Αν έπρεπε να μπει ένας τίτλος στη ζωή και το έργο της Μαρίας Κάλλας αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τα λόγια που η ίδια είχε τραγουδήσει περήφανα και σπαραχτικά ως Φλόρια Τόσκα: «Vissi d’ arte, vissi d’ amore» («Έζησα για την τέχνη μου, έζησα για την αγάπη»). Και αυτό, γιατί ως γυναίκα αλλά και ως καλλιτέχνις η Μαρί- Άννα-Σοφία-Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πραγματικό όνομά της, εξέλιξε τα ταλέντα της, απόλαυσε την καθημερινότητά της και ξεπέρασε τις κρίσεις της σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο ως μία πραγματική πριμαντόνα. Γεμάτη αντιθέσεις, με ορδές θαυμαστών στα πόδια της, αλλά συνήθως στα γόνατα για κάποιον ανεκπλήρωτο έρωτα, δούλεψε τον εαυτό της με το ίδιο πείσμα που τελειοποίησε το χάρισμά της, πετυχαίνοντας να μεταμορφωθεί από ασχημόπαπο σε κύκνο, από ντροπαλή κόρη Ελλήνων μεταναστών στη κορυφαία τραγωδό του 20ού αιώνα.

Σήμερα, μία νέα βιογραφία της με τίτλο «Cast a Diva: The Hidden Life of Maria Callas», της Λίντσι Σπενς, που πρόκειται να κυκλοφορήσει την 1η Ιουνίου από τις Εκδόσεις The History Press, έρχεται να ρίξει επιπλέον φως στη μαρτυρική πλευρά της προσωπικής της ζωής, τόσο όταν ήταν μικρό κορίτσι όσο και όταν πόζαρε με πλατύ χαμόγελο στο πλευρό των δύο ανδρών της ζωής της, του συζύγου της Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι και του εραστή της Αριστοτέλη Ωνάση. Βασισμένο σε αδημοσίευτες επιστολές της θρυλικής ντίβας της Όπερας το βιβλίο αποκαλύπτει ότι «η Κάλλας ένιωθε πικρία για τη μητέρα της –η οποία εργάστηκε ως πόρνη κατά τη διάρκεια του πολέμου– όταν επιχείρησε να την “σπρώξει” στους ναζί στρατιώτες», και αργότερα την εκβίαζε συνεχώς, με αποκαλύψεις για να της αποσπάσει χρήματα.

Τα λεφτά, σύμφωνα με την ίδια πηγή, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και στη σχέση της με το «κάθαρμα» σύζυγό της που «παριστάνει τον εκατομμυριούχο ενώ δεν έχει δεκάρα», τον οποίο και κατηγορεί ότι την έκλεψε «παίρνοντας περισσότερα από τα μισά χρήματά μου και βάζοντας τα πάντα στο όνομά του, από τότε που παντρευτήκαμε». Η πιο βαριά όμως κατηγορία σε αυτό το βιβλίο αποδίδεται στον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο έρωτα της επίσης αυτοδημιούργητης Κάλλας, που είχε τη γεύση του πανικού και όχι τη γαλήνη της αγάπης, όπως έχει γραφτεί στο παρελθόν. Ο Ωνάσης, μία από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές ιδιοφυΐες του 20ού αιώνα, κατηγορείται ότι «έδινε ναρκωτικά στην Κάλλας για να την εκμεταλλευτεί σεξουαλικά», με πράξεις που «σήμερα θα θεωρούσαμε βιασμό». «Δεν ήθελα να μου τηλεφωνήσει (ο Ωνάσης) και να αρχίσει ξανά να με βασανίζει», γράφει η αιώνια ντίβα σε μία επιστολή με αποδέκτη τη γραμματέα της.

Για τον ίδιο άνθρωπο, ωστόσο, έχει γράψει στο ημερολόγιό της αποσπάσματα του οποίου υπάρχουν στο προηγούμενο βιβλίο «Μαρία Κάλλας: Γράμματα και αναμνήσεις», επιμέλειας του Γάλλου σκηνοθέτη και φωτογράφου Τομ Βολφ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, ότι «σε αγαπώ με όλο μου το σώμα και με όλη μου την ψυχή, και μοναδική μου ευχή είναι να νιώθεις κι εσύ το ίδιο». Ομοίως για τον Μενεγκίνι είχε πει νωρίτερα: «Μπατίστα μου, είμαι ολόκληρη δική σου, έως το πιο μύχιο συναίσθημά μου, έως την παραμικρή μου σκέψη. Ζω για σένα».

«Μια μέρα θα γράψω την αυτοβιογραφία μου. Θα ήθελα να τη γράψω εγώ η ίδια, ώστε να φωτίσω καλύτερα τα γεγονότα. Έχουν ειπωθεί τόσο πολλά ψέματα για μένα…». Με φόντο όσα συγκλονιστικά και αντιφατικά αναφέρονται παραπάνω, ίσως την πιο ολοκληρωμένη περιγραφή της ανατρεπτικής προσωπικότητας και του ποικιλόμορφου ταλέντου της Μαρίας Κάλλας, έχει δώσει στο παρελθόν ο παραγωγός Σκοτ Έρικ Σμιθ, όταν έγραψε ότι επρόκειτο για «μία από τις μεγαλύτερες και πιο πολύπλευρες τραγουδίστριες της πρόσφατης Ιστορίας. Τραγούδησε μία απίστευτη ποικιλία ρόλων, από Ρίχαρντ Βάγκνερ μέχρι ελαφρά coloratura από high soprano μέχρι mezzo.

Όμως, δεν είναι μόνο το φάσμα των ρόλων που μπορούσε να τραγουδήσει, αλλά επίσης και ο τρόπος που τραγουδούσε που την έκαναν ξεχωριστή… Είχε ακόμα τη δυνατότητα να υποδύεται ρόλους, κάτι σπάνιο ακόμη και σήμερα, για τους τραγουδιστές Όπερας. Ήταν απόλαυση να την ακούς και να την παρακολουθείς». Η Μαρία Κάλλας πέθανε το 1977, σε ηλικία μόλις 53 ετών. «Ο θάνατος της Κάλλας είναι μία οδυνηρή ιστορία. Μόνη, στο παριζιάνικο διαμέρισμά της, βασιζόταν στην απομακρυσμένη αδελφή της, Τζάκι, και στην επιστήθια φίλη (πιανίστα) Βάσω Δεβετζή, για την προμήθεια ηρεμιστικών. Η ζωή της ήταν γεμάτη τραγωδία, αλλά ήθελα να της δώσει τη φωνή της», σημειώνει η Λίντσι Σπενς, που υπογράφει το τελευταίο βιβλίο για τη θρυλική ντίβα της Όπερας.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»