Γιατί πρέπει να επιβληθεί ο εμβολιασμός

Οι εικόνες βίας και τρόμου από τη Νέα Σμύρνη, που παρουσιάστηκαν μέσα από τις τηλεοράσεις σε όλη την Ελλάδα, προκάλεσαν την οργή, τη θλίψη και τον προβληματισμό σύσσωμης της κοινωνίας. Και δικαιολογημένα. Τα φαινόμενα βίας σε μία χώρα σε μεγάλο βαθμό διχασμένη, σε σύγχυση και αμήχανη μετά από μία δεκαετία τρομερών αλλαγών και αναταράξεων, και εν μέσω, τώρα, πρωτοφανούς πανδημίας, διαρκώς αυξάνονται. Και, δυστυχώς, συνεχίζεται η ανοχή σε τέτοια φαινόμενα βίας από ικανό μέρος της κοινωνίας. Ακόμα και συγκροτημένα κόμματα της αντιπολίτευσης τηρούν επαμφοτερίζουσα στάση στο μείζον αυτό ζήτημα

Ήρθε, επιτέλους, ο καιρός να αντιληφθούμε και να παραδεχτούμε ορισμένα πράγματα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να ασκεί φυσική βία στη χώρα μας. Το αποκλειστικό δικαίωμα άσκησης φυσικής βίας έχουν μόνο το κράτος και τα θεσμοθετημένα Όργανα του. Κανένας άλλος. Και τα Όργανα της Πολιτείας μπορούν να ασκούν βία μόνον στο πλαίσιο της εφαρμογής των νόμων όπως ορίζουν οι νόμοι και το Σύνταγμα της χώρας. Γι’ αυτό οι νομικοί ομιλούν για ρυθμισμένη βία της Πολιτείας κατά την άσκηση των νόμιμων καθηκόντων της. Η υπερβολική βία που ξεπερνά τη νομοθετική ρύθμιση, όπως αυτή που είδαμε στο βίντεο από την πλατεία της Νέας Σμύρνης, μοιραία είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα.

Όμως, ένα μεμονωμένο περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας και υπερβολικής βίας, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γενικευθεί. Φυσικά και είναι καταδικαστέο, και γι’ αυτό η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. έπραξε από την αρχή το καθήκον της. Διέταξε ΕΔΕ και έθεσε σε διαθεσιμότητα τον συγκεκριμένο αστυνομικό

Δυστυχώς, όπως φοβόμασταν όμως, το μεμονωμένο αυτό περιστατικό το εκμεταλλεύτηκαν οι δυνάμεις του σκότους και του χάους που επιδιώκουν την μπαχαλοποίηση της κοινωνίας και την επικράτηση της βίας. Δύο ημέρες μετά, την περασμένη Τρίτη, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Νέα Σμύρνη, υπήρξε απόπειρα κατάλυσης του κράτους δικαίου και της έννομης τάξης, με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας ενός συγκεκριμένου αστυνομικού. 

Αυτό που πολλοί, ιδίως στην Αριστερά, δεν θέλουν να κατανοήσουν είναι ότι οι εκδήλωσεις αυτής της βίας δεν αποτελούν πολιτική συμπεριφορά ή έστω άρνηση των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης. Όπως αποδείχτηκε από τους συλληφθέντες για την απόπειρα δολοφονίας του αστυνομικού στη Νέα Σμύρνη, οι άνθρωποι που επιχείρησαν να τον σκοτώσουν είναι «μπαχαλάκηδες», χούλιγκανς ποδοσφαιρικών συνδέσμων και ομάδων, περιθωριακοί τύποι, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να καταστρέψουν την έννομη τάξη, να υπονομεύσουν την κοινωνία, που τη μισούν και την απεχθάνονται. Δεν έχουν πολιτική ατζέντα. Έχουν θεοποιήσει τη βία για τη βία. Την τυφλή βία. Τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές σε μία κοινοβουλευτική Δημοκρατία και σε ένα κράτος δικαίου όπως είναι, και θέλουμε να ενισχύσουμε να είναι, η Ελλάδα μας.

Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω όσο και αν προσπάθησα με την εμπειρία μου των 35 ετών στη δημοσιογραφία, είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς και δεν συμφωνώ με την άποψη του Στάθη Παναγούλη, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα συλλαλητήρια και τις πορείες τα υποκινούν οι πρώην σύντροφοί του. Φυσικά και δεν τα υποκινούν. Δεν έχουν τη δύναμη να τα υποκινήσουν. Αλλά αρνούνται στην πράξη και να τα καταδικάσουν. Αρχίζω να πιστεύω ότι έχει δίκιο η Σώτη Τριανταφύλλου, που σε άρθρο της υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από τη στιγμή που έχασε το μονοπώλιο των ιδεών στην κοινωνία μας και ταυτόχρονα δεν μπορεί να ξεφύγει από την εσωτερική του αντίφαση, αναγκάζεται να θεωρήσει ότι θα πρέπει να επαναλάβει την τακτική που τον έφερε στην εξουσία το 2015. Θεωρούν κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι με το να αναβιώσουν τις πλατείες των Αγανακτισμένων και να κερδίσουν τη μάχη του δρόμου θα μπορέσουν να επαναλάβουν το 2012 ή το 2015. Προφανώς δεν έχουν αντιληφθεί ότι οι εποχές δεν είναι ίδιες. Ο κόσμος έχει γυρίσει την πλάτη του στον ακτιβισμό που μας συνήθισαν οι αριστεροί τις εποχές των Μνημονίων. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα βίας που διχάζουν την κοινωνία σε περιόδους πολύ πολύ δύσκολες όπως είναι οι τωρινές, και λόγω της πρωτοφανούς πανδημίας που δοκιμάζει τις αντοχές όλων μας.