Ήταν Μάρτιος του 2012 όταν ο πολυχώρος Vault άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο κοινό.

Από τότε, στο χώρο έχουν ανέβει πολλές θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες έχουν σαν στόχο να θίξουν σημαντικά θέματα που αφορούν τους πάντες, περνώντας παράλληλα και τα ανάλογα κοινωνικά μηνύματα.

Μιλώντας αποκλειστικά στο www.vradini.gr, οι ιδιοκτήτες του θεάτρου, Μάνος Αντωνιάδης και Δημήτρης Καρατζιάς, εξηγούν την απόφασή τους να ανοίξουν το θέατρο, αναλύοντας τις προσδοκίες τους για το συγκεκριμένο εγχείρημα.

Παράλληλα, μας μιλούν για την παράσταση «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας», της οποίας αποτελούν βασικοί συντελεστές, καθώς ο Μάνος Αντωνιάδης έχει γράψει τη μουσική και ο Δημήτρης Καρατζιάς πρωταγωνιστεί.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

«Η ιστορία του Vault»                                                                                        

Πότε και πώς αποφασίσατε να ανοίξετε το Vault;

Δημήτρης Καρατζιάς: «Ήταν 12 Μαρτίου του 2012. Τότε το ανοίξαμε ουσιαστικά και έγιναν τα εγκαίνια. Γιατί το ανοίξαμε; Άγνοια κινδύνου! Θεωρήσαμε ότι θα ήταν εύκολο να ανοίξουμε έναν θεατρικό χώρο. Ξεκινήσαμε με μια παράσταση εκτός Vault η οποία πήγε εξαιρετικά καλά, αλλά εμείς δεν είχαμε κανένα οικονομικό κέρδος. Οπότε θεωρήσαμε ότι έπρεπε να βρούμε έναν χώρο για να στεγάσουμε τις δικές μας δουλειές. Έτσι, βρήκαμε το Vault και αρχίσαμε να το φτιάχνουμε. Ο Μάνος μουσικός, εγώ ηθοποιός και σκηνοθέτης και κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Η ανταπόκριση του κόσμου στο εγχείρημά μας ήταν συγκινητική».

Μάνος Αντωνιάδης: «Υπήρχε και το όνειρο ότι κάποια στιγμή θα ήταν καλό να κάνουμε κάτι δικό μας και μετά από εκείνη την παράσταση, η οποία είχε όντως πολύ μεγάλη επιτυχία, είπαμε μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε να το ψάχνουμε. Το ένα έφερε τ’ άλλο και τελικά καταλήξαμε όντως να το κάνουμε. Προσωπικά και εγώ εξεπλάγην πάρα πολύ ευχάριστα με το πώς ο κόσμος ανταποκρίθηκε και αγκάλιασε το Vault. Το έκανε στέκι του! Πολλοί μας λένε ότι νιώθουν πάρα πολύ οικεία και ευχάριστα όταν έρχονται εδώ. Πλέον έρχονται με “κλειστά τα μάτια”. Θέλουν να δουν τι υπάρχει, γιατί πιστεύουν ότι θα δουν κάτι καλό. Αυτό είναι μεγάλη τιμή για μας».

Πώς προέκυψε το όνομα;

Δ. Κ.: «Vault είναι η κρύπτη, το θησαυροφυλάκιο».

Μ.Α.: «Σε πρώτη φάση ψάχναμε κάτι ελληνικό και εύηχο. Μια μικρή λέξη. Το πώς καταλήξαμε στο Vault ήταν λίγο θέμα ήχου και σημασίας. Το κτίριο έχει τόσους μικρούς χώρους μέσα, που είναι λίγο σαν να μπαίνεις σε έναν λαβύρινθο με κρύπτες. Ειδικά στις αρχές που το λειτουργούσαμε πιο πολύ με εκθέσεις, κάποιος μπορούσε να μπει μέσα στο χώρο και να ψάχνει από δωμάτιο σε δωμάτιο και να μπαίνει σε κάτι διαφορετικό. Τελικά έμεινε αυτό, και ως κρύπτη τέχνης και ως θησαυροφυλάκιο δικό μας. Όλες αυτές οι έννοιες αποτελούν το Vault».

Ποιες είναι οι προσδοκίες σας για το Vault;

Μ.Α. «Από το Vault ουσιαστικά εμείς θέλουμε να έχουμε καλές συνεργασίες, δηλαδή πράγματα τα οποία μας κάνουν εμάς περήφανους και σε ένα μεγάλο βαθμό το έχουμε καταφέρει ελπίζω. Θέλουμε να μπορούμε να εκφραστούμε εμείς ως καλλιτέχνες μέσα από αυτές τις δουλειές και να γίνονται όσο το δυνατόν πιο ωραίες συνεργασίες, γιατί αυτό που είχαμε από κοινού ως αντίληψη με τον Δημήτρη είναι ότι το θέατρο είναι ένα αποτέλεσμα πολλών συνεργατών. Θέλεις να έχεις ωραίες αλληλεπιδράσεις με καλλιτέχνες, με ανθρώπους, να περνάς καλά μέσα από τη δουλειά σου, να μπορεί ο καθένας να βγάζει τον καλύτερο εαυτό του άλλου και τελικά να εξελίσσεσαι μέσα από αυτόν το χώρο».

Δ.Κ.: «Ωραίες συναντήσεις και κάποιες παραστάσεις με θέματα που μας καίνε, μας αφορούν, εμάς και τους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν τη χώρα σήμερα. Δε θεωρώ ότι το θέατρο πια είναι “τέχνη για την τέχνη” ή “τέχνη για μας”. Πρέπει μέσα από αυτό να θίξεις σημαντικά θέματα. Να προβληματίσεις τον άλλο, να τον κάνεις να σκεφτεί».

«Το Vault έχει γίνει πλέον το σπίτι μας»

Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε μέσα από τις παραστάσεις που γίνονται στο Vault;

Μ.Α.: «Καταρχάς ισότητα. Αυτό το θέμα το επαναλαμβάνουμε από την πρώτη κιόλας χρονιά που έχουμε ανοίξει. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα και για την ελληνική κοινωνία αυτό. Όταν λέμε ισότητα εννοούμε σε όλες τις μορφές που μπορεί να έχει καταπατηθεί. Από εκεί και πέρα έχουμε ασχοληθεί αρκετά και με το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι μόνο σε ό,τι έχει να κάνει π.χ. με τη μετανάστευση. Για παράδειγμα, πέρσι και φέτος ασχοληθήκαμε με το θέμα της τεχνητής γονιμοποίησης. Το δικαίωμα μιας γυναίκας να τεκνοποιήσει. Το δικαίωμά της τελικά να θέλει παιδί και να το επιδιώξει ή τελικά να μη θέλει παιδί. Όταν θίγεται η μία πλευρά, τότε θίγεται και η αντίπερα όχθη. Παράλληλα, μέσα από τις παραστάσεις ασχοληθήκαμε με το πόσο τελικά ένας άνθρωπος φτάνει όντως στα όριά του, αν τα ξεπερνά, ποια είναι αυτά, μέχρι τι είναι σωστό τελικά να κάνει κάποιος για να επιβιώσει ή για να αποκτήσει αυτό που ονειρεύεται ή έχει ανάγκη, όπως είναι το θέμα του φαγητού και της οικογένειας. Όλα αυτά τα θίξαμε επανειλημμένα σε δεκάδες παραστάσεις».

Δ.Κ.: «Έχουμε ανεβάσει πολύ δύσκολες παραστάσεις και σχεδόν αντιεμπορικές θεματολογικά. Για παράδειγμα, το “Marvin΄s room” ήταν μία παράσταση που έδειχνε το πώς διαχειρίζεσαι έναν άνθρωπο με καρκίνο μέσα στην οικογένειά σου. Το “The Curing room” ήταν ένα θέμα το οποίο ήταν βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία ανθρωποφαγίας. Η “Ψιλικατζού” είχε θέμα την υπογονιμότητα στην Ελλάδα. Η “Πνιγμονή” τα εγκλήματα τιμής. Το “Χορεύοντας στο σκοτάδι” το μεταναστευτικό με ένα διαφορετικό τρόπο. Το θέμα της ανεργίας και της κρίσης θίχτηκε μέσα από το έργο “Elizabeth”. Αν πάμε στο θέμα του “Bent”, όταν το κάναμε εμείς το 2012, ήταν και η άνοδος του φασισμού με τη Χρυσή Αυγή. Το συγκεκριμένο έργο είχε να κάνει με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη Ναζιστική Γερμανία. Έχουμε ασχοληθεί με όλα αυτά τα θέματα και με πολλά άλλα, τα οποία μας νοιάζουν, μας αφορούν και μας καίνε σήμερα».

Τι σημαίνει το Vault για εσάς;

Δ.Κ.: «Σπίτι. Για μένα είναι το δεύτερο σπίτι μου, μη σου πω και το πρώτο. Είναι η έννοιά μου, η σκέψη μου. Είμαι ατέλειωτες ώρες εδώ και όταν δεν είμαι, θα είμαι στο σπίτι και θα ασχολούμαι με τις επόμενες παραστάσεις που θα έρθουν. Καλώς ή κακώς, μέσα από το Vault μου δόθηκε ένα τεράστιο βήμα, μετά από πάρα πολλά χρόνια που ήμουν και στο θέατρο και στην τηλεόραση, να κάνω πράγματα που με ενδιαφέρουν πάρα πολύ. Θα ευγνωμονώ πάντα αυτόν το χώρο».

Μ.Α.: «Πάνω κάτω τα ίδια. Και για μένα είναι το βασικό μου σπίτι. Ο χώρος έκφρασης, το βήμα μου. Το σαλόνι του σπιτιού μου ουσιαστικά, που θα περάσω καλά και θα δω τους φίλους μου. Είναι και η έξοδός μου. Είναι όλα μαζί. Δε μένει πολύς χρόνος για άλλα πράγματα όταν έχεις έναν τέτοιο χώρο. Εδώ είναι και η καλλιτεχνική μου δουλειά και η επιχειρηματική. Άρα τα κάνω σχεδόν όλα εδώ. Τέλος, είναι και η εκπλήρωση ενός ονείρου».

Πείτε μας λίγα λόγια για τα θεατρικά εργαστήρια που γίνονται στο Vault.

Δ.Κ.: «Αυτή είναι η τέταρτη χρονιά που λειτουργούν τα θεατρικά εργαστήρια, σχεδόν καθημερινά. Είναι ένα πεντάωρο κάθε φορά και ουσιαστικά είναι οι βασικές αρχές της υποκριτικής. Οι περισσότεροι μαθητές μου είναι ερασιτέχνες και οι ηλικίες είναι από 23 μέχρι 70 ετών. Όλοι τους έρχονται μετά τις δουλειές τους και ασχολούνται με το θέατρο, μαθαίνουν για αυτό και στο τέλος ανεβάζουν παραστάσεις. Οι περισσότεροι βρίσκονται εδώ πάρα πολλά χρόνια και πλέον τα εργαστήρια έχουν αποκτήσει μια μορφή οικογένειας. Για μένα είναι μια μορφή ψυχανάλυσης και βέβαια επειδή δεν έχεις την ευθύνη μιας επαγγελματικής παράστασης, περνάς πάρα πολύ καλά μαζί τους. Αυτό που κάνουν για μένα καθημερινά είναι ένα τεράστιο δώρο. Ανεξάρτητα με την ηλικία, όλους τους θεωρώ παιδιά μου».

 «“Ο Άνθρωπος Ελέφαντας” και τα μηνύματα της παράστασης»

Πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε τον «Άνθρωπο Ελέφαντα»;

Δ.Κ.: «Ήξερα την ιστορία του Τζον Μέρικ. Είχα δει την ταινία και το ντοκιμαντέρ. Ανέκαθεν με γοήτευε πάρα πολύ η τόσο τραγική ιστορία αυτού του παιδιού, το οποίο έζησε τόσα πράγματα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Για μένα είναι ένας ύμνος στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για ένα πλάσμα το οποίο δείχνει ότι πρέπει να κοιτάμε πέρα από την εξωτερική εμφάνιση, καθώς η δικιά του ήταν αποκρουστική, αλλά είχε έναν τόσο υπέροχο ψυχικό κόσμο. Όλοι προσπάθησαν να τον εκμεταλλευτούν. Όλοι προσπάθησαν να πάρουν κομμάτια από τον Τζον Μέρικ. Όλη αυτήν την τραγική ιστορία την έβρισκα πάρα πολύ γοητευτική. Όταν ήρθε μια πρόταση του Κοραή Διαμάτη για ένα άλλο έργο, του αντιπρότεινα αυτό. Του άρεσε πάρα πολύ και έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε αυτήν την παράσταση. Εγώ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Μάνος στη μουσική και ο Κοραής στη σκηνοθεσία. Είναι μια δουλειά που την αγαπάμε πάρα πολύ».

Μ.Α: «Με κάλυψε απόλυτα ο Δημήτρης».

Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε μέσα από το συγκεκριμένο έργο;

Δ.Κ.: «Ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Να μην κοιτάμε μόνο την εξωτερική εμφάνιση, αλλά να δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία στον καθένα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πόσο μπορεί να μας εκπλήξει η ομορφιά που μπορεί να κρύβει μέσα του».

Μ.Α.: «Ένα άλλο σημαντικό μήνυμα που περνάει αυτή η παράσταση είναι ότι γενικά στην κοινωνία υπάρχουν κάποιες κάστες ανθρώπων, όπως π.χ. οι θρήσκοι ή οι λόγιοι, οι οποίοι συναναστρέφονται με άτομα που έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων να αποκτούν κάποιες μεμονωμένες αντιλήψεις. Σε αυτό το έργο λοιπόν, προσπαθώντας ο γιατρός να βοηθήσει τον “Άνθρωπο Ελέφαντα”,  έρχεται σε επαφή με άτομα που δήθεν θα του αλλάξουν την οπτική, όπως π.χ. με μία ηθοποιό, με έναν άνθρωπο της εκκλησίας κλπ. Αντίστοιχα ο καθένας, ενώ προσπαθεί να ξαλαφρώσει τον Τζον Μέρικ, τελικά αυτό που κάνει είναι να του εμφυτεύει ιδέες δικές του και τελικά να γίνονται και αυτοί αδηφάγοι απέναντί του. Ο καθένας προσπαθεί να εισβάλλει μέσα στο μυαλό του και να εκμεταλλευτεί ένα κομμάτι του Μέρικ για δικό του κέρδος και να του εμφυσήσει τη δική του πεποίθηση. Όλα αυτά εν τέλει βαραίνουν τον ίδιο τον ήρωα. Το μήνυμα που πρέπει να πάρουμε από αυτό είναι ότι πρέπει όλοι μας να ανοίξουμε τα μάτια μας, και δεξιά και αριστερά και να πάψουμε να ζούμε στον μικρόκοσμό μας, γιατί ο δίπλα μας, ο οποίος ζει στον δικό του μικρόκοσμο, έχει να μας δώσει πολλά και έχουμε και εμείς να του δώσουμε πολλά, χωρίς να πρέπει απαραίτητα να έχει τον ίδιο τρόπο ζωής και σκέψης με εμάς».

Πόσο θεατρικό είναι το ελληνικό κοινό; Αγαπάει ο Έλληνας το θέατρο;

Μ.Α.: «Το αγαπάει πάρα πολύ! Υπάρχει μεγάλη ποικιλία θεατρικών παραστάσεων και ο κόσμος τις περισσότερες τις βλέπει. Το γεγονός ότι το κοινό θυσιάζει χρόνο και χρήμα για να δει έργα και μέσα από αυτά έχει αποκτήσει άποψη, αποδεικνύει ότι το θέατρο έχει μπει στη ζωή των περισσότερων Ελλήνων».

Δ.Κ.: «Αυτό έχει δημιουργηθεί και με τα χρόνια. Πριν την κρίση, υπήρχαν γύρω στις 400 παραστάσεις. Αυτήν τη στιγμή οι παραστάσεις έχουν ξεπεράσει ετησίως τις 1800. Το ότι ο κόσμος κατέφυγε σε αυτό λέει πολλά. Επίσης, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το θέατρο γεννήθηκε στην Ελλάδα».

«Δεν έχει αλλάξει τίποτα στη σημερινή κοινωνία σε σχέση με το παρελθόν»

Πόσο αντικατοπτρίζει η παράσταση τη σημερινή κοινωνία;

Δ.Κ.: «Αυτό το έργο λαμβάνει χώρα στο βικτωριανό Λονδίνο του 1880. Ας αναρωτηθούμε πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε. Αν υπήρχε ένας Τζον Μέρικ σήμερα, τα κανάλια δε θα του έδιναν σημασία, μέχρι να γινόταν σταρ. Μετά θα τον έβγαζαν από κανάλι σε κανάλι. Θα γινόταν ένα “freak show”».

Μ.Α.: «Ο Τζον Μέρικ, όπως και άλλοι άνθρωποι που ήταν παραμορφωμένοι όπως αυτός, δούλευαν σε τσίρκο που γυρνούσαν όλες τις χώρες της Ευρώπης και υπήρχαν άτομα της υψηλής κοινωνίας, τα οποία πηγαίναν για να γελάσουν με αυτούς. Όταν τελικά ο Μέρικ έγινε διάσημος, όλοι ήθελαν να του προσφέρουν δώρα, να τον καλοπιάσουν και να έρθουν σε επαφή μαζί του. Γιατί έγινε σταρ! Είναι το ίδιο πράγμα που συμβαίνει και σήμερα. Ξέρουμε όλοι πόσοι υποφέρουν, κανείς όμως δεν ασχολείται. Αν κάποιος βγει στα κανάλια και γίνει μόδα, τότε θα ενδιαφερθούν όλοι για σύντομο χρονικό διάστημα και μετά θα τον αφήσουν και πάλι στη μιζέρια του».

Πώς μπορεί ο κόσμος να γίνει καλύτερος;

Μ.Α.: «Ο πουριτανισμός δημιουργεί πάντα την εντύπωση ότι εμείς είμαστε καλύτεροι από τους άλλους. Αν αυτό φύγει απ’ τη μέση, θα νιώσουμε πολύ πιο ίσοι ο ένας προς τον άλλο και χωρίς κίνδυνο να κριθούμε. Αν φύγει όλη αυτή η διάκριση που γίνεται, η οποία προσωπικά πιστεύω ότι γίνεται σε μεγάλο βαθμό λόγω του πουριτανισμού, ο κόσμος θα γίνει πολύ καλύτερος».

Δ.Κ.: «Εγώ θα ευχηθώ κάτι άλλο. Μακάρι να έρθει εκείνη η στιγμή, όπου οι δικές μας παραστάσεις θα είναι άχρηστες και δε θα πρέπει να γίνονται πια. Η κοινωνία να φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο, ώστε να μην υπάρχει κανένα από το φλέγοντα θέματα που μας απασχολούν. Να μη χρειάζεται πια να θίγουμε ούτε τη διαφορετικότητα, ούτε το μεταναστευτικό, ούτε τη φτώχεια κλπ. Μακάρι να φτάσουμε σε εκείνο το σημείο, αλλά δεν ξέρω αν θα γίνει ποτέ».