τη συμμετοχή των Πρασίνων και του SPD, είναι πιθανότατα το πιο πιθανό αποτέλεσμα. Ωστόσο, μια αδύναμη επίδοση του SPD θα μπορούσε να αφήσει τα τρία κόμματα χωρίς πλειοψηφία και να επιτρέψει στην CDU να παραμείνει στην εξουσία.

Οι επιπτώσεις για τον Μερτς και τον κυβερνητικό του συνασπισμό

Οι περιφερειακές εκλογές ανέκαθεν περιέπλεκαν τις νομοθετικές ατζέντες των γερμανικών κυβερνήσεων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αδυναμία των άλλοτε κυρίαρχων κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων, έχουν ενισχύσει τον πολιτικό αντίκτυπο των περιφερειακών εκλογών.

Ωστόσο, το γερμανικό Σύνταγμα είναι σχεδιασμένο με τρόπο που αποσκοπεί στη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας. Και τα δύο κόμματα που συμμετέχουν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση πιθανότατα θα αναβάλουν μια σημαντική αλλαγή στην ηγεσία τους έως ότου ολοκληρωθεί ένας ακόμη μεγαλύτερος γύρος περιφερειακών εκλογών στα δυτικά κρατίδια, το 2027.

Πιο συγκεκριμένα, οι περιφερειακές εκλογές είναι πιθανό να επηρεάσουν την ατζέντα μεταρρυθμίσεων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ο Μερτς επέμεινε πρόσφατα ότι θέλει να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, όμως οι αντιδράσεις αυξάνονται, με τους πρωθυπουργούς των ανατολικογερμανικών κρατιδίων να πρωτοστατούν.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός σχεδιάζει επίσης να προχωρήσει το φθινόπωρο σε μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ασφάλισης υγείας και της φορολογίας, ενώ πρέπει να συμφωνήσει και σε έναν νέο προϋπολογισμό.

Ο Μερτς και ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ δεν διαθέτουν την απαραίτητη πολιτική ισχύ για να διατηρήσουν ενωμένες τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες. Επιπλέον, οι εσωτερικές διαιρέσεις στους κόλπους των Χριστιανοδημοκρατών ενθαρρύνουν το SPD να επιμείνει στην αντίστασή του σε πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.

Η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας είναι απίθανο να επηρεαστούν σημαντικά, αν και, σύμφωνα με πληροφορίες, ανατολικογερμανοί ηγέτες της CDU άσκησαν πιέσεις στον Μερτς να μην παραχωρήσει πυραύλους Taurus στην Ουκρανία και εμφανίζονται πιο επικριτικοί απέναντι στη γερμανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς τη χώρα.

Οι περιφερειακές εκλογές θα εντείνουν επίσης τη συζήτηση γύρω από την πολιτική του «τείχους προστασίας» απέναντι στο AfD. Υπάρχει ολοένα και πιο διαδεδομένη η άποψη ότι η πολιτική αυτή έχει αποτύχει, ενώ ορισμένοι Χριστιανοδημοκράτες ζητούν ήδη την προσαρμογή της, ώστε να αποδυναμωθούν οι ισχυρισμοί του AfD ότι υφίσταται πολιτικές διακρίσεις.

Οι Χριστιανοδημοκράτες στην ανατολική Γερμανία αισθάνονται παγιδευμένοι σε κυβερνητικούς συνασπισμούς με την Αριστερά, ενώ η απουσία μιας σαφούς εναλλαγής στην εξουσία ενισχύει περαιτέρω την αίσθηση πολιτικής δυσλειτουργίας.

Τέλος, αξίζει να εξεταστεί τι θα μπορούσε να κάνει μια αποκλειστικά κυβέρνηση του AfD, καθώς αυτό παραμένει ένα πιθανό ενδεχόμενο στη Σαξονία-Άνχαλτ ή μετά από κάποια μελλοντική περιφερειακή εκλογική αναμέτρηση.

Το γερμανικό ομοσπονδιακό σύστημα συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της χάραξης πολιτικής σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ενώ τα κρατίδια συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία μέσω της εκπροσώπησής τους στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), τη δεύτερη νομοθετική βουλή της χώρας.

Μια μονοκομματική κυβέρνηση του AfD σε ένα μόνο κρατίδιο θα είχε περιορισμένη επιρροή στο Bundesrat, ενώ οι πρόσφατες αλλαγές στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα ενός μεμονωμένου κρατιδίου να επιβραδύνει το έργο του σώματος.

Τα κρατίδια έχουν την κύρια ευθύνη για την εφαρμογή των πολιτικών, αλλά διαθέτουν επίσης αρμοδιότητες χάραξης πολιτικής σε ορισμένους τομείς, ιδιαίτερα στην αστυνόμευση, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό.

Το AfD δηλώνει ότι θα αξιοποιήσει αυτές τις αρμοδιότητες εάν ανέλθει στην εξουσία. Ζητά τον τερματισμό της κρατικής χρηματοδότησης προς τη δημόσια ραδιοτηλεόραση και τις εκκλησίες, ενώ επιθυμεί να αναδιαμορφώσει το εκπαιδευτικό σύστημα, δίνοντας έμφαση στην εθνική υπερηφάνεια και στον διαχωρισμό των μαθητών που δεν μιλούν γερμανικά.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο Ζίγκμουντ έχει προτείνει την κατάργηση της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος του κρατιδίου, η οποία είναι αρμόδια για την παρακολούθηση του εξτρεμισμού.

Όλες αυτές οι ενέργειες εμπίπτουν στις αρμοδιότητες μιας περιφερειακής κυβέρνησης και είναι πιθανό να βρουν ευρύτερη απήχηση σε συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους.

Οι πρωτοβουλίες μιας κυβέρνησης του AfD είναι πιθανό να προκαλέσουν έντονη συζήτηση στη Γερμανία γύρω από αυτά τα ζητήματα, προκαλώντας αντιδράσεις τόσο από τα δικαστήρια όσο και από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Αυτή η πολιτισμική σύγκρουση θα μπορούσε επίσης να αποκτήσει διατλαντική διάσταση, καθώς μια κυβέρνηση σε κρατίδιο υπό την ηγεσία του AfD ενδέχεται να βρει κοινό έδαφος με τις εκκλήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για μια μάχη κατά της «πολιτισμικής εξάλειψης», καταλήγει το ίδιο άρθρο του Atlantic Council.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης