Όπως αναφέρουν πηγές από την κυβέρνηση:

-Η ελληνική οικονομία λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τις αγορές, σε τόσο μεγάλο χρονικό ορίζοντα, για πρώτη φορά μετά από την πολυετή κρίση.

-Η Ελληνική Δημοκρατία δανείζεται με πολύ χαμηλό κόστος, πολύ χαμηλότερο από αντίστοιχης διάρκειας έκδοση του 2009, βελτιώνοντας το προφίλ και τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

-Η Ελλάδα άντλησε 2,5 δις ευρώ, όταν προσφέρθηκαν περίπου 19 δις ευρώ. Γεγονός που υπογραμμίζει τη μεγάλη ζήτηση για Ελληνικούς τίτλους, κυρίως μάλιστα από θεσμικούς, μακροπρόθεσμους, επενδυτές του εξωτερικού.

-Έτσι η Ελλάδα διατηρεί ζεστό το ενδιαφέρον των επενδυτών, διασφαλίζοντας τον ομαλό δανεισμό της με ιστορικά χαμηλά επιτόκια από τις αγορές.

-Μέσα σε έξι μήνες διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα ανακτά την εμπιστοσύνη των επενδυτών και πέραν του 2032 που είχε τεθεί ως ορόσημο από τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές.

Η επιτυχής έκδοση του νέου 15ετούς ομολόγου έχει και μία συμβολική αξία, καθώς οι επενδυτές εμπράκτως αποδέχτηκαν ότι το ελληνικό Δημόσιο θα είναι σε θέση να εξυπηρετεί τις δανειακές τους υποχρεώσεις και μετά το 2033, που αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο βιωσιμότητας του Ελληνικού Δημόσιου Χρέους.

Σημειώνεται ότι η ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους καταλήγει ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας διατηρούνται κάτω από το όριο του 20% του ΑΕΠ έως το 2033.

Βέβαια τόσο το ΔΝΤ όσο και ο ESM, οι δανειστές του επίσημου τομέα της Ελλάδας, έχουν δεσμευτεί από τον Ιούνιο του 2018 να επανεξετάσουν το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους στο τέλος της περιόδου χάριτος των δανείων του EFSF (δηλαδή το 2032) προκειμένου να παράσχουν πρόσθετη απαλλαγή από χρέη (OSI), αν τούτο κριθεί αναγκαίο.

Με την δημοπρασία των 15ετών ομολόγων εγκαινιάζεται επιτυχώς το δανειακό πρόγραμμα του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους για το 2020. Ο ΟΔΔΗΧ έχει ανακοινώσει ότι σκοπεύει να δανειστεί από τις αγορές φέτος από 4 έως 8 δισ. ευρώ.

Ο σχεδιασμός που έχει εκπονηθεί στηρίζεται σε δύο βασικά σενάρια: Το πρώτο συνδέεται με τη μείωση του αποθέματος των Εντόκων Γραμματίων των 12,6 δισ. ευρώ, και την μερική αντικατάσταση τους με πιο μακροπρόθεσμους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου. Το δεύτερο σενάριο λαμβάνει υπόψη πιθανές πρόωρες αποπληρωμές του χρέους του Δημόσιου κυρίως προς το ΔΝΤ.